26 Φεβρουαρίου 2012

Μεσσίες




Δεν προλαβαίνω να μετρώ υποψηφίους και υποψήφιους υποψηφίους κάθε Κυριακή που διαβάζω τις εφημερίδες. Οι επίδοξοι Πρόεδροι συνωστίζονται στις πρώτες σελίδες, στις συνεντεύξεις και τα παραπολιτικά των εντύπων σε μια προσπάθεια να στείλουν μηνύματα, χωρίς να λένε ευθέως αυτό που σκέφτονται ή αυτό που σχεδιάζουν. Αναρωτιέμαι αν σε ένα χρόνο από σήμερα θα έχει μείνει κάποιος στο κοινό που να αντέχει να ακούσει ακόμα ένα λόγο, ακόμα μία τοποθέτηση ή αν θα έχουμε παραδώσει πνεύμα έως τότε.

Ένα από τα χαρακτηριστικά των υποψήφιων Προέδρων είναι ο μεσσιανισμός. “Τα μηνύματα που λαμβάνω”, “Ο κόσμος μού το ζητά”, “Οι πολίτες με καλούν”, “Νιώθω έτοιμος”. Είμαι βέβαιος ότι όποιος έχει λίγο περισσότερη υπομονή από εμένα για να σκαλίσει τα αρχεία των εφημερίδων θα μπορέσει να βρει πολύ περισσότερες φράσεις που κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος. Προσωπικά, μου φαίνεται εξόφθαλμη κοροϊδία να γίνεται αυτή η προσπάθεια να πλασαριστούν κάποιες υποψηφιότητες ως λαϊκή απαίτηση ή να καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να λάβουν μέρος σε κομματικές διαδικασίες με προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Κι αν δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι καινούργιο ή να προτείνουμε μια νέα ιδέα, ας είμαστε επιτέλους ειλικρινείς μεταξύ μας και ας τελειώνουμε με αυτόν τον αφόρητο ηθικισμό που σκεπάζει τον δημόσιο λόγο.

Το παιχνίδι προς το παρόν φαίνεται να παίζεται στο πότε και πώς θα ξεσπάσει ο καβγάς στους κόλπους της εθνικώς σκεπτόμενης παράταξης. Πολύ φοβάμαι ότι στους επόμενους μήνες θα υπάρξει πλειοδοσία εθνοπρεπών συνθημάτων και δράσεων που θα εξαπλωθούν και σε χώρους πέρα από την παραδοσιακή Δεξιά. Συντηρείται έτσι το ίδιο πολιτικό κλίμα και τα στερεότυπα βρίσκουν τρόπο να αναπαράγονται από τον ίδιο τον εαυτό τους. Για πόσο καιρό αντέχουμε, όμως, να συμπεριφερόμαστε ως αμοιβάδες;

Η εξίσωση των εκλογών δεν είναι τόσο δύσκολη, όσο ιδιόμορφη. Αρχιεπίσκοπος, κανάλια, προσωπικές φιλοδοξίες, ηγέτες με υπερτροφικό εγώ και ικανότητα νάνου, κομματικοί υπολογισμοί και άλλοι διάολοι ψάχνουν τη θέση τους δίπλα σε πρόσημα και προσθαφαιρέσεις. Την ίδια στιγμή, τα πράγματα φαίνεται να έχουν μπει στον αυτόματο πιλότο, την ώρα που τουλάχιστον τρία σημαντικά σχέδια μας περιμένουν στο μέλλον: φυσικό αέριο, Προεδρία της ΕΕ και Κυπριακό. Η αίσθηση που παίρνω είναι ότι πάλι οι λίγοι, οι ευσυνείδητοι και οι πρόθυμοι εθελοντές θα κάνουν τον επιπλέον κόπο για να σώσουν την παρτίδα και την πατρίδα. Ο πατριωτισμός των Κυπρίων μπορεί να έχει κάνει πολλά μέχρι σήμερα, αλλά ενδεχομένως κάποια στιγμή να στερέψει και αυτή η πηγή. Μετά; Όσο παρατηρώ αυτόν τον τόπο, τόσο πιο πολύ πείθομαι ότι καταφέρνει να επιζεί από θαύμα. Αν αυτό είναι το θαύμα κάποιου Μεσσία, πολύ αμφιβάλλω...


19 Φεβρουαρίου 2012

Ένα κάποιο τέλος




«Όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα»
Δ. Σαββόπουλος

Ταξίδι για Βρυξέλλες, ενδιάμεσος σταθμός Αθήνα. Μέσα Φεβρουαρίου, ένας διφορούμενος καιρός. Στο ενδιάμεσο των πτήσεων, κατεβαίνω στο κέντρο. Ραντεβού με μια παλιά συμφοιτήτρια. Δύο μέρες μόνο μετά το χαλασμό. Στο μετρό, μια κυρία μπαίνει ύστερα από δύο στάσεις. Πατημένα 50, αλλά φαίνεται να κουβαλά ακόμα καμιά δεκαριά χρόνια πάνω της. Μαύρη ρίζα, ξεβαμμένο μαλλί. Ξεκινάει να βάφεται μέσα στο βαγόνι. Την παρατηρώ με την άκρη του ματιού, σχεδόν συγγραφικά. Το πάστωμά της με make up δεν της αλλάζει την όψη – μέσα στο έντονο ροζ της μεταμορφώνεται περισσότερο σε καρικατούρα.  Στεγνή, φτιασιδωμένη, ντυμένη με την κιτς αισθητική της ανάγκης. Δεν τα γράφω υποτιμητικά – η αλληγορία είναι που τρίβεται στα μούτρα μου αφόρητα.
Λίγα χρόνια πίσω, η ισχυρή Ελλάδα, ο απόηχος των Ολυμπιακών, η ένταξη στο ευρώ, η δυναμική στην ΕΕ, η ευμάρεια που αποδείχθηκε πλασματική και η χαμένη προοπτική της χώρας. Σήμερα μια Ελλάδα ταπεινωμένη, αναξιοπρεπής, σε αναζήτηση δανειστή και παράτασης της οικονομικής της ύπαρξης. Απέναντι χάσκει η άβυσσος του φαλιμέντου. Γύρω-γύρω περιμένουν άλλοι με αγωνία, άλλοι με προσμονή να βαρέσει κανόνι. Κανένα σχέδιο, καμιά έξοδος κινδύνου. Ο τόπος βουλιάζει και μαζί του απειλεί να πάρει και όσους είναι αγκιστρωμένοι πάνω του – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Να μην ξεχνάμε ότι μέσα σ’ αυτούς είμαστε κι εμείς.
Τι έχει μείνει από τον τόπο; Οι άστεγοι και πένητες του άστεως βγάζουν μάτι, η εξαθλίωση είναι πανταχού παρούσα και τα πάντα απορροφούσα. Δεν είναι ότι δεν υπήρχε προηγουμένως – είναι που τώρα είναι κυρίαρχη εικόνα. Η πόλη συνεχίζει να ζει λαβωμένη, με χίλιες δύο αντιφάσεις και την οσμή της παρηκμασμένης μητρόπολης. Τα τρέντι κορίτσια και τα μετροσέξουαλ αγόρια περπατούν αναιδώς στην καρακοσμάρα τους, δίπλα στους ξεπεσμένους, τους κυνηγημένους, τους απόκληρους, αυτούς που πέπρωνται να γίνουν σκόνη της γης. Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν – κι ας μην το λέμε φωναχτά.
Στη διαδρομή για το Σύνταγμα, ο συρμός γεμίζει. Ωστόσο μια αλλόκοτη ησυχία κυριαρχεί. Δεκάδες άτομα σαν σαρδέλες δεν ανταλλάζουν κουβέντα – μόνο από μακριά έρχεται ο ήχος από ένα death metal τραγούδι. Καμιά ομιλία, κατήφεια, αγέλαστα πρόσωπα, μια μαζική κατατονία. Τα λίγα που ήξερα για την Αθήνα φαντάζουν διηγήσεις μιας μπελ επόκ που θάφτηκε ανεπιστρεπτί από τον μεγάλο πόλεμο. Κάποια στιγμή επικρατεί εκνευρισμός στην είσοδο – ο κόσμος μοιάζει να είναι βουτηγμένος στην κηροζίνη κι οι κουβέντες ανάβουν.
Μιλώντας με φίλους, παίρνω την αίσθηση ότι ο κόσμος προσδοκά μια κατάληξη, να τελειώνει αυτή η ιστορία. Πώς όμως; Και προς τα πού  θα κινηθούν τα πράγματα; Με ποιους όρους; Θα αλλάξουμε κι εμείς μυαλά; Ο φλύαρος αριστερισμός και ο μπετόν αρμέ κρατισμός που έφερε την Ελλάδα μέχρι εδώ δεν έχει τελειώσει ακόμα το έργο του. Κάθε φορά που κάποιος λέει: «Πού είναι το κράτος; Πού είναι η Πολιτεία;» η αλλαγή απομακρύνεται ένα βήμα ακόμη. Φοβάμαι να ομολογήσω τη σκέψη μου πως μία τουλάχιστον γενιά, σε ορίζοντα τριακονταετίας, τα όνειρα, οι προσδοκίες, τα σχέδια θα πρέπει να λάβουν αναβολή – με ή χωρίς χρεοκοπία, με ή χωρίς νέους επαχθείς όρους δανεισμού. Η Ελλάδα μπαίνει σε μια τρύπα του χρόνου. Κι από εκεί, θα αργήσει να βγει.


13 Φεβρουαρίου 2012

Κάγκουρες


Η πρόσφατη πολιτική ιστορία του τόπου μας παραδίδει την έκδοση ενός ψηφίσματος από τη Βουλή των Αντιπροσώπων το μακρινό 1967. Το ψήφισμα διακήρυσσε την αποφασιστικότητα για την επίτευξη του στόχου της Ένωσης με τη μητέρα πατρίδα. Ποιες ήταν όμως οι συνθήκες της εποχής; Εφτά χρόνια μετά την ανεξαρτησία, η ελληνοκυπριακή πολιτική ελίτ ένιωθε ότι μπορούσε να ελέγχει το παιχνίδι: ο Μακάριος βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής του, οι Τουρκοκύπριοι είχαν αποχωρήσει ή εκδιωχθεί από την άσκηση των καθηκόντων τους στις κρατικές και δημόσιες θέσεις, το δόγμα του δικαίου της ανάγκης και το ψήφισμα 186/64 είχαν ουσιαστικά χρησιμοποιηθεί για την εκχώρηση του κράτους στους Ελληνοκύπριους και χιλιάδες Τουρκοκύπριοι έπαιζαν τους ελεύθερους πολιορκημένους σε θύλακες που καταλάμβαναν το 3% της επικράτειας του νησιού. Το ψήφισμα είναι μια εμβληματική πράξη ιστορικής αλαζονείας, αφού η πραγματική πολιτική ατζέντα της πολιτικής ηγεσίας βγήκε από το ντουλάπι και έβγαλε αυθάδικα τη γλώσσα σε όποιον συνάντησε. Λίγα χρόνια μετά, η ελληνοκυπριακή πλευρά περπατούσε πάνω στα ερείπια των μεγαλομανών της επιδιώξεων.




Πριν μερικές εβδομάδες, άλλο ένα ψήφισμα από την κυπριακή Βουλή προστέθηκε στον κατάλογο της ιστορικής αλαζονείας και καταγράφηκε ως μια ερασιτεχνική προσπάθεια κοινοβουλευτικής διπλωματίας. Με το «καταδικαστικό» για τον Αλ. Ντάουνερ ψήφισμα, η Βουλή μας έδειξε για άλλη μία φορά ότι ενεργεί χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Στη δική μου αντίληψη δύο τινά μπορεί να εξηγούν αυτή τη στάση: είτε πραγματικά δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να προσμετρήσει το τι μπορεί να συμβεί, διεκδικώντας έτσι το πολιτικό ακαταλόγιστο, είτε γνωρίζει πολύ καλά και επιλέγει συνειδητά το ρίσκο. Αν μάλιστα προστεθεί σε αυτά και η σκέψη ότι κάποια από τα μέλη της βρέθηκαν εκεί μέσα από τις αδιαφανείς κομματικές προαγωγές και τις δεύτερες και τρίτες κατανομές, τότε το τοπίο καθίσταται έτι μελαγχολικότερον.



Το ψήφισμα αυτό λοιπόν είναι ένα εξαιρετικό δείγμα πολιτικής αυτοχειρίας. Είτε από άγνοια είτε από πολιτική ιδιοτέλεια, η Βουλή έσπρωξε ακόμα λίγο την παραπαίουσα διαδικασία συνομιλιών στο γκρεμό, ετοιμάζοντας παράλληλα την κοινή γνώμη για μία ακόμα ηρωική αντίσταση, για περισσότερους αγώνες στις επάλξεις και άλλα φληναφήματα που ακούγονται τόσο υποκριτικά και ανόητα πλέον. Φαίνεται να διαμορφώνεται έτσι μια άδηλη συμφωνία στην εκτίμηση όλων ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι συνομιλίες θα λήξουν χωρίς αποτέλεσμα και ότι το Κυπριακό θα λάβει αναβολή για την επόμενη πενταετία. Κανείς όμως δεν κάνει μια εκτίμηση για το ποιοι θα είναι οι όροι συζήτησης και οι προοπτικές σε εκείνη την περίοδο. Χωρίς χάρτη, χωρίς πυξίδα πορευόμαστε με οδηγούς τους μικροδιαχειριστές της διαρκούς κρίσης μας. Αναρωτιέμαι όμως σε ποια αποκαΐδια θα μας οδηγήσουν ξανά ασυλλόγιστες ενέργειες όπως αυτές.













6 Φεβρουαρίου 2012

Μίλα μου βρόμικα



Όσο διασχίζω τους πηγμένους δρόμους της Λευκωσίας με τις εξοργισμένες μητέρες να επιπλήττουν τα παιδιά τους, τους πλαδαρούς άντρες να ακούν αθλητικά, με ζώνουν παράδοξες σκέψεις. Από το πηγαινελα στη Νέα Υόρκη, μας έμειναν τα σκληρίσματα του 2004 σε κακοπαιγμένο replay και μερικές μπαλωθιές που έπεσαν από την Πινδάρου για την ανάγκη να είναι άλλος ο διαπραγματευτής της ελληνοκυπριακής πλευράς στις συνομιλίες. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Πριν από όλα αυτά, είχε προηγηθεί ένας ακόμη εθνικός οργασμός με την έκδοση της απόφασης του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Λόρδος. Τα μάτια κάποιων συμπατριωτών μας ευφράνθηκαν (από το Εφραίμ, άραγε;) στην όψη του χρήματος και οι κόρες τους μετατράπηκαν σε μικρά σύμβολα του δολαρίου, όπως εκείνα τα παλιά καρτούν. Bingo! Μάταια προσπάθησαν οι ψυχραιμότεροι να συμμαζέψουν τα υγρά που πλημμύρισαν τα πρωτοσέλιδα, θυμίζοντας ότι αυτή είναι μάλλον η τελευταία υπόθεση «τύπου Λοϊζίδου». Μίλα μου βρώμικα, μίλα μου σε ευρώ. Και τα δύο ισχύουν στην περίπτωση του φυσικού αερίου, μιας και φαίνεται να είναι διάχυτη η εντύπωση πλέον ότι την επόμενη φορά που θα ανοίξουμε τις βρύσες μας, θα τρέξει ο μαύρος χρυσός. Μαζί σε όλα αυτά, θα πρέπει να προστεθούν και οι ατέρμονες συζητήσεις για τις ποδοσφαιρικές μεταγραφές, το κατεστημένο της ΚΟΠ, την εύνοια της διαιτησίας. Παντού και πάντα φαντάσματα, θεωρίες συνωμοσίας, διάλογος κωφών, μεγαλοϊδεατισμοί και μικρομεγαλισμοί, κομματικές στρατιές και αυτοκρατορίες ηλιθίων, η αποθέωση της ασημαντότητας οδηγούν και εμπνέουν τη δημόσια ζωή. Τις σοβαρές κουβέντες τις ανταλλάζουμε μεταξύ μας, κάπου στο ενδιάμεσο της καθημερινότητας, μεταξύ μπύρας και εδεσμάτων, καφέδων και επί του καναπέως, με σύντομα email και σαρκαστικά tweets. Στο ενδιάμεσο ρίχνουμε και καμιά κλεφτή ματιά στα lifestyle περιοδικά, που καθορίζουν τις προτιμήσεις της κυριακάτικης εφημερίδας και βλέπουμε στα κρυφά σατιρικές εκπομπές και κυπριακές σειρές που ορίζουν την αισθητική του κιτς και προωθούν με τον πιο αισχρό τρόπο την ομοφοβία. Το να είσαι και να δηλώνεις ευθαρσώς ανόητος, απενοχοποιείται μέσα από τη συλλογική παραδοχή, μιας και το να συνυπάρχεις με τους ομοίους σου έχει από μόνο του κάτι λυτρωτικό. Αναμφίβολα, όλοι οι έξυπνοι μαζευτήκαμε στα social media, στον blogger και στους άλλους δαίμονες της τεχνολογίας και κάνουμε χάζι κοιτώντας στην άλλη, πολυπληθή δυστυχώς, πλευρά. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, εκχωρήθηκε χρόνος ομιλίας, δημόσιος χώρος, βήμα και προβολή σε κάτι γελοίους τύπους που άλλοτε από θέσεις εξουσίας και άλλοτε από την κερκίδα περιλούζουν με τη βλακεία τους, τις ζωές μας. Η μνήμη χρυσόψαρου σβήνει διαρκώς από τα εγκεφαλικά μας κύτταρα την εξωφρενική ολιγοσύνη των άλλων, την ώρα που το πιπίπλισμα της ίδιας καραμέλας, αυτής που λέει ότι κάτι άλλο θα κάνουμε, κάτι θα αλλάξει, εγώ θα φύγω από εδώ, μας κρατά σε μια κάποια απασχόληση, σε ένα παίδεμα του νου. Ο οκνηρός εαυτός μας, μας δίνει έτσι γενναιόδωρες αναβολές, μέχρι που κάποια στιγμή, υποψιάζομαι, έρχεσαι κατάφατσα στον τοίχο του αδιεξόδου και απορείς, ειλικρινά, πως έφτασες ως εκεί. Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Πως η κακοδαιμονία έχει τη ρίζα της εδώ κι η ευθύνη εδώ πρέπει να αναζητηθεί. Θα είχαμε το θάρρος ποτέ να δούμε τους εαυτούς μας στον καθρέφτη ή μήπως έχουμε ακόμα πίστωση στο λογαριασμό της προσωπικής αυταπάτης;

29 Ιανουαρίου 2012

Αγωγή ανάγωγη




Ο υπογράφων εγείρει την παρούσα αγωγή και ζητεί από το Δικαστήριο:

1. Δήλωση του δικαστηρίου ότι οι κάθε λογής πατριδοκάπηλοι, θεομπαίχτες και απατεωνίσκοι της κακιάς ώρας, ενεργούντες υπό την ιδιότητά τους ως εκμαυλιστές της συλλογικής συνείδησης των Ελλήνων Κυπρίων και ως υπηρέτες του διχασμού και της διαρκούς όξυνσης του πολιτικού κλίματος, υπονομεύουν τις διακοινοτικές συνομιλίες που διεξάγονται υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, προάγοντας, προωθώντας πολιτικές και/ή προβαίνοντας σε δημόσιες προτάσεις για την οριστική διχοτόμηση του κυπριακού κράτους, οι οποίες είναι σε βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κάθε Κύπριου πολίτη και είναι ασυμβίβαστες με την κοινή λογική, την πολιτική πρακτική, την ορθή ερμηνεία διεθνών συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, που καταστρέφουν κάθε θετική προοπτική για το μέλλον του τόπου, και πιο συγκεκριμένα –

(i)            Η επίκληση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκ μέρους της διχοτομικής ελίτ αποτελεί μια διαστροφή του πραγματικού περιεχομένου τους, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από τα διεθνή όργανα και δικαστήρια των αντίστοιχων οργανισμών.
(ii)          Η οπισθοδρομική ελίτ προωθεί την οριστική διχοτόμηση της Κύπρου και τον απόλυτο και πλήρη ρατσιστικό διαχωρισμό ανάμεσα στην Ελληνική Δημοκρατία της Νοτίου Κύπρου και την Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου, υπό το πρόσχημα της εξυπηρέτησης του συμφέροντος του κυπριακού λαού και υπό την κατ’ επίφαση επίκληση δικαίων, αξιών και ιστορικών αναφορών.
(iii) Οι εισηγήσεις τους και η προώθησή τους έχουν ως αποτέλεσμα τη συνέχιση της αποστέρησης του δικαιώματος της ιδιοκτησίας από τους νόμιμους ιδιοκτήτες, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, διευκολύνοντας τοιουτοτρόπως τη διαιώνιση της κατοχής και την επίτευξη των στόχων και/ή πολιτικών της κατοχικής δύναμης και διατηρώντας την ανώμαλη κατάσταση και το φόβο και στις δύο πλευρές της διαχωριστικής γραμμής.

2. Στην έκταση που οι εναγόμενοι τυχόν επικαλούνται ή χρησιμοποιούν τις ιδιότητές τους ως «επιφανή» μέλη της κοινωνίας μας και/ή  ως προσωπικότητες που τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης από την πλειοψηφία των ΜΜΕ της χώρας μας και/ή την απύθμενη δικολαβίστική τους ημιμάθεια, για τις πιο πάνω ενέργειές τους –

(ι) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι όλες οι ενέργειες και/ή σκέψεις και/ή δημόσιες τοποθετήσεις τους βιάζουν τη νοημοσύνη των Κυπρίων πολιτών.
(ιι) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ή έστω επιστροφή στη σοβαρότητα και λίγη ησυχία.

3. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους υπό την ως άνω περιγραφόμενη ιδιότητά τους από του να ενεργούν κατά τον πιο πάνω παράνομο τρόπο εις βάρος των νομίμων δικαιωμάτων και συμφερόντων Ελληνοκυπρίων πολιτών.
4. Οποιανδήποτε άλλη δίκαιη/ορθή θεραπεία ήθελε κρίνει πρέπουσα το Δικαστήριο.

22 Ιανουαρίου 2012

Αντίο Ραούφ, δεν θα λείψεις σε κανέναν




Εντάξει, ίσως να σε πεθυμήσουν όσοι κάθονται στη «Θύρα 1974» των φανατικών στο ματς του Κυπριακού. Ένθεν και ένθεν της πράσινης γραμμής. Αυτοί που διακόπτουν το ματς με ρίψη αντικειμένων στον αγωνιστικό χώρο, όσοι τρελαίνονται με τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα (ας διαρκέσει το ματς για πάντα) και την επιδιαιτησία (μπορούμε να σκοτωθούμε και χωρίς κανόνες). Όσο κι αν τα ΜΜΕ στην πλευρά μας προσπάθησαν να περιγράψουν με τα μελανότερα χρώματα το βίο και την πολιτεία σου, ξέχασαν, κατά βολικό τρόπο, να θυμίσουν ότι είχες συνοδοιπόρους και στις δύο πλευρές. Το μεγαλύτερο έργο του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας στην Κύπρο είναι το αποτέλεσμα μιας κοινής επιχείρησης, μιας προσπάθειας που χωρίς καμιά εμφανή προσυνεννόηση απέδωσε καρπούς. Πού να καταγράφουμε ονόματα τώρα – ίσως ο χώρος να μην αρκέσει. Όμως σε θυμάμαι Ραούφ, εσένα και τους κοκκινογάλαζους ομοϊδεάτες σου κάθε φορά που περνάω από τη Λήδρας και ένας κοντοπάχουλος αστυνομικός στην ηλικία μου, σφραγίζει μεγαλοπρεπώς την καθημερινή σας διαθήκη: ένα μικρό ορθογώνιο χαρτάκι, με την κόκκινη TRNC σφραγίδα επάνω. Δεν έχω επιλογή: σ’ αυτό το νησί έμαθα να κινούμαι μόνο σε οριζόντιες γραμμές – ποτέ καθέτως. 

Έφυγες Ραούφ, αλλά μας άφησες το φόβο, τις σημαίες να ανεμίζουν πάνω στον ουρανό της πατρίδας μας, τα άπειρα φυλάκια, τις παρελάσεις, το μιλιταρισμό, τόμους από φράσεις και λέξεις κλισέ: Αδιαλλαξία, η τουρκική πλευρά, εκατομμύρια «ψευδο-» και εισαγωγικά για να περιγράφουμε τις παράλληλες πραγματικότητές μας. Ήσουν η καλύτερη και πιο αποδοτική μας δικαιολογία. Όσο εσύ αρνιόσουν τα πάντα, όσο στύλωνες τα πόδια σου σαν πραγματικό κυπριακό γαϊδούρι, ο χρόνος μάς ροκάνιζε από μέσα, έτρωγε τα μυαλά μας, τις αναμνήσεις και την ψυχή των γονιών μας, τις προσδοκίες για συμφιλίωση και πορεία προς το μέλλον. Έφυγες νικητής – ο αγώνας είχε διάρκεια όσο η ζωή σου, και εμείς που λίγο ετεροχρονισμένα ήρθαμε στο νησί, ζούμε απρόθυμα μεν, αναγκαστικά δε σύμφωνα με τις δικές σου συντεταγμένες. Είτε από οπισθοβουλία, είτε από απλή βλακεία παίξαμε στο ίδιο παιχνίδι, ποντάροντας πάντα όλα τα λεφτά στο πείσμα, την άρνηση, την απόρριψή σου. Μας δικαίωσες σε κάθε ποντάρισμα.

Ένας-ένας πεθαίνουν οι παλιοί δεινόσαυροι του Κυπριακού. Ίσως να είναι και αυτή μιας μορφής λύση: όταν πεθάνει κι ο τελευταίος ηγέτης, να πέσει και το τελευταίο εμπόδιο που μας κρατά μακριά από τη λύση. Αναρωτιέμαι αν αύριο, όλοι όσοι συνδέθηκαν με αυτή την προσοδοφόρα επιχείρηση που ονομάζεται Κυπριακό, μας άφηναν για τόπους χλοερούς, για τόπους αναψύξεως, αναρωτιέμαι λέω, αν όλοι εμείς θα θυμόμασταν πώς, πού και γιατί ξεκίνησε όλο αυτό κι αν στ’ αλήθεια θα διατηρούσαμε το status quo της ακινησίας. Κυριακάτικες παραδοξότητες, θα πείτε...

15 Ιανουαρίου 2012

Πολιτικό soul-searching




Τις τελευταίες μέρες διάφορες διασκεδαστικές φήμες φτάνουν στα αυτιά μου. Τώρα που έχω αρχίσει να επανέρχομαι δειλά στην εθνική πραγματικότητα μας, ύστερα από μήνες κοσμοκαλογερικής απόσυρσης, ακούω και διαβάζω απίθανα πράγματα. Είχα ξεχάσει πόσο ευρηματική μπορεί να είναι η ψιθυρολογία της πατρίδας μας. Ένα από τα πράγματα που διάβασα, λοιπόν, αφορά μια διαδικτυακή δημοσκόπηση για τις προεδρικές εκλογές του 2013, που καταβαράθρωνε τους κκ. Χριστόφια και Κάρογιαν, ενώ παράλληλα αναδείκνυε στην πρώτη τριάδα την κ. Θεοχάρους, τον κ. Αναστασιάδη και «ένα φίλο που ήρθε απόψε από τα παλιά». Η διαδικτυακή δημοσκόπηση έβγαζε μάτι ότι τηρούσε τα αψεγάδιαστα επιστημονικά κριτήρια του  Mickey Mouse 9002, αλλά αυτό δεν πτόησε τους άγνωστους δημο(σ)κόπους από το να την πλασάρουν με κάθε σοβαρότητα.

Η δημοσκόπηση ήρθε με αυτόν τον τρόπο να προστεθεί στη φήμη που έρπει στους δρόμους της Λευκωσίας (ο καθένας εκεί και όπως του αξίζει) ότι δηλαδή η μεγάλη φιλελεύθερη παράταξη πρέπει να πορευθεί στην εκλογική αναμέτρηση με κάποιον άλλο εκτός του αρχηγού του μεγαλύτερου κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προτού καλά-καλά, κατακαθήσει ο κουρνιαχτός, η παραλλαγή του σεναρίου έλεγε ότι ένα απίθανο συνονθύλευμα από «υγιώς» σκεπτόμενους πατριώτες, θεούσες και ρασοφόρους, καθώς επίσης και οι σοσιαλδημοκρατικόεθνικόκτλ σύντροφοι θα συμπτήξουν την αυτοκρατορία του Κακού για την μεγάλη αντεπίθεση. Η ονοματολογία δίνει και παίρνει τις τελευταίες μέρες, με την πιο θετική συνέπεια να είναι ότι θυμούνται οι γέροι και μαθαίνουν οι νεότεροι  παλαιές δόξες της εγχώριας πολιτικής παραγωγής.

Όλο αυτό το σούσουρο επιβεβαιώνει, ανάμεσα σε άλλα, την άβυσσο της ψυχής του μέσου δεξιού συμπολίτη μας, ειδικά αυτού που συντάσσεται αναφανδόν με τον Δημοκρατικό Συναγερμό. Από την επιλογή του κόμματος στο δημοψήφισμα του 2004 και μετά, ένα μεγάλο κομμάτι του εκλογικού του μεριδίου φυλλορόησε, προσωρινά όπως φάνηκε, σε πιο δεξιά και πιο εθνοπρεπή σχήματα. Σήμερα, τα υπαρξιακά ερωτήματα επιστρέφουν ή μεθοδικά υποβάλλονται στον κάθε ψηφοφόρο του κόμματος αυτού: θα εμπιστευτούμε τους νενέκους; Η παραδοξότητα βέβαια έγκειται στο ότι από την ίδρυση του το 1976, ο ΔΗΣΥ πορεύτηκε στη γραμμή Κληρίδη για την επίλυση του Κυπριακού. Αποδοχή της ομοσπονδίας, γεωγραφικός διαχωρισμός και άσκηση της εξουσίας από την καθε κοινότητα στην περιοχή της, πολιτική ισότητα, ιστορικός συμβιβασμός και ό,τι άλλο μπορεί να θεωρηθεί ότι συνθέτει τα βασικά στοιχεία του σχεδίου Ανάν.

Που το πάω; Μα στην κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα αφενός στην πολιτική ρητορική και πρακτική του κόμματος που είναι συνεπής από τότε και αφετέρου στο μυαλό των ψηφοφόρων του που εξακολουθούν να κατουριούνται από χαρά στη θέα της ελληνικής σημαίας και τα άλλα φετίχ και τοτέμ της εθνικής μυθολογίας. Με άλλα λόγια, αν στην κάλπη ψηφίζεις κάτι που δεν πιστεύεις, τότε μάλλον δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Το πρόβλημα πάντως δεν το έχει η πολιτική γραμμή του κόμματος...

Επιστρέφοντας στα ανόητα παιχνιδάκια και τις έρευνες της πλάκας, θα έλεγα ότι πέρα από τον προφανή σκοπό τους να δημιουργήσουν κλίμα, φαίνεται να έχουν και τον άδηλο σκοπό να σπρώξουν ακόμα πιο δεξιά τη διαφαινόμενη υποψηφιότητα του κ. Αναστασιάδη για να πειστεί ο προαναφερθείς μέσος συμπολίτης να δώσει το ψηφουλάκι του. Αν το καταφέρουν έστω και αυτό, θα αποδειχθεί ότι η κουτοπονηριά εξακολουθεί να είναι η καλύτερη πατέντα του «κυπριακού πολιτικού πολιτισμού».

8 Ιανουαρίου 2012

Εκκλησία ΑΕ



Για να πω κι εγώ το κοντό μου, με εκπλήσσει ακόμα που τα δελτία ειδήσεων έχουν σχεδόν σε καθημερινή βάση στα πρώτα τέσσερα θέματά τους, μια δήλωση ή ένα ρεπορτάζ που να αφορά, άμεσα ή έμμεσα, την Εκκλησία. Μνημόσυνα πεσόντων, θανόντων, ηρώων, οσίων, αγίων. Κηρύγματα, νουθεσίες και πατερναλισμός από τον άμβωνα. Θρησκευτικές εορτές, λιτανείες, δοξολογίες, ράσα, περιφορές, δεήσεις. Πολιτικές παρεμβάσεις, υποδείξεις και αρχιεπισκοπικοί υποψήφιοι. You name it, we have it και το βαρέλι φαίνεται να μην έχει πάτο. 

Είχα την εντύπωση ότι ζούσα σε μια χώρα που έστω κατ’ όνομα και κατ’ επίφαση προσέβλεπε σε ένα δημοκρατικό, ευρωπαϊκό, κοσμικό μοντέλο πολιτεύματος. Φευ! Στη σοσιαλιστική Κυπριακή Τζαμαχιρία δεν ιδρώνει το αφτί κανενός. Η τριτοκοσμική κληρονομιά του 1960 μας περιβάλλει, ζωντανή και ακμαία, για να μας υπενθυμίζει, με τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της, σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής, ότι είναι εδώ και ότι δεν σκοπεύει να φύγει.

Έτσι, η γενιά μας, ίσως και οι επόμενες, θα πρέπει να δώσουν χρόνο και ενέργεια σε προσπάθειες που για τους συνομήλικούς μας σε άλλες χώρες είναι ζητήματα λυμένα εδώ και καμιά διακοσαριά χρόνια. Προς το παρόν, αρκούμαστε στο θρησκόληπτο λεφούσι που συγκεντρώνεται έξω από την ελληνική πρεσβεία για να διαμαρτυρηθεί για την προφυλάκιση του Εφραίμ. Αν υπάρχει μια εικόνα που να αποτυπώνει τη μαζική υστερία ενός θρησκόληπτου πλήθους και την πνευματική οκνηρία στην οποία υποχρεώθηκε ένα γενναίο κομμάτι του ποιμνίου, αυτή μεταδόθηκε στους δέκτες μας στις 20:30 μιας μουντής νύχτας.

Η αλά καρτ χριστιανική ευαισθησία, ο σεκταρισμός που καλλιεργείται στον κόσμο, η ανάδειξη ως μάρτυρα πίστεως ενός μοναχού που σαν εμποράκος συναλλάχθηκε μέσα από επιλήψιμες διαδρομές και κολλητιλίκια με την κοσμική εξουσία και οι γελοίοι παραλληλισμοί με τον Χριστό συνθέτουν ένα από τα πιο κιτς σκηνικά των τελευταίων ετών. 

Το χειρότερο όμως είναι ότι σηματοδοτεί τη δυναμική επιστροφή στην αναζήτηση των λύσεων στο επέκεινα, στο μεταφυσικό, στο θείο, σε μια new age ορθοδοξία. Διόλου παράδοξο: σε καιρούς κρίσης αυξάνονται αυτοί που αγοράζουν χρυσό, οι αγγελίες για μέντιουμ και η θρησκοληψία. Χαρά Θεού, για να κάνω και το λογοπαίγνιο, για τους κάθε λογής θεομπαίχτες που ανταλλάζουν ζεστό χρήμα με υποσχέσεις σε χρόνους αορίστως μελλοντικούς. Κι όμως, η κρίση, οικονομική, πολιτική, αξιακή, είναι δημιούργημα ανθρώπινο και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Οι απαντήσεις δεν θα έρθουν από παρεμβάσεις κανενός Θεού. Η ντετερμινιστική παράδοση στη θεία βούληση είναι βολική δικαιολογία για την απραξία, για την έλλειψη λογοδοσίας, για να μην ξυθεί λίγο η επιφάνεια. «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστί η βασιλεία των ουρανών». Ίσως. Προτιμώ όμως να δω τη δικαιοσύνη να τελείται σε αυτόν τον επίγειο, φθαρτό και πεπερασμένο κόσμο.





1 Ιανουαρίου 2012

Απολογιστικά και απολογητικά





Μια ματιά στην ανασκόπηση του 2011 που ετοίμασε η εφημερίδα αυτή, ήταν αρκετή για να επιβεβαιωθεί η αίσθηση μελαγχολικού κλεισίματος της χρονιάς. Οι σελίδες της ανασκόπησης προβάλλουν και φωτίζουν εκτυφλωτικά τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες των ανθρώπων του τόπου μας. Το πραγματικό μας πρόσωπο, ο γυμνός εαυτός μας, όσα βλέπουμε μόνοι στον καθρέφτη και γρήγορα-γρήγορα απωθούμε στο πίσω μέρος του μυαλού βρίσκουν τη θέση τους στις σελίδες του εντύπου.



Το 2011 θα κουβαλάει για χρόνια την αιθάλη που άφησε το Μαρί στη συλλογική μας συνείδηση. Το πόρισμα Πολυβίου και η κατ’ ευφημισμόν πολιτική συζήτηση που ακολούθησε απέτυχαν όχι μόνο να δώσουν ξεκάθαρα το μέτρο της ευθύνης, αλλά απέδειξαν ότι ακόμα και μια καταστροφή αυτού του μεγέθους δεν στάθηκε ικανή για να μας αλλάξει μυαλά. Αντίθετα, χαράξαμε ο καθένας τα σκληρά σύνορα της προσωπικής του αλήθειας και πολεμήσαμε άγρια όποιον δεν τα αναγνώρισε. Μέσα σε 7 χρόνια, δύο δυσάρεστες εμπειρίες, το δημοψήφισμα και το Μαρί, δοκίμασαν τις αντοχές και το αληθινό βάθος του νοητικού και συναισθηματικού μας πεδίου. Δεν βγήκαμε καλύτεροι ή πιο δυνατοί, ούτε και διαφορετικοί. Μια καταραμένη μοίρα φαίνεται να είναι δεμένη στα ποδάρια μας σαν τεράστια σιδερόμπαλα.



Όμως πέρα αυτά, ο τόπος μας, η κοινωνία μας, οι άνθρωποί μας δεν κατάφεραν να παραγάγουν κάτι, να αποδείξουν ότι το περιβάλλον που προσφέρουν συνέτεινε στην ανάδειξη των καλύτερων ή στην επίτευξη μιας δημιουργίας. Επιβλήθηκε, αντιθέτως, ένα αρχοντοχωριάτικο βαυκάλισμα για το τι θα γίνει στην περίπτωση που τα αποθέματα του ορυκτού θαλάσσιου πλούτου είναι σημαντικά. Αυτή είναι η γλώσσα προγραμματισμού στον εγκέφαλο του μέσου ηλίθιου συμπολίτη μας: η ανταποδοτική ωφέλεια που μετριέται μόνο σε μετρητά. Στο πιο καθημερινό επίπεδο, η νοοτροπία αυτή συμπυκνώνεται στην ερώτηση «Είσαι ευχαριστημένος;» που αν απαντηθεί κατά τρόπο που δεν ικανοποιεί τον ερωτώντα, διατυπώνεται ευθέως: «Δηλαδή, πόσα πιάνεις;».



Να μην ξεχάσω να αναφερθώ και στο έλλειμμα ηγεσίας, το οποίο δεν αφορά μόνο τους πολιτικούς αρχηγούς, τους πολιτειακούς αξιωματούχους και τα κονκλάβιά τους. Το πρόβλημα εκτείνεται σε όλους εκείνους που εκπροσωπούν τις πάσης φύσεως συλλογικότητες: συντεχνίες, επαγγελματικές ομάδες, αθλητικά σωματεία και πάει λέγοντας. Κάνοντας ένα βήμα πίσω, δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει κανείς ότι ο υπέρτιτλος πάνω από το έργο που ονομάζεται Κυπριακή Δημοκρατία είναι «η συνωμοσία των μετριοτήτων». Αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι η υποψία ότι όλοι αυτοί δεν είναι παρά το καθρέφτισμα όσων τους διάλεξαν.



Και τέλος-τέλος, αξίζει να υπενθυμίσουμε και τη σταδιακή επανάκαμψη της θρησκοληψίας και την εντεινόμενη παρεμβατικότητα της Εκκλησίας στην πολιτική ζωή του τόπου. Την ώρα που στην Ελλάδα ξεσκεπάζονται απάτες με κυπριακή πατέντα, οι εκπρόσωποι της κυπριακής Εκκλησίας νοσταλγούν την προ Διαφωτισμού περίοδο. Λίγο καιρό πριν θα μου φαινόταν αδιανόητο ότι θα συνέβαινε, αλλά πλέον με ξαφνιάζει η μεσαιωνική ριζοσπαστικοποίηση ενός κομματιού της κοινωνίας μας.



Με τις πολιτικές αψιμαχίες, την ανεύρεση της αλήθειας στη θρησκεία, το κάφρικο οπαδιλίκι του Σαββατοκύριακου και τη μονοπώληση των τηλεοπτικών μας δεκτών από έναν άπατο οχετό, αποκρύπτεται μια απλή διαπίστωση: ήμασταν και φέτος λίγοι...