31 Μαρτίου 2013

(Ολική) χρεοκοπία

-->


Μπορεί από τη σάπια φύτρα να βγει νέος ανθός; Μπορεί η βίαιη αλλαγή που ζήσαμε και που θα συνεχιστεί να μας φέρει κάτι καλύτερο; Θα μάθουμε από τα λάθη, θα αλλάξουμε ως κοινωνία, θα απαιτήσουμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο; Κατά έναν τρόπο, οι κακοδαιμονίες, οι αστοχίες, οι μικρομεγαλισμοί που εξέθρεψαν για χρόνια το υπερτροφικό εγώ μας, που διόγκωναν την εικόνα στον καθρέφτη και δυνάμωναν τεχνητά τα ντεσιμπέλ της φωνής μας, καταρρέουν εμφατικά πάνω στα κεφάλια μας. Η νέα εποχή μάς βρίσκει χρεοκοπημένους και σε αναζήτηση δανειστών, γονατισμένους οικονομικά και αποσβολωμένους πολιτικά.
Πριν τρία Σάββατα, η προεδρική δημοκρατία, όπως αυτή προβλέπεται τυπικά στο Σύνταγμά μας και όπως εφαρμόζεται πρακτικά στην Κύπρο, έφτασε στα όριά της. Το μοντέλο του παντοδύναμου Προέδρου, ανεξαρτήτως του ποιος είναι ο φορέας του αξιώματος, που αποφασίζει για όλα, που κατευθύνει τα πάντα και είναι ουσιαστικά ανέλεγκτος, έδειξε ότι δεν είναι βιώσιμο. Η, δυναστικών δυνατοτήτων, προεδρική δημοκρατία μας δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της κοινωνίας μας, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις πολλαπλές ανάγκες των καιρών, δεν προφταίνει τους ρυθμούς της εποχής μας.

Μαζί με το τέλος της προεδρικής δημοκρατίας, ας κηρύξουμε και το τέλος του κοινοβουλευτικού βίου, όπως τον γνωρίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες. Ανεξαρτήτως από την «αποχή» ή το «όχι» του καθενός στη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι κρίσιμες μέρες μάς ανάγκασαν να συντονίσουμε τους δέκτες των τηλεοράσεών μας με την απευθείας μετάδοση της συνεδρίασης της Ολομέλειας και να δούμε σε πλήρη ανάπτυξη τον ανθό του πολιτικού προσωπικού αυτής της χώρας. Άλλοι με εμφανείς αδυναμίες ορθής έκφρασης σε απλά ελληνικά, άλλοι με κτυπητές λαϊκιστικές κορώνες, άλλοι με αδυναμία άρθρωσης πολιτικού λόγου, οι βουλευτές μας, ή η πλειοψηφία τους, μας θύμισαν ότι ένα ανεπαρκές κοινοβούλιο, που περνά νόμους χωρίς να τους διαβάσει, που αφήνει τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία στα χέρια των κομματικών μηχανών, που έχει απεμπολήσει τη γνήσια αποστολή ελέγχου των άλλων εξουσιών, είναι ένα κοινοβούλιο που αποτελεί μέρος της συστημικής κρίσης.

Το νέο trend των ημερών είναι το κύμα ποινικοποίησης και αναζήτησης ευθυνών. Όσο κι αν ο τόπος έχει ανάγκη την κάθαρση, μια έρευνα όπου όλοι θα φωνασκούν κι όπου όλοι θα βλέπουν κρυφές ατζέντες, θα οδηγήσει μοιραία σε λογικές Κολοσσαίου, όπου το κοινό θα ικανοποιείται με αίμα, δημόσια διαπόμπευση και ισοπέδωση. Αν η τάση έχει ως αποτέλεσμα την προέκταση της ποινικοποίησης στην πολιτική ζωή, τότε ίσως να μπαίνουμε σε επικίνδυνα μονοπάτια και να έχουμε μπροστά μας δυσδιάκριτες γραμμές κατηγοριοποίησης. Πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι το δίκαιο αίτημα της κάθαρσης δεν θα γίνει όχημα για επίλυση άλλου είδους διαφορών και πρόκλησης πολιτικής ζημιάς; Με ανησυχεί ότι η έλλειψη κουλτούρας διαφάνειας και λογοδοσίας για δεκαετίες θα λειτουργήσει κατά τρόπο που θα οξύνει πτυχές της παρούσας διαδικασίας διερεύνησης.

Και τέλος, η κρίση ήταν και μια μικρή προσωπική χρεοκοπία όλων όσων στήριξαν με ψήφο, χειροκροτήματα και χρήμα ένα πολιτικό σύστημα αβελτηρίας, νεποτισμού, διαφθοράς και συλλογικής ομερτά. Κι αυτό με τον μόνο τρόπο που ίσως να νιώθουν πιο σκληρά κάποιοι, με το αόρατο χέρι να μπαίνει στην τσέπη σου και να κλέβει τα χρήματά σου. Ένα από τα πολλά μαθήματα που έμαθα αυτές τις μέρες είναι να εκτιμώ την αξία της ψήφου μου. Και η υπόσχεση προς τον εαυτό μου είναι να μην ξεχάσω κανέναν από τους 100-200 ανθρώπους που βρέθηκαν στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία του τόπου τα τελευταία χρόνια.

24 Μαρτίου 2013

Αντίο παλιέ κόσμε

-->


Αλλιώς τα είχα φανταστεί τα πρώτα -άντα μου. Κάπως αλλιώς ανέμενα πως θα με προϋπαντούσε η ζωή. Ένιωθα έτοιμος, οπλισμένος, δυνατός. Είχα ένα σωρό βεβαιότητες και δεδομένα, πίστευα στις καλές ιδέες, στον ορθολογισμό, στο ότι ο κόσμος και τα μέτρα του μπορούν να αλλάξουν. Θα αλλάζαμε τον κόσμο! Έκανα λάθος. Τα δεδομένα μου ήταν χτισμένα σε σαθρά θεμέλια. Σε μια φενάκη είχαν βασιστεί όλοι μου οι υπολογισμοί. Αυτές τις μέρες ακούς τους χτύπους ενός ρολογιού να χτυπούν πάνω από τη Λευκωσία. Κατήφεια, μαύρες σκέψεις, αδιέξοδα. Είναι η ώρα που συνειδητοποιούμε τη φτώχεια μας, την έλλειψη σχεδίου. Η ώρα που όλα εδώ πληρώνονται. Ο κόσμος μας, όπως τον ξέραμε, γκρεμίζεται. Τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο. Δεν με πειράζει. Εν μέρει, δεν με πειράζει. Ήταν ένας κόσμος γεμάτος σαπιοκοιλιές και προνομιούχους, κοπρίτες και αργόσχολους, socialite και νάρκισσους, πατεράδες που μεγάλωναν τα παιδιά τους για να γίνουν δάσκαλοι και να βρουν μια θέση στο δημόσιο. Τώρα, όλος αυτός ο συρφετός μπορεί να πάει να γαμηθεί. Το πρόβλημα είναι ότι θα πάμε κι εμείς στο διάολο μαζί του. Δεν ήμασταν φτιαγμένοι για όλο αυτό – κανείς μας δεν ήταν. Τώρα πρέπει να βάλουμε το κεφάλι κάτω και να δουλέψουμε για να ξαναφτάσουμε τη ζωή μας πιο ψηλά. Αυτή είναι η τραγικότητα της γενιάς μου: είναι η πρώτη γενιά μετά το 1880 που δεν θα καταφέρει να βελτιώσει το βιοτικό της επίπεδο σε σχέση με την προηγούμενη γενιά. Το στοίχημα είναι πια να μπορέσει να πετύχει την ολική επαναφορά στις επόμενες δεκαετίες. Δεν είναι κακό, αφού θα απομυθοποιήσουμε, ελπίζω, τις ανοησίες που μας γέμισαν για χρόνια το μυαλό, το θεαθήναι, το φαίνεσθαι, το εύκολο χρήμα. Οι στρατιές λογιστών, δικηγόρων, τραπεζιτών, τι ειρωνεία, όλοι αυτοί είναι η δική μου παρέα, είμαι εγώ ο ίδιος, που ανατραφήκαμε για να γίνουμε γραφιάδες πολυτελείας, ακριβοπληρωμένοι κονδυλοφόροι που στέλνουν επιστολές ο ένας προς τον άλλο, ξεκινώντας με το «αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα και σε απάντηση της επιστολής σας με αριθμό φακέλου», για να παράγουμε κέρδος στα χαρτιά και πιστωτικά υπόλοιπα, οι στρατιές, λέω, που βλέπουμε με δέος τον γκρεμό να χάσκει απέναντί μας. Είμαι βέβαιος, έχουμε τη φάτσα ηλιθίου, που ακόμα δεν κατάλαβε τι τον βρήκε, πώς και γιατί κατέληξε φάτσα-κάρτα με την άβυσσο. Μια ολόκληρη γενιά γεννήθηκε και μεγάλωσε στην ευκολία, γαλουχήθηκε στην ήσσονα προσπάθεια, ψήφισε μαζί με την προηγούμενη γενιά τους φελλούς που επιπλέουν στον αφρό της σαπίλας και τώρα αναρωτιέται τι θα γίνει. Η πραγματικότητα τράκαρε με βία στο αμέριμνο όχημά μας και ο καθένας μας είναι μέσα στην παραζάλη αυτού του κοκτέιλ θυμού, λύπης, απόγνωσης και ανημποριάς. Τα ωραία λόγια τελείωσαν, ο μεταπρατισμός και οι άυλες αξίες που διακινήσαμε για χρόνια ξεφούσκωσαν, σαν παρωδία. Φύγαμε μια Παρασκευή μεσημέρι για τριήμερο και ξυπνήσαμε σε έναν εφιάλτη – χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά, χωρίς προοπτική, με μια Κύπρο που συνειδητοποιεί το πραγματικό της μέγεθος μέσα από τον πιο τραγικό τρόπο: τις απειλές των δυνατοτέρων, την καταφρόνηση των πλουσιοτέρων. Κάποιοι το βλέπουν όλο αυτό ως καθαρτήριο, μια δοκιμασία που θα πρέπει να περάσουμε για να ταπεινωθούμε και να ξαναβγούμε αγνοί προς τη ζωή. Η παραφιλολογία της λύτρωσης και του μαρτυρίου όμως δεν με πείθει, ούτε ενθουσιάζομαι με εσχατολογικές ερμηνείες και την προοπτική εξεύρεσης νέου κηδεμόνα. Ένα κομμάτι της κακοδαιμονίας ανήκει αποκλειστικά σε εμάς, για την ολιγωρία, την ατολμία, την εμπέδωση για δεκαετίες μιας νοοτροπίας που έσκαψε τον ίδιο τον λάκκο μας. Ο μικρός μας ιδιόκτητος παράδεισος έχει λεηλατηθεί και σε μια νύκτα μέσα συνηθίσαμε να διαβάζουμε για τις οικονομικές μας ελπίδες στο Bloomberg, το Forbes και τον Economist. Δεν κλαίω τον κόσμο που χάθηκε, λυπάμαι μόνο γιατί τώρα που ήρθε η σειρά μας, η γενιά μου παραλαμβάνει τον λογαριασμό για τα σπασμένα δεκαετιών. Αν είναι να υπάρξει ελπίδα, ας είναι για να φτιάξουμε κάτι διαφορετικό, αληθινό κι ανθρώπινο αυτή τη φορά.

17 Μαρτίου 2013

Χριστιανική Τζαμαχιρία της Κύπρου




Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον τις ανακοινώσεις της Ιεράς Συνόδου που, ω του θαύματος, ξαναβρήκε τη φωνή της ύστερα από καιρό σε θέματα τα οποία, κατά τη δική της πάντα εκτίμηση, είναι κάπως πιο κοντά στην αποστολή της, σε σχέση με τις εξόφθαλμα εμπορικοοικονομικές και υλιστικές της δραστηριότητες. Η Δεξιά του Κυρίου επανήλθε, λοιπόν, και αποφάσισε να καθοδηγήσει το ποίμνιό της. Να δώσει πολιτική γραμμή στη νέα κυβέρνηση και στην κοινωνία: ομοφυλοφιλία, ελεύθερη συμβίωση, καύση νεκρών, βιβλία και διδασκαλία θρησκευτικών, χριστιανική και ελληνική παιδεία, ακκισμοί, ναζάκια και μουτράκια με τον νέο υπουργό Παιδείας. Από κοντά και η επαναφορά στην τάξη του κ. Α. Πιτσιλλίδη με δημόσια ανακοίνωση, του οποίου οι απόψεις φέρονται να ενόχλησαν και να σκανδάλισαν το χριστεπώνυμο πλήρωμα και να σπάζουν το μονοπώλιο της εξ αποκαλύψεως αλήθειας από τους ιεράρχες.
Από όλο αυτό το σκηνικό, εμένα με προβληματίζουν πολλά και τα καταθέτω ταπεινά στη δική μας αγορά: πρώτον, η Εκκλησία διεκδικεί ξανά με δυναμικούς και ηγεμονικούς όρους, σε πρόσφορο πια πολιτικό πεδίο, να έχει λόγο, και ενδεχομένως βαρύνοντα ή τελικό, στη ρύθμιση ζητημάτων που ανήκουν στον αποκλειστικό τομέα ευθύνης ενός κράτους (που θέλει να θεωρείται κοσμικό και σύγχρονο). Ποιος κυβερνά, τελικά, αυτόν τον τόπο;
Δεύτερο, επανέρχεται μια σκοταδιστική και μισαλλόδοξη ρητορική εναντίον της ομοφυλοφιλίας που λειτουργεί συμπληρωματικά στις ομόδοξες απόψεις άλλων πολιτικών και κοινωνικών φορέων. Μήπως να περιμένουμε την επέκτασή της και σε άλλου είδους διαφορετικότητες στο εγγύς μέλλον;
Τρίτο, η Εκκλησία αναλαμβάνει de facto χρέη τοποτηρητή στο υπουργείο Παιδείας και ετοιμάζει τη μεγάλη επιστροφή στα σχολεία. Η πολιτική και η θρησκεία ξαναμπλέκονται κι ο θεός μαζί μας, όπως είχε πει επανειλημμένα και ο κ. Λιλλήκας στη διάρκεια της προεκλογικής. Βέβαιη απώλεια θα πρέπει να θεωρείται η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που είχε επιχειρηθεί τα τελευταία χρόνια.
Τέταρτο, ένας συμπολίτης μας εγκαλείται δημόσια για τις θεολογικές τοποθετήσεις του και καλείται «να τα λέει σωστά», καθάρια και προπαντός δογματικά. Υπονοείται στην ανακοίνωση της Ανιεράς Συνόδου, βεβαίως, ότι αν δεν συμμορφωθεί, θα πρέπει να βγάλει τον σκασμό και ότι οι τηλεθεατές/ακροατές θα πρέπει να αποφεύγουν τις απόψεις του. Αν και ο δημόσιος θεολογικός λόγος του κ. Πιτσιλλίδη μου είναι αδιάφορος και ο πολιτικός του ανυπόφορος, η επιλογή να τον βάλουν στο επίκεντρο της επικαιρότητας, με την πρόθεση να τον απαξιώσουν στα μάτια των πιστών, ήταν αισχρή. Έστω, με τα δικά μου ηθικά κριτήρια...
Πέμπτο, το ανησυχητικό είναι ότι όλοι οι προαναφερθέντες έχουν πιστό και πολυπληθές (τηλεοπτικό) κοινό. Σημάδι κι αυτό των καιρών μας. Και τέλος, το πιο ανησυχητικό είναι ότι όλα αυτά φαίνονται περίπου φυσιολογικά στα μάτια της πλειοψηφίας.
Αναρωτιέμαι αν σε πέντε μέρες νέας διακυβέρνησης η Ιερά Σύνοδος προχώρησε σε αυτές τις ενέργειες, τι να αναμένουμε σε πέντε χρόνια; Την έκδοση φετβάδων, υποχρεωτικά κομποσκοίνια για όλους και τη μεγαλειώδη επιστροφή μιας new-wave Ορθοδοξίας; Και πριν καλά-καλά κατακαθίσει ο κουρνιαχτός, ήρθε και μια δήλωση για το ενδεχόμενο επιστροφής στη λίρα με σκοπό να αποφευχθούν οι σκληροί όροι της τρόικας. Επιστροφή στον Μεσαίωνα για τα κοινωνικά ζητήματα, επιστροφή στη λίρα για να συμπαρασύρουμε και τους υπόλοιπους μαζί μας. Η Εκκλησία αποδρά από την πραγματικότητα για άλλη μία φορά...


10 Μαρτίου 2013

Εικονικές πραγματικότητες



Ζήσαμε τα πενήντα και πλέον χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσα από μια αλληλοδιαδοχή εικονικών πραγματικοτήτων και συλλογικών φαντασιώσεων. Κάθε φορά που οι τελευταίες ανατρέπονταν βίαια και συντριπτικά, νέες εικονικές πραγματικότητες αναδύονταν για να στηθούν πάνω τους καινούργιες φαντασιώσεις. Ας συλλογιστούμε το πέρασμα από την ένωση στην ανεξαρτησία, από την ανεξαρτησία στη μονοπώληση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την ελληνοκυπριακή κοινότητα, από την ασφυκτική πίεση στους Τουρκοκύπριους μέχρι το 1974 στην αποδοχή της διζωνικής ομοσπονδίας, από τις ατέρμονες συνομιλίες που κοίμισαν για δεκαετίες το πρόβλημα μόνο και μόνο για να ξυπνήσουμε απότομα το 2004, από τις ελπίδες για δίκαιη λύση στο φλερτ με την ιδέα μιας χαλαρής ομοσπονδίας.
Κοινό γνώρισμα των χρονικών περιόδων που αντικατοπτρίζονται στην πιο πάνω περιγραφή είναι η συθέμελη κατάρρευση του κυρίαρχου πολιτικού στόχου και της ρητορικής που τον συνόδευε. Κι επίσης, η οικοδόμηση μιας νέας ιδέας προς επίτευξη την οποία όλοι όφειλαν να υπηρετούν κατά τρόπο αποκλειστικό και με θρησκευτική αφοσίωση. Με αυτόν τον τρόπο εμπεδώθηκε και ο ξύλινος λόγος στον οποίο θεμελιώνεται η δημόσια συζήτηση για το Κυπριακό. Θυμηθείτε τη «δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση», τη «δίκαιη λύση», τα «απαράγραπτα δικαιώματα», την «επιστροφή όλων των προσφύγων στις πατρογονικές τους εστίες». Ο κατάλογος μπορεί να γίνει ακόμα πιο μακρύς.
Ένα τρίτο κοινό χαρακτηριστικό των περιόδων αυτών είναι η απόλυτη έλλειψη αυτογνωσίας και αυτοεξέτασης, με τη συνέχιση στην ίδια πορεία χωρίς προβληματισμό για το τι πήγε στραβά στο παρελθόν και ταυτόχρονα αποφεύγοντας μια βασική παραδοχή: ότι η πραγματικότητα συνέτριψε τις ιδεοληψίες, τους στόχους, τις επιθυμίες, τις βασικές παραδοχές μας. Η Κύπρος είναι ίσως το μεγαλύτερο πραγματικό παράδειγμα μιας πολιτικής κοινότητας που βιώνει σταθερά το φαινόμενο της «γνωστικής δυσαρμονίας» (cognitive dissonance): όταν η πραγματικότητα ματαιώνει τις αρχικές σου επιθυμίες, τότε αλλάζεις τις επιθυμίες σου για να προσαρμοστείς στη νέα πραγματικότητα. Μέχρι την επόμενη διάψευση από την ίδια την πραγματικότητα.
Μέσα από το πλέγμα αυτής της προσέγγισης θα μπορούσαν να ερμηνευθούν και άλλα προβλήματα, κακοδαιμονίες και κραυγαλέες αντιφάσεις της ίδιας της κοινωνίας μας, με πιο τρανταχτό παράδειγμα την τραγική εξέλιξη της υπόθεσης στο Μαρί. Την επομένη του συμβάντος άρχισαν να εξαπλώνονται με ραγδαίους ρυθμούς δύο κύρια και αλληλοαντικρουόμενα ρεύματα ερμηνείας. Το ένα που υποστήριζε ότι το συμβάν οφειλόταν στην ομηρία της κυβέρνησης στις ιδεοληψίες και τις αγκυλώσεις της που την καθιστούσαν ανίκανη να διαχειριστεί το θέμα. Το άλλο ότι η τελική κατάληξη του προβλήματος οφειλόταν στις δυσλειτουργίες και τα ενδημικά προβλήματα της κρατικής μηχανής και του βαθέος κυπριακού κράτους.
Η προσέγγιση ήταν δηλαδή η εξής: η αντίληψη για την πολιτική αφετηρία και ρίζα (αριστερή κυβέρνηση, δεξιός κρατικός μηχανισμός) εξηγούσε το αποτέλεσμα (χειρισμός, παραλείψεις και τελικώς έκρηξη). Με άλλα λόγια οι προσωπικές πεποιθήσεις του καθενός χρησιμοποιούνταν για την ανάλυση των αιτιών και του αποτελέσματος, δηλαδή της συντριπτικής πραγματικότητας του θανάτου συμπολιτών μας και του οικονομικού πλήγματος που βίωσε η χώρα. Οι απόπειρες που έγιναν για να βρεθούν και να διορθωθούν τα λάθη ήταν βραχύβιες και χωρίς ουσιαστική θέση στον δημόσιο διάλογο. Υποθέτω στο επόμενο Μαρί κανείς δεν θα αναρωτηθεί τι πραγματικά πήγε στραβά…

3 Μαρτίου 2013

Ο μεγάλος χαμένος των εκλογών

-->


Είχα ξεπεράσει το, ευτυχώς σύντομο σε διάρκεια, σοκ των αποτελεσμάτων της πρώτης Κυριακής: για περίπου 15 λεπτά το ντέρμπι για το ποιος θα περάσει στον δεύτερο γύρο ήταν ανοικτό και η προοπτική να μην βρίσκεται σε αυτόν ο Στ. Μαλάς μου έφερνε ναυτία. Όταν η διαφορά μεγάλωσε και έγινε μη αναστρέψιμη, ξεφύσηξα ανακουφισμένος και άρχισα να αναρωτιέμαι για τους νικητές και τους χαμένους των εκλογών.

Στα εύκολα και αυτονόητα, ήμουν σβέλτος: χαμένος ήταν ο Ν. Αναστασιάδης γιατί δεν κατόρθωσε να προβάλει το, ιστορικό για πρώτο γύρο, 45% ως κατόρθωμα και αφέθηκε να υπερασπίζεται τις εντυπώσεις που καλλιεργήθηκαν από τα αποτελέσματα των εξαπατημένων exit-pollάδων. Η προσμονή των εκλογών για την επάνοδο στην εξουσία φαίνεται να δημιούργησε αφόρητη ανυπομονησία. Χαμένος ήταν κι ο Στ. Μαλάς, αφού τράβηξε κουπί σε μια υπόθεση που για ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας ήταν χαμένη από χέρι και συνεπαγόταν την ανάληψη ενός μεγάλου προσωπικού και πολιτικού κόστους, δυσανάλογου για την ευθύνη του και άδικου ως προς τη φύση του. Από κοντά, χαμένος κι ο Γ. Λιλλήκας, αφού βρέθηκε εκτός δεύτερου γύρου και δεν είχε πια τη δυνατότητα να τεστάρει το επιχείρημα ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε να κοντράρει στα ίσα τον Ν. Αναστασιάδη.

Ταυτόχρονα, υπήρχε και μια δόση νίκης για όλους – όλοι είχαν ένα θετικό μέρος για να αναδείξουν. Ο Αναστασιάδης μπορούσε να παρουσιάζεται ως βέβαιος σχεδόν νικητής, έτοιμος από καιρό για την Προεδρία. Με ένα +5%, το κλειδί του Προεδρικού θα ήταν στο τσεπάκι του. Ο Μαλάς κατάφερε να γίνει o party pooper στην αλαζονική γιορτή της κεντροδεξιάς και να κάνει κρυφά όνειρα ότι η εκλογική ιστορία μπορεί να παιχτεί και ως φάρσα, με τον Αναστασιάδη στον ρόλο του Βασιλείου, και τον εαυτό του στον ρόλο του Κληρίδη. Κι ο Λιλλήκας μπορεί πια να αποπειραθεί τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού, με λίγο ΔΗΚΟ, λίγη ΕΔΕΚ και τη Βαρβάρα του.

Οι μέρες που μεσολάβησαν από την πρώτη Κυριακή έσβησαν από το προσκήνιο τις πτυχές της ήττας για τον κάθε ένα υποψήφιο και ανέδειξαν ή επιβεβαίωσαν τις μικρές τους νίκες. Η εκλογή του Αναστασιάδη στην Προεδρία της Δημοκρατίας φέρνει μαζί της την αφόρητη έπαρση του κομματικού συρφετού που συνοδεύει αναπόφευκτα τέτοιες αλλαγές, ο Μαλάς έχει εγγράψει υποθήκες για το πολιτικό του μέλλον στο ΑΚΕΛ, το ΑΚΕΛ μπορεί να συνεχίσει τον business as usual πολιτικό προγραμματισμό του και ο Λιλλήκας θα είναι για αρκετά ακόμα χρόνια μαζί μας σε ρόλο ρυθμιστή.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο μεγάλος χαμένος των εκλογών ήμασταν μάλλον εμείς που βρεθήκαμε να αναλογιζόμαστε αν πρέπει να ψηφίσουμε στρατηγικά και όχι με πρόθεση θετικής επιλογής, που κουβαλήσαμε μέχρι την τελευταία στιγμή τις αμφιβολίες για το αν τα βαρίδια του καθενός θα ήταν αρκετά για να βουλιάξουν τη χώρα ή αν θα έπρεπε να εστιάσουμε στη φωτεινή πλευρά των υποψηφίων κι αν τελικά αξίζει να ενδίδεις στους όρους του παιχνιδιού που θέτουν τα διλήμματα εκλογών με αυτά τα χαρακτηριστικά.
Οι εκλογές τελείωσαν. Τις ώρες που σύρονται αυτές οι γραμμές, ο εγκέφαλός μου έχει γίνει σουρωτήρι από τις δημοσιογραφικές πληροφορίες για τις υπουργοποιήσεις και τους πολιτικούς που θα ωφεληθούν από την καραμπόλα στη Βουλή. Όσο τα βλέπω και τα ξαναμετρώ, θυμώνω, απογοητεύομαι, μπουκώνω, παραιτούμαι. Απ’ την άλλη όμως, σκέφτομαι ότι δεν θα έπρεπε να εκπλήττομαι ή να τρομάζω βλέποντας τις εξελίξεις των ημερών. Πόσο χειρότερα μπορούν να πάνε τα πράγματα; Τώρα που το ξανασκέφτομαι: δεν φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα. Γεννήθηκα επί Σπύρου Κυπριανού. 






Kudos N.S.

24 Φεβρουαρίου 2013

Πέντε χρόνια μετά


Να ’μαστε πάλι εδώ, σαν να μην πέρασε μια μέρα από το 2008. Τότε που ήμασταν ξανά μέσα στη μεγάλη αρένα του Κολοσσαίου. Δεσμώτες και φανατικοί οπαδοί, αδιάφοροι και κομματικά στίφη, θεατές και αδιάφοροι περαστικοί. Ήταν και είναι ακόμα όλοι εκεί: τα εθνικόφρονα σωματεία και οι λαϊκές οργανώσεις, οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ και οι αντιστασιακοί, οι πνευματικοί τους επίγονοι και οι πάσης φύσεως μεταλλάξεις. Παρέα με το ΔΗΚΟ, τον μπουμπουνοκέφαλο πατριωτισμό της ΕΔΕΚ, τους υπερφίαλους Ευρωκόκους και τον τρισμέγιστο Μακαριότατο Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου να δίνει το χρίσμα στον εκλεκτό. Α, να μην ξεχάσω και τον ηλεκτρονικό αναλφαβητισμό των απερχόμενων!
Και τώρα είμαστε όλοι πάλι εδώ: αριστεροί της πλάκας, ανεξάρτητοι υποψήφιοι, διψασμένοι για εξουσία δεξιοί, όψιμοι υποστηρικτές της νέας κατάστασης πραγμάτων, υποψήφιοι των πολιτών που ετοιμάζονται να κάνουν κόμμα. Με τους καταλόγους προγραφών, τη λίστα αιτημάτων, τις παλιές επιταγές που έχει έρθει η ώρα της εξαργύρωσής τους. Είναι και οι άλλοι. Αυτοί που βρήκαν τη φωνή τους ύστερα από χρόνια, που ξεμύτισαν από το λαγούμι τους μετά από 10 ολόκληρα χρόνια: κλακαδόροι των ύπουλων μεθόδων όσων εξουσίασαν από το 2003 μέχρι το 2008, σε χειμέρια νάρκη από το 2008 μέχρι σήμερα. Και τώρα, έτοιμοι, με τα συμπαθητικά αυτοκολλητάκια τους στο πέτο, διαπρύσιοι σημαιοφόροι που δίνουν διαπιστευτήρια νομιμοφροσύνης και ενώνουν δυνάμεις. Σας οικτίρω.
Πέντε χρόνια μετά τις τελευταίες εκλογές, η ανάδειξη της διαίρεσης σε αριστερούς και δεξιούς γίνεται με τον ίδιο βλακώδη τρόπο και τη χρήση ξανά και ξανά του ίδιου παραεμπορίου του φόβου. Οδηγούμαστε ξανά σε μια εκλογική διαδικασία ωσάν να πηγαίνουμε σε ποδοσφαιρικό ντέρμπι των αιωνίων αντιπάλων. Όλο αυτό το τσίρκο ονομάζεται πολιτικό σύστημα, όλη αυτή η παράσταση καλείται δημόσιος λόγος και κάποιοι από εμάς εγκαλούμαστε για τη χλιαρότητά μας, τη μη ξεκάθαρη τοποθέτησή μας, τους δισταγμούς και την κριτική. Όσοι διαλέγουμε να κάνουμε ένα βήμα έξω από τον κύκλο, είμαστε διπλά παγιδευμένοι: οι μεν μας κατατάσσουν στους δε και οι δε μας θεωρούν κρυφούς υποστηρικτές των άλλων: «ε, εντάξει, εσύ είσαι και λίγο αριστερός, εδώ που τα λέμε» ή «καλά, εσύ έχεις γνωστούς εκεί μέσα». Ο σκύλος ανάμεσα στις δύο μάντρες πεθαίνει νηστικός, λέει μια παλιά παροιμία.
Η αλήθεια είναι ότι η γενιά μου, το πιο φωτεινό, δυναμικό και ικανό κομμάτι της τουλάχιστον, θάβεται ξανά κάτω από τον όγκο του κομματικού σκουπιδαριού και δεν έχει θέση στην επετηρίδα των μελών και στελεχών. Άλλοι διαλέγουν το μη χείρον βέλτιστον. Γίνονται έτσι συνοδοιπόροι και άλλοθι στις πομπώδεις διακηρύξεις. Άλλοι αποσύρονται σε μια σιωπηρή ιδιωτεία. Άλλοι ψάχνουν τη φυγή στα λεφτά, τις ταβέρνες και τις γκόμενες.
Ξεκίνησα λέγοντας ότι όλο αυτό το σκηνικό με κάνει να νιώθω σαν να μην πέρασε μια μέρα από το 2008. Ίσως να κάνω λάθος: πέντε χρόνια μετά, είμαι κιόλας 33 χρονών, με αρχές γκριζαρίσματος στους κροτάφους, όχι πια θυμωμένος, αλλά απογοητευμένος, όχι πια με διάθεση σύγκρουσης, αλλά αποφυγής των μαχών με βλάκες, χωρίς πολλές αντοχές μα ούτε και προσδοκίες, με ελάχιστες βεβαιότητες και με την αγωνία αν κάπου εδώ θα ανάψει το game over για μας…

23 Φεβρουαρίου 2013

Άρχισαν να μεγαλώνουν οι μέρες, το σκοτάδι του απογεύματος υποχωρεί. Χθές, μυρωδιές από τα παιδικά μου χρόνια με ξαναβρήκαν στην αυλή του πατρικού μου, χώμα, κομμένα χόρτα, η βροχή που πλησίαζε. Σήμερα σηκώθηκα νωρίς, πήγα στο μπαρμπέρικο μου, έστησα αυτί στις κουβέντες των γέρων, ένα παλιό στερεοφωνικό έπαιζε Καζαντζίδη, διάβασα Φιλελεύθερο (κάθε κουρείο έχει Φιλελεύθερο) και τα αθλητικά του Πολίτη, είπα στον κουρέα να με ξυρίσει και να μου βάλει λίγο από το περίεργο λουλακί μπουκαλάκι με το τονωτικό μαλλιών, μιας που η αραίωση επιταχύνει τους ρυθμούς της. Με έλουσε, με σκούπισε, ένιωσα σαν μωρό που έχει αφεθεί στη φροντίδα του πατέρα του, στο τέλος λίγη πούδρα στο σβέρκο. Έξω, λένε, ετοιμάζονται για τις πιο κρίσιμες εκλογές από το 1960. Πλήρωσα κι έφυγα. Πήγα για καφέ στα Καλά Καθούμενα, με μια στάση για ελιόπιτα στο Hurricane, κουβέντιασα για τις εικονικές πργματικότητες των Κυπρίων με τον Σύμη, ύστερα ήρθε μια φίλη. Μιλήσαμε για ταξίδια, μέχρι που μας έπιασε η ψιχάλα κι εκεινη την ώρα συνειδητοποίησα ότι το πουκάμισο μου είχε ακόμα τη ζεστασιά από τον ανοιξιάτικο ήλιο που μας είχε ζαβλακώσει για κανένα τέταρτο. Αν είχε συνεχίσει έτσι θα ήταν ιδανικός καιρός για να πιούμε κανένα ούζο. Στις τουαλέτες έπιασα μια κουβέντα με μια συμμαθήτρια της αδελφής μου, είναι μόνο 23 χρονών και κουβαλά την αγωνία των επιλογών και το βάρος της επιτυχίας στις σπουδές. Έπιασα τον εαυτό μου να προσπαθεί να συμβουλέψει, πάλεψα να αποφυγω το πατρωνάρισμα, μήτε ήθελα να καθοδηγήσω, ούτε να δείξω ότι ήξερα κάτι αυτονόητο κι απλό. Δύσκολο να μιλάς υπεύθυνα, απορώ πως τα κατάφερναν οι γονείς μας...Έφυγα, έφαγα με τον πατέρα μου και γύρισα στο διαμέρισμα μου, με ενδιάμεση στάση στο σουπερμαρκετ, όπου πλήρωσα ένα σκασμό λεφτά για ελάχιστα πράγματα. Έξω έβρεχε για τα καλά, αλλά η βροχή ήταν ασαφής, είναι κι αυτή η μαλακισμένη σκόνη στην ατμόσφαιρα, ήταν σαν να μας ψιλοέφτυνε ο θεός. Έγινα λίγο μούσκεμα καθώς προσπαθούσα να βάλω τα ψώνια στο αυτοκίνητο, κι εκείνη την ώρα μου ήρθε μια απροσδιόριστης πηγής εικόνα από μια ταινία, ο πρωταγωνιστής που είναι σε μια αντίστοιχη στιγμή, η αγωνία της καταιγίδας, και αυτό με έκανε άξαφνα να ηρεμήσω, να σταματήσω τις βιαστικές κινήσεις, γύρισα μέσα στο χαλασμό για να βάλω το καριτσάκι στη θέση του, μετά πάλι στο αυτοκίνητο, μια μεστωμένη κυρία εμπαινε στην είσοδο εκείνη την ώρα, κοιταχτήκαμε και πρέπει να ένιωσε άβολα, τελευταία κοιτάω παρατηρητικά τους ανθρώπους, κι αυτό σύμφωνα με τους κοινωνικούς κανόνες δεν επιτρέπεται, όπως χθές το βράδυ που είδα μια κοπέλα στο διπλανό τραπέζι και για μια στιγμή μόνο είχα την πιο καθαρή εικόνα της, λες και τα μάτια μου έπιαναν 3 τρις μεγα-πιξελ, κι ύστερα είδα ότι είχε κι άλλες όμορφες τριγύρω. Πριν προλάβω να απορήσω είχα συνειδητοποιήσει ότι είχα αποκοπεί λίγο από τον κόσμο, κι ότι περνούσα ώρες αμέτρητες στο ιντερνετ, χαζεύοντας και πηγαίνοντας από τη μια βλακεία στην άλλη, είχα γίνει ένα junkie της ενημέρωσης και ιστοσελίδων που σε ρωτούν αν είσαι άνω των 18 για να σε αφήσουν να μπεις, μόνο που εγώ είμαι 33 στα 34 και αυτό μου φαίνεται το πιο μεγάλο ψέμα από όλα, που ωστόσο αποδεικνύεται αλήθεια κάθε Δευτέρα και Τετάρτη γιατί αν με δείτε στο γήπεδο, χάνω τις μπαλιές, προσπαθώ να κάνω καλά σουτ και να μαρκάρω ασφυκτικά, αλλά τιποτα από αυτά δεν καταφέρνω (πια) κι όταν έχω καμιά έκλαμψη ακούω με ευχαρίστηση τους άλλους να με επαινούν κι είναι κι αυτό κάτι, μην νομίζετε. Τέλοσπαντων, γύρισα σπίτι, συμμάζεψα τα χοντρά, πέταξα τα σκουπίδια, αλλά χρειάζεται ακόμα ένα σκούπισμα-σφουγγάρισμα, κι η μαύρη αλήθεια είναι ότι βαριέμαι, έπεσε και άλλη μια αμφίθυμη βροχή κι έβαλα Φάμελο και Δεληβοριά για να ακούσω στο repeat κάτι τραγούδια που μου θυμίζουν μια παλιά αγάπη που μου έχει αφήσει ένα κάρο αναμνήσεις, απο αυτές που σε παγιδεύουν, και ξέρετε άμα είσαι επιμελής αποθηκάριος αναμνήσεων κρατάς τα πάντα, φυλαγμένα και τακτοποιημένα, και ξέρεις ανά πάσα στιγμή τι να ανασύρεις για να εξηγήσεις ή να αποφύγεις την πραγματικότητα, κι είναι κι αυτό σαν ναρκωτικό, αφού κάνεις χρήση κατ' ουσίαν, φτιάχνεσαι, και μετά ξεφοσυκώνει, κι ύστερα θες πιο μεγάλη δόση και στο τέλος, στο τέλος the drugs don't work, επειδή στο τρίβει στα μούτρα η καθημερινότητα κι η ρουτίνα, και ο δημοσιουπαλληλισμός στον οποίο βυθίζεσαι και επειδή το έχουν πει και οι Verve με μια τραγουδάρα τους που άκουγες στο λύκειο, μα τώρα πάνε χρόνια (ο πατερας μου μου είπε να μην γεράσω) κι εσύ κάθεσαι σε μια καρέκλα κουρείου, Σάββατο πρωί και παρατηρείς τον ευατό σου στον καθρέφτη, την αραίωση και τα κομμένα μαλλιά, με τις  άσπρες τούφες πάνω στην ποδιά. Μ' αυτά και μ' αυτά ανοιίγει λίγο ο ουρανός και εδώ που μένω γίνεται καμιά φορά απόλυτη ησυχία κι ακούω λίγο τα πουλιά.

17 Φεβρουαρίου 2013

Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ



“Συνέπεια δε τούτων είναι ότι ελάχιστος όρος και όριο των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας είναι η ύπαρξη γνησίου δεσμού του αλλοδαπού προς το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία, τα οποία δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι και δημιουργήματα εφήμερα αλλά παριστούν διαχρονική ενότητα με ορισμένο πολιτιστικό υπόβαθρο, κοινότητα με σχετικώς σταθερά ήθη και έθιμα, κοινή γλώσσα με μακρά παράδοση, στοιχεία τα οποία μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά με την βοήθεια μικρότερων κοινωνικών μονάδων (οικογένεια) και οργανωμένων κρατικών μονάδων (εκπαίδευση)”.

Το πιο πάνω είναι ένα απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπόθεση που εξέτασε αναφορικά με την απόδοση ιθαγένειας σε τέκνα αλλοδαπών και το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές. Είναι εμφανές ότι η απόφαση του δικαστηρίου γράφτηκε στη βάση πεποιθήσεων των δικαστών και όχι με γνώμονα την τήρηση της ελληνικής συνταγματικής τάξης. Το δικαστήριο μπλέκει την πολιτική με την ιστορία και τη νομική προσπαθώντας να ενδύσει ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό προσανατολισμό και αντίληψη του τι εστί έθνος, κράτος και κοινωνία για να εξετάσει το νομοθετικό πλαίσιο της απόδοσης της ιθαγένειας σε τέκνα αλλοδαπών που συμπληρώνουν τα έξι έτη φοίτησης σε ελληνικό σχολείο. Το κείμενο της αντικατοπτρίζει μερικώς τον συντηρητισμό του «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια»: αναφερόμενο στην οικογένεια και στην κρατική εκπαίδευση τους αποδίδει τον ρόλο του φορέα εθνικής συνείδησης και την ικανότητα της μεταφυσικής μεταφοράς της ελληνικότητας από γενιά σε γενιά. Ταυτόχρονα, αποτυγχάνει να διακρίνει ανάμεσα στην έννοια του «πολίτη» και της «εθνικότητας», του διαφορετικού εννοιολογικού περιεχομένου τους και των λειτουργιών που επιτελούν. Είναι άραγε ο θεσμικός ρόλος ενός δικαστηρίου να προσδιορίζει το περιεχόμενο της ελληνικότητας και να ασκεί έναν ιδεολογικό έλεγχο αυτού του είδους; Έχω σοβαρές ενστάσεις.
Το απόσπασμα της απόφασης θυμίζει έντονα το ίδιο το Κυπριακό Σύνταγμα, που προβλέπει ότι η ιδιότητα του πολίτη της Δημοκρατίας κτάται διά της υποχρεωτικής συμμετοχής σε μία εκ των δύο κοινοτήτων του νησιού. Για την περίπτωση της ελληνικής κοινότητας, αυτή αποτελείται από όσους είναι ελληνικής καταγωγής και έχουν ως μητρική γλώσσα την ελληνική ή μετέχουν των ελληνικών πολιτιστικών παραδόσεων ή ανήκουν στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ενταγμένα στα πλαίσια του ιστορικού και πολιτικού ορίζοντα του 1960, τα κριτήρια του συντακτικού νομοθέτη ενδεχομένως να φαίνονται δικαιολογημένα. Αναρωτιέμαι ωστόσο πώς ερμηνεύεται σήμερα και αποδεικνύεται η ελληνική καταγωγή (έρευνα όλων των ανιόντων μέχρι τελικής πτώσης;) και η συμμετοχή στις ελληνικές πολιτιστικές παραδόσεις (ποιες είναι και πώς διαπιστώνεται ο ικανοποιητικός βαθμός συμμετοχής σε αυτές;). Άρα, το Σύνταγμά μας πάσχει από μια ιδιόμορφη πολιτική αχρωματοψία: η δυνατότητα του να είσαι πολίτης της Δημοκρατίας, χωρίς την υποχρέωση να αποδεικνύεις ότι πληροίς κάποια από τα κριτήρια, δεν παρέχεται. Έτι χειρότερο, οι ίδιες οι μειονότητες με ιστορική παρουσία στο νησί, υποχρεούνται και αυτές να δηλώνουν μέρος της ελληνικής κοινότητας. Αμφιβάλλω για τη χρησιμότητα και τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας πολιτικής επιλογής.
Καταληκτικά, οι απόπειρες να οριστούν και να ρυθμιστούν η ιστορία, το έθνος, η πολιτιστική καταγωγή σε συνταγματικά κείμενα ή δικαστικές αποφάσεις είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Η πολιτική πραγματικότητα δεν υπακούει στο πάγωμα του χρόνου που επιβάλλει η επιτακτικότητα ενός νομικού κειμένου, όπως μας διδάσκει η σύντομη συνταγματική συνύπαρξή μας με τους Τουρκοκύπριους. Από ακαδημαϊκής πλευράς, οι προαναφερθείσες έννοιες αποτελούν γνωστικό αντικείμενο άλλων πεδίων και οι επιστημονικοί ιμπεριαλισμοί αυτού του είδους πάσχουν από μια ιδιότυπη πνευματική ανειλικρίνεια.

10 Φεβρουαρίου 2013

Η πρόστυχη γοητεία του κρυπτορατσισμού



Ανατρέχοντας στις θέσεις ορισμένων προεδρικών υποψηφίων διακρίνει κανείς την προσπάθεια των συντακτών των προεκλογικών προγραμμάτων να παίξουν με τις φοβίες μιας σημαντικής μερίδας πολιτών στο θέμα του μεταναστευτικού. Οι προτάσεις εστιάζουν στο πρόβλημα των κοινοτικών εργαζομένων και των πολιτών τρίτων χωρών, με περαιτέρω διάκριση να γίνεται ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται νόμιμα ή μη. Ο προσανατολισμός των προτάσεων είναι προς την αλλαγή νοοτροπίας που θα αντιμετωπίζει με «αυστηρότητα» το ζήτημα.
Η έννοια της «αυστηρότητας» όμως δεν είναι πολιτική θέση, ούτε νομικό εργαλείο. Στην περίπτωση των κοινοτικών, η ελευθερία κυκλοφορίας, εγκατάστασης και ανάληψης μισθωτής εργασίας καλύπτεται από τις ιδρυτικές συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις οποίες η Κύπρος δεν είχε ζητήσει εξαίρεση ή ειδικές ρυθμίσεις κατά τον χρόνο ένταξής της. Ενώπιον της νομικής αδυναμίας χειρισμού, κάποιοι αναφέρονται σε μια «συμφωνία κυρίων», που θα ρυθμίσει το ζήτημα. Άγνωστο μεταξύ ποιων θα συναφθεί η συμφωνία αυτή, τι θα προβλέπει, πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη και αν θα είναι συμβατή με το κοινοτικό κεκτημένο.
Η αλήθεια είναι ότι η προσέγγιση αυτή είναι πολλαπλά λανθασμένη: νομικά, πολιτικά και οικονομικά. Θεωρώ ότι η πρόταση είναι κενή περιεχομένου και αποσκοπεί στο να ικανοποιήσει ένα συγκεκριμένο και, δυστυχώς, πολυπληθές ακροατήριο. Η στάση ευθύνης θα ήταν η αναζήτηση των οικονομικών αιτιών της εργοδότησης φτηνών εργατικών χεριών και η επιστημονική τεκμηρίωση του πραγματικού αριθμού των εργαζομένων, του είδους της εργασίας που εκτελούν και της διαφοράς αμοιβών ανάμεσα σε Κύπριους και μη. Τα εύκολα λόγια περί «αυστηρότητας», και μάλιστα χωρίς σαφές σχέδιο, είναι πραγματικά αχρείαστα και στρώνουν το χαλί σε έναν υπόγειο ρατσισμό που γιγαντώνεται μέρα με τη μέρα στην κοινωνία μας εναντίον των ξένων που κλέβουν τις δουλειές, που ευθύνονται για την εγκληματικότητα, που διαβρώνουν τον κοινωνικό ιστό και μας αποξενώνουν από τις παλιές καλές μέρες.
Για το συνολικό ζήτημα του μεταναστευτικού, των αιτητών πολιτικού ασύλου και της προνομιακής μεταχείρισης των Τουρκοκυπρίων, η στροφή στην αυστηρότητα πάσχει από τα ίδια προβλήματα. Κανείς δεν έχει μπει στον κόπο να ενημερώσει για το συντριπτικό ποσοστό απόρριψης των αιτήσεων ξένων υπηκόων για πολιτικό άσυλο, τις δυσλειτουργίες του συστήματος εξέτασης των αιτήσεων αυτών που οδηγούν σε μακροχρόνιες διαδικασίες, τη βιομηχανία υποβολής αιτήσεων που οργανώθηκε και λειτουργεί από Κύπριους με συνέπεια την αύξηση του διοικητικού φόρτου του μηχανισμού και του προσπορισμού χρηματικού οφέλους για τους λογής-λογής μεσάζοντες και για τα κατά νόμο (και άρα ψηφισμένα από τα ίδια, έστω όχι όλα, τα κοινοβουλευτικά κόμματα) προβλεπόμενα ποσά επιδομάτων.
Αντίθετα, κατά καιρούς αυτό που γίνεται είναι να κυκλοφορούν στο διαδίκτυο διάφορα αντίγραφα επιταγών και ο δημόσιος λόγος να μονοπωλείται από γραφικές λαϊκιστικές φιγούρες που τείνουν στο παράλογο. Η πιο ανέντιμη προσέγγιση είναι αυτή που συνδέει τα επιδόματα των ξένων με την οικονομική δυσπραγία των Κυπρίων. Σε απόλυτα οικονομικά μεγέθη αυτό δεν μπορεί να σταθεί, αλλά έτι χειρότερο η ίδια η σύγκριση ενός αιτητή πολιτικού ασύλου με έναν κύπριο πολίτη είναι παραπλανητική, αφού η εντελώς διαφορετική κατάστασή τους δεν επιτρέπει, νομικά και λογικά, την όμοια μεταχείρισή τους.
Δυστυχώς, μετά την ίδια την κοινωνία, το κυπριακό κράτος ετοιμάζεται να κάνει και το ίδιο στροφή σε πιο συντηρητικές και σκληρές θέσεις στο όνομα μιας Κύπρου μόνο για τους (ελληνο)Κύπριους. Η επόμενη πενταετία προβλέπεται δύσκολη για όσους πιστεύουν στη δυναμική και την προοπτική των ανοικτών, πολυπολιτισμικών και προοδευτικών κοινωνιών. Σε καιρούς κρίσης, το αληθινό μας πρόσωπο εμφανίζεται πιο σκαιό από όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε…