11 Απριλίου 2015

Περάσματα και διαβάσεις






Το Πάσχα ήταν παλιά ο καιρός του περάσματος. Μας έπαιρναν από το χέρι οι σχολικές διακοπές και μας περνούσαν από την Άνοιξη στο καλοκαίρι. Η Άνοιξη ήταν πάντα με κεφαλαίο μέσα μας (αλλά και το κεφάλαιο εντός μας), την ώρα που το καλοκαίρι έμενε χαλαρό και ικανοποιημένο με τα μικρά του γράμματα και τα μεγάλα ποτήρια του φραπέ.

Στεκόμουν πάντα αμφίθυμος απέναντί του – αποστεωμένο, αποστραγγισμένο από το νόημά του με τη βοήθεια όλων ανεξαιρέτως των θεολόγων των σχολικών μου χρόνων, μου φαινόταν πάντα βαριά η σκιά τού θανάτου που κουβαλούσε. Μην με παρεξηγείτε: το θρησκευτικό του νόημα και η αξία δεν είναι το θέμα εδώ. Δεν με αφορά και δεν το κρίνω.

Από την άλλη, δεν σ’ άφηνε τελείως στεγνό: είχες δεκαπέντε μέρες ανάπαυλα, η φύση ξυπνούσε μέσα από χώμα, η μέρα μεγάλωνε την επικράτειά της και το φως αντανακλούσε πάνω στις πουρόπετρες της Λευκωσίας. Η ζωή επέστρεφε από το παλιό κρυφό μονοπάτι και η επαναληπτικότητα του προγράμματος σήμαινε ότι πλησιάζαμε σε ένα ακόμα τέλος. Ήταν η εποχή που βιαζόμασταν: να ξεμπερδεύουμε, να μεγαλώσουμε, να ξεφύγουμε, να φιληθούμε, να μάθουμε όσα μαθαίνονται με το σώμα. Από τότε, πέρασε ο καιρός, ο χρόνος κυλάει ακόμα πιο γρήγορα, λες και μετά τα τριάντα τρέχουμε σε κατηφόρα. Κι έπειτα, έλειψε και η ευκαιρία του αναχωρητισμού, της απομόνωσης στο χωριό, της ραστώνης, τα δυο τσίπουρα με το φαγητό και ένα βιβλίο για μετά.

Κι όμως, δεν ήταν πάντα έτσι. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Η αγάπη ήταν αγάπη. Ο χρόνος ήταν μπροστά μας. Αυτή κοιμόταν στη θέση του συνοδηγού κι εγώ κοιτούσα τον ορίζοντα. Δεν είχα ιδέα πού πήγαινα, αλλά όλα μου φαίνονταν εφικτά. Δεν είχα ονειρευτεί όλα τα ταξίδια που ήθελα κι ούτε είχα υποψιαστεί όλα τα καρφιά που μου μέλλονταν. Ήμουν στον θυμωμένο όχλο, ζηλωτής για ιδέες που ήθελαν τόλμη και αφοσίωση. Μα το πρόβλημά μου ήταν πάντοτε ότι έχανα γρήγορα το ενδιαφέρον μου κι ότι ξεκαθάριζα τους λογαριασμούς μου με κάθε παλαβό που συναντούσα στον δρόμο. Κι υποψιάζομαι ότι ίσως γι’ αυτό να καθυστερούσα στα περάσματα κι οι διαβάσεις μου να έπαιρναν τόσο καιρό για να γινούν. Καλή Ανάσταση σε όλους, όπως και αν την νοεί ο καθείς.


15 Μαρτίου 2015

Αυτή η "Δημοκρατία" πρέπει να πεθάνει



“Σε καρτερούν μαστιγωτές και συμπληγάδες”
Μάνος Ελευθερίου
Μας έχει πνίξει ο βόθρος. Η δημόσια σφαίρα είναι ένα απέραντο και γελοίο reality show. Ή ίσως μια κακοπαιγμένη παρωδία κουτσομπολίστικης εκπομπής. Από κάτω, οι χάννοι, εγώ, εσύ, εμείς παρακολουθούμε καταγκαστικά, αφού όποιο κανάλι κι αν διαλέξεις, το ίδιο σκηνικό βλέπεις. Ύστερα από την ροπαλιά του Μαρτίου 2013, ήθελα να πιστέψω ότι ένα μέρος των συμπεριφορών που μας έφεραν ως εκεί και η μόνιμη έλλειψη σοβαρότητας θα υποχωρούσαν έναντι της σημασίας του διακυβεύματος. Ήταν μια χρυσή ευκαιρία να αλλάξουμε μυαλά, νοοτροπία και να αποφασίσουμε να παίξουμε, επιτέλους, σύμφωνα με τους κανόνες.
Μόνο που όταν έχεις να κάνεις με τη μαφία και τη μετριότητα, η επιμονή στην τήρηση των κανόνων καθίσταται καθαρή βλακεία, με μοναδικό θύμα τον εαυτό σου. Αν μάλιστα είσαι φορέας δημόσιου αξιώματος, ο κύκλος των θυμάτων μεγαλώνει: το κύρος του θεσμού, το λειτούργημα που υπηρετείς και η κοινωνία στην οποία απευθύνεσαι. Η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην αδυναμία αντιμετώπισης των φαινομένων παρακμής και τη ζημιά που προκαλείται στους πολίτες μοιάζει με ένα μακρύ αυτοκινητόδρομο. Μακρύς μεν, αλλά δεν παύει από το να ενώνει τα δύο σημεία.
Μια από τις όψεις της σαθρότητας αποτυπώνεται γλαφυρά στη σημερινή σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία είναι μία από τις χειρότερες από καταβολής της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για όσους είχαν την ατυχία να παρακολουθήσουν τις εργασίες των επιτροπών ή της ολομέλειας της οι λέξεις ανεπάρκεια, ημιμάθεια, λαϊκισμός, ανοησία, μικροπολιτική, αμορφωσιά κ.ό.κ. δεν θα αποτελούν έκπληξη. Δυστυχώς, η ποιότητα του κοινοβουλευτικού έργου συναγωνίζεται το επίπεδο καφενειακών συζητήσεων σε επαρχιακό σωματείο. Κι αυτό έχει την επίπτωση του στο είδος του ελέγχου που ασκεί επί της εκτελεστικής εξουσίας και στο επίπεδο του πολιτικού λόγου και των ιδεών που (δεν) εκφέρονται. Τρέμω στην ιδέα ότι ενδεχομένως να είμαστε αντιμέτωποι με την προβολή του μέσου Κύπριου στην πολιτική ζωή.
Το πολιτειακό μας σύστημα, όπως έχει εθιμικά διαμορφωθεί από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και μετά, δίνει ευρείες εξουσίες στον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που φτάνουν στα όρια του απόλυτου. Αν ο Πρόεδρος ασκεί συνετά και συνεπώς τα καθήκοντα του, επιλέγοντας άξιους συνεργάτες και φορείς αξιωμάτων, τότε οι ευρείες εξουσίες μπορούν να λειτουργήσουν επιταχυντικά και παραγωγικά για την κρατική λειτουργία. Αν, από την άλλη, ο εκάστοτε Πρόεδρος κουβαλά μαζί του τη λίστα της κομματικής επετηρίδας και της εξυπηρέτησης μικρόφθαλμων συμφερόντων, τότε η δυσλειτουργία εξαπλώνεται σε όλο το φάσμα της πολιτειακής και πολτικής λειτουργίας, που απολήγει σε κρίσεις: χρηματιστήριο, Μαρί και πάει λέγοντας.
Η ειδησεογραφία των ημερών αναφέρει ότι ο Πρόεδρος τηρείται διαρκώς ενήμερος για τα τεκταινόμενα της περιόδου και ότι θα επιληφθεί της κατάστασης όταν επιστρέψει. Το πρόβλημα είναι ότι η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει τον Πρόεδρο ως θυμωμένο γυμνασιάρχη που θα τραβήξει τα αυτιά των γκρουπούσκουλων που παραφέρθηκαν. Αν αυτή θα είναι η αντιμέτωπιση της κατάστασης, τότε δεν χρειάζεται καν να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη των γεγονότων.
Ο πρώτος με τον οποίο θα πρέπει να έρθει σε ρήξη ο Πρόεδρος είναι με τον εαυτό του και τις επιλογές του. Έχει μια εξαιρετική, και μάλλον τελευταία, ευκαιρία να σώσει την υστεροφημία του και τον τόπο, σκοτώνοντας τη σάπια καρδιά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μαζί με αυτό, θα μπορέσει να σταθεί συνεπής απέναντι στις βασικές του προεκλογικές δεσμεύσεις περί επιλογής των αρίστων και του ηγέτη που θα αντιμετωπίσει την κρίση. Μπορεί; Είμαι βέβαιος. Θέλει; Ομολογώ ότι δεν είμαι σίγουρος και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι αποκαρδιωτικό.

8 Μαρτίου 2015

Τα πρωτοφανέρωτα της Άνοιξης



“Ωραία είσαι Άνοιξη
γιατί δεν μας λυπάσαι”
Θοδωρής Κοτονιάς

Κι έπειτα, σε βρίσκει η Άνοιξη. Καθισμένος πίσω από το τιμόνι του αυτοκινήτου σου, νιώθεις μια γλυκιά ζέστη να σε τυλίγει και έναν καταρράκτη φωτός να σε λούζει. Έτσι, χωρίς προειδοποίηση, χωρίς συναγερμό, η ζωή εισβάλλει από χίλιες μπάντες και σε τραντάζει ασταμάτητα. Ανοίγεις λίγο το παράθυρο. Κι ακόμα λίγο. Κι άλλο. Το παίρνεις απόφαση, δεν χρειάζεται δισταγμός: το κατεβάζεις μέχρι κάτω, βάζεις αγκώνα και είσαι αρκετά τυχερός για να μπεις στο στενό μιας παλιάς γειτονιάς. Σπίτια από πουρόπετρα, γλάστρες με γεράνια, ασπρόρουχα απλωμένα στον ήλιο. Κανονικοί άνθρωποι που περνούν τις κανονικές ζωές τους. Η ζωή συμβαίνει κάπου αλλού, με τις προσθέσεις των μικρών πράξεων της καθημερινότητας. Δώστε μου το σιωπηλό άθροισμά τους και χάρισμά σας τα υπόλοιπα. Γίνεται;

Σκέφτεσαι τον μακρύ χειμώνα που διάνυσες και ήδη οι σκοτεινιασμένοι ουρανοί είναι μια απωθημένη ανάμνηση. Η μέρα μεγαλώνει, τα πρωινά αφήνεις τον ήλιο να σου ψήσει το πρόσωπο και απ’ το στενό βλέπεις να επιστρέφει, σαν παλιά φίλη, η Περσεφόνη. Φέτος, αυτή η επιστροφή θα σε αφορά. Δεν γίνεται αλλιώς. Ίσως γιατί πάνω στο χώμα που φυτεύτηκαν μερικά λόγια, ξεμύτισαν επιτέλους οι άκρες τους. Και το μπουμπούκι τους, ετοιμάζεται να ανοίξει στον κόσμο. Γι’ αυτό σε λένε Άνοιξη, νομίζω.

Αφήνεις πίσω την παλιά ζωή, τις εμμονές και τα αδιέξοδα. Και πιο πολύ την απολυτότητα, εκείνη τη διάκριση άσπρο-μαύρο. Που, δεν λέω, ήταν βολική. Μερικές φορές. Μα και δύσκολη ταυτόχρονα. Τις περισσότερες φορές. Γιατί σε αναγκάζει να χωρέσεις σε άκαμπτα σχήματα. Ή αναγκάζει τους άλλους να χωρέσουν σε αυτά. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν γίνεται δουλειά έτσι, αφού οι άνθρωποι είναι περίεργα δημιουργήματα. Είναι μαλακοί σαν το χόρτο, μα και σκληροί σαν την πέτρα. Προσαρμόζονται εύκολα και σπάνε απρόσμενα. Τέλος, λοιπόν, με αυτή την ιστορία. Γιατί εκτός από το ναι και το όχι, το άσπρο και το μαύρο, τη βεβαιότητα και την απόρριψη, υπάρχει και το ανάμεσο των πραγμάτων. Και το πιο αιφνιδιαστικό για μένα ήταν η ανακάλυψη πως αυτό το ενδιάμεσο είναι γεμάτο χρώματα. Κι όλα αυτά μου φαίνονται τόσο καινούργια. Τόσο όσο για να θυμηθώ εκείνη τη συγκεκριμένη αίσθηση του πρωτοφανέρωτου που βιώνεις ως παιδί. Και τη συγκίνηση και τη χαρά απ’ την επιστροφή της κάθε χρόνο, βαθιά μπλεγμένες με τον μίτο της εξέλιξής μας.

Φτάνω στον προορισμό μου και χαμογελάω για μια στιγμή μόνος. Θέλω να σταματήσω κάθε περαστικό που ανταμώνω και να του ευχηθώ να έχει μια συναρπαστική Άνοιξη. Αλλά επειδή δεν κάναμε μαζί αυτό το ταξίδι, του το λέω από μέσα μου τρεις φορές.

1 Μαρτίου 2015

Μετακόμιση




Το σκεφτόμουν για καιρό, αλλά διάλεγα πάντα την εύκολη λύση, αυτή με το μικρότερο κόστος και την υπέροχη ακινησία της: αναβολή, ας το κάνω αργότερα, όταν θα είναι λίγο πιο ξεκάθαρα τα πράγματα. Τα «πράγματα» ήταν, όπως λέγαμε και στα πρώτα πανεπιστημιακά μαθήματα, μια αόριστη νομική έννοια, την οποία ο εφαρμοστής του δικαίου μπορούσε να προσαρμόσει στις περιστάσεις της εποχής του και τα δεδομένα τής υπό κρίση περίπτωσης. Με άλλα λόγια, αφού δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε εξαντλητικά κάθε ενδεχόμενη περίπτωση, νομιμοποιούσαμε κάθε εύλογη ερμηνεία και απόφαση. Βολικό και στην περίπτωσή μου, σκέφτηκα. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μετέθετα τη λήψη απόφασης για τη μετακόμιση για μερικούς μήνες αργότερα. Μου φαινόταν απίστευτος μπελάς, που συνεπαγόταν μια αχρείαστη κούραση. «Μείνε εδώ που είσαι», σκεφτόμουν, με συγκαταβατικά πατ-πατ στην πλάτη του εαυτού μου.
Λίγο αργότερα όμως, τα μέσα μου δαιμόνια ανακάλυπταν τα μειονεκτήματα, τις ανεπάρκειες και τα προβλήματα του διαμερίσματος, που είχε αρχίσει πια να αποκτά θέση πραγματικού προσώπου μέσα μου. Του πρόσαπτα προβλήματα λόγω παλαιότητας, το μεμφόμουν για την ανημποριά του να αντιμετωπίσει μια δυνατή βροχή ή την ευκολία με την οποία έμπαζε κουφόβραση από όλες τις πλευρές. Το μάλωνα και το αποδεχόμουν ταυτόχρονα, όπως έκανα και με άλλα πράγματα στη ζωή μου. Εξάλλου, όταν μαλώνεις με ντουβάρια, δεν έχεις ποτέ άδικο. Τελικά, ένα ξετύλιγμα του εαυτού, που ξεκίνησε λίγους μήνες πριν, με έφερε στο κλείσιμο διαφόρων μικρών κύκλων. Εκείνο το μικρό ξεκαθάρισμα που έλεγα στην αρχή. Χαρτί, μολύβι, διαδίκτυο και βουτιά στον μαγικό κόσμο των κτηματομεσιτικών ιστοσελίδων...
            Από τον νέο ορίζοντα που έχω σήμερα, σκέφτομαι ότι κάθε μετακόμιση είναι ένα μικρό τέλος, το τέλος μιας πράξης στο έργο της ζωής του καθενός. Κι ένας αποχαιρετισμός μαζί. Μετά από τρία χρόνια και κάτι διαμονή σε ένα διαμέρισμα που μου θύμισε Φλωρεντία από την πρώτη στιγμή που το είδα, άφησα τον πέμπτο όροφο, με τους αέρηδές του, τη θέα του και τα ηλιοβασιλέματα με μπίρες και βαθιά φιλιά στη μικρή βεράντα. Πακέταρα βιβλία, πέταξα (πολλή) σαβούρα που μαζεύτηκε και τακτοποίησα τις αναμνήσεις μου. Το μόνο που άφησα πίσω ήταν μια μεγάλη γλάστρα με δύο βουκεμβίλιες. Από μια άποψη, και εξαιρώντας την μπελαλίδικη πλευρά, όλη αυτή η διαδικασία λειτούργησε καθαρτικά.
Στην τελευταία μου διαδρομή για να κουβαλήσω τα εναπομείναντα, κοντοστάθηκα στην πόρτα και το κοίταξα για λίγο. Έτσι άδειο και απογυμνωμένο όπως το είδα, μου φάνηκε σαν λεηλατημένο παλάτι τριτοκοσμικού δικτάτορα ή σαν εγκαταλελειμμένο συνεδριακό κέντρο κομουνιστικού καθεστώτος. Σκέφτηκα πως θα μου λείψουν το πανοραμικό άνοιγμα απ’ την ξύλινη προέκτασή του στη Λευκωσία και τα εξομολογητικά μεθύσια με τους φίλους στον πάγκο της κουζίνας. Κι ύστερα, άλλη μια σκέψη ή ανάγκη: άιντε, φέτος, λέω ρε αδερφέ, να απλώσω κι εγώ επιτέλους ρίζα – λίγο πιο βαθιά, αν γίνεται. Και μια μικρή εξομολόγηση, ίσως όχι άσχετη με τα της μετακόμισης: όλο και πιο συχνά τελευταία, νιώθω πως λιγοστεύει ο χρόνος κι ότι μια πρωτόγνωρη αίσθηση μη αναστρέψιμου μπαίνει από τις ρωγμές. Αλλά ίσως, πάλι, να με έχουν κάνει μελοδραματικό εκείνα τα μεθύσια...

22 Φεβρουαρίου 2015

Πρώτη φορά αληθινά




Ήταν φθινόπωρο του 1999 κι εγώ περπατούσα, ή μάλλον νόμιζα πως περπατούσα, μα στην πραγματικότητα αιωρούμουν 2-3 εκατοστά πάνω από το έδαφος, καθώς τριγύριζα στη Θεσσαλονίκη. Βλέπετε, είχα ξεμπερδέψει με την Εθνική Φρουρά, ύστερα από 26 μήνες θητεία και 9 ημέρες φυλακή και μπορούσα πια να κάνω τα πάντα. Τώρα που με σκέφτομαι ξανά, εκείνη την περίοδο έμοιαζα με ένα τρελό σκυλί που μόλις το είχαν απελευθερώσει απ’ το κλουβί του.

Μέσα σε όλα τα θαυμαστά που συνέβαιναν μέσα μου κι έξω μου, ήταν και αυτή η μαγική ιστορία που ονομάζεται «ελληνικό πανεπιστήμιο». Ένας θεσμός λοιδορημένος, απαξιωμένος, συκοφαντημένος, υπονομευμένος. Εκεί συνάντησα πολλούς από τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν την κατοπινή πορεία μου, φίλους, συμφοιτητές και καθηγητές. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό μου στις πανεπιστημιακές παραδόσεις, καθώς άκουγα πρωτόγνωρα πράγματα κι ένιωθα τα γρανάζια του μυαλού να ξανακινούνται μετά από χρόνια απραξία.

Απ’ τα πιο ενδιαφέροντα και σπουδαία μαθήματα ήταν αυτά του ποινικού δικαίου με τον Νίκο Παρασκευόπουλο, σημερινό υπουργό Δικαιοσύνης. Στα δικά του μαθήματα ξανοιχτήκαμε στον κόσμο της ποινικής δικαιοσύνης, στην αναλογία της ποινής, στην απαγόρευση της ποινικής καταστολής του φρονήματος, στην ανάγκη δημιουργίας ενός ανθρωποκεντρικού σωφρονιστικού συστήματος, στην κριτική του συστήματος αντιμετώπισης των χρηστών ναρκωτικών, στην αμφισβήτηση της ορθότητας του νόμου και της αναζήτησης της δικαιοπολιτικής σκοπιμότητας των επιλογών του ποινικού νομοθέτη. Όλα αυτά μας διαμόρφωσαν τη σκέψη μας, την αντίληψή μας. Από εκείνα τα χρόνια βγήκε μια φουρνιά άνθρωποι με ευρείς ορίζοντες, προοδευτικά μυαλά, διψασμένες καρδιές που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο.

Η ίδια η ιδέα της αμφισβήτησης φύτρωσε και στο χώμα των διαλέξεων κι αναπόφευκτα κατευθύνθηκε κι εναντίον του ίδιου του καθηγητή. Ο κόσμος της ποινικής θεωρίας, η κριτική και το εναλλακτικό σύμπαν της προστασίας της αξίας του ατόμου έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας ήταν σαγηνευτικά, πλην όμως μακράν του εφικτού και του πραγματοποιήσιμου. «Πώς θα γίνουν όλα αυτά κ. Παρασκευόπουλε;», αναρωτιόμασταν φωναχτά ή σιωπηρά. Είχαμε διαλέξει πλευρά, ήμασταν μαζί του, αλλά, την ίδια στιγμή, η φωνή του «ρεαλισμού» μας προσγείωνε στον κόσμο των κατασταλτικών ποινικών πολιτικών, των τυφλών απαντήσεων, του τρομονόμου της εποχής.

Τις προάλλες έβλεπα τις προγραμματικές δηλώσεις του παλιού μου καθηγητή, πλέον υπουργού Δικαιοσύνης, στη Βουλή των Ελλήνων, όπου εξαγγέλθηκαν οι κύριοι στόχοι της νέας κυβέρνησης: κατάργηση φυλακών ανηλίκων, πολιτικές επανένταξης, στοχευμένες και συνολικές δράσεις για τα ναρκωτικά, σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια, αποποινικοποίηση ησσόνων παραβάσεων για τους ανήλικους, βελτίωση του αντιρατσιστικού νόμου, αποσυμφόρηση των φυλακών. Τα φοιτητικά μας μαθήματα ακούγονταν μέσα στην αίθουσα του Κοινοβουλίου από έναν άνθρωπο με σοβαρότητα, με μεστό λόγο και με επιστημοσύνη. Ο κόσμος που ακούσαμε, που πιστέψαμε, η ιδέα ότι «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» γινόταν πλέον κρατική πολιτική. Κι αυτό κουβαλά την αίσθηση της δικαίωσης και ένα έντονο συγκινησιακό φορτίο για όσους πίστεψαν, οραματίστηκαν, ή αφέθηκαν έστω για λίγο να φανταστούν πώς θα ήταν αυτός ό άλλος κόσμος.

Την ώρα που σύρονται αυτές οι γραμμές, κανείς δεν ξέρει πού θα βγει η ιστορία του ελληνικού χρέους, των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές και η οικονομική προοπτική του ελληνικού κράτους κρέμεται από μία κλωστή. Μέσα στον ορυμαγδό των εξελίξεων, αυτή η διάσταση των νέων πολιτικών στην Ελλάδα έχει χαθεί. Μαζί με τους αυτονόητους λόγους για τους οποίους θα ήθελα να τα καταφέρει η Ελλάδα είναι για να δούμε και την υλοποίηση των πολιτικών της στον τομέα της δικαιοσύνης. Αν γίνει αυτό, τότε όσα αναλογιστήκαμε κάποτε σε αίθουσες διαλέξεων και βιβλιοθήκες θα είναι για πρώτη φορά αληθινά.

8 Φεβρουαρίου 2015

Μολύβι




Κάθε φορά που κάποιος συμμαθητής μας ξεχνούσε να φέρει τα μολύβια του, αντιμετωπιζόταν επιτιμητικά, με μια φράση που έμελλε να γίνει ένα από τα πιο θλιβερά κλισέ στην ιστορία της μαθητικής μας ζωής: «Μα είναι σαν να πηγαίνεις στον πόλεμο χωρίς το όπλο σου». Σηκωμένα φρύδια, επικριτικός τόνος φωνής, επίδειξη εξουσίας και δύναμης απέναντι σε πιτσιρίκια των 8, 9, 10 χρόνων. Γελοία πράγματα, θα μου πείτε, μα αρκετά σημαντικά για να σημαδέψουν τα άγραφα τεφτέρια μέσα μας και για να φθάσουν στο σήμερα, μέσα στις αποσκευές των αναμνήσεων της γενιάς μου. Υπήρξαν και άλλοι παρόμοιοι εξυπνακισμοί, οι οποίοι είχαν άμεση ή έμμεση διασύνδεση με αυτόν τον ανυπόφορο και υφέρποντα μιλιταρισμό, ο οποίος διατρέχει, πολύ φοβάμαι ακόμα και σήμερα, την εκπαίδευση και την κοινωνία μας.
Και μιας και λατρεύω τις παραδοξότητες και τις εναλλακτικές πραγματικότητες, αναρωτιέμαι γιατί δεν μας έλεγαν κάτι στο στυλ: «Μα είναι σαν να θέλεις να παίξεις ποδόσφαιρο χωρίς μπάλα» ή «σαν να θέλεις να φας όλες τις καραμέλες της καντίνας χωρίς να πονέσει το στομάχι σου». Ή κάτι ανάλογο, που να ήταν αστείο, ανέφικτο και χρωματιστό μαζί. Μάταια θα αναζητούσε κανείς κάποια φιγούρα δασκάλου εκείνα τα χρόνια, ίσως και σήμερα, που να σου έλεγε τα πιο χοντροκομμένα ψέματα και τις πιο εξωφρενικά φανταχτερές ιστορίες, από αγάπη, μόνο και μόνο για να γελάς. Κάποιον που να έμοιαζε, ας πούμε, με τον Μπενίνι στο «Η ζωή είναι ωραία».
Θυμήθηκα όμως αυτή τη συγκεκριμένη φράση τις προάλλες όταν, μεσοστρατίς της εργασιακής μου ημέρας, εν μέσω ενός οιονεί πολέμου, φορτωμένος σημειωματάρια, χαρτιά και φακέλους, δηλαδή κάτι σαν τον στρατιωτικό φόρτο εκστρατείας, βρέθηκα άοπλος – πάει να πει χωρίς ένα μολύβι. Κι έτσι, ένα κύτταρο της μνήμης βγήκε από τον λήθαργό του και φανέρωσε ξανά τη μικρή, άχρηστη πληροφορία που του ανατέθηκε να φυλάει. Σταμάτησα την πορεία μου, κοίταξα γύρω μου, πάνω, σαν να είχα μόλις συνέλθει από πολύχρονο κώμα κι έξω ήταν χαρά Θεού, με εκείνες τις εκπληκτικές αλκυονίδες μέρες του χειμώνα, η Κύπρος φορούσε μια ελαφριά στρώση πράσινου και εσύ δεν είχες παρά να κλείσεις τα μάτια κόντρα στον ήλιο και να τον αφήσεις να σου ψήσει γλυκά το πρόσωπο. Δεν θέλω να είμαι στρατιώτης, δεν διάλεξα αυτόν τον πόλεμο. Θα ήθελα μοναχά να περπατούσαμε ξανά μαζί εκείνο το κρυφό συντόμι που βγάζει στη θάλασσα, να γελούσαμε και να σου έγραφα απελπισμένα γράμματα. Αρκεί να μην ξεχνούσα, πάλι, το μολύβι μου...

25 Ιανουαρίου 2015

Γατάκια




Οι πρόσφατες εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ και ειδικά το ενδεχόμενο τερματισμού των ερευνών της TOTAL έρχονται να μας θυμίσουν με επώδυνο τρόπο ότι μερικά μεγέθη είναι κομματάκι δύσκολο να τα χειριστούν τα μικρά μας χέρια και τα αερισμένα μας μυαλά. Η προοπτική ανεύρεσης και εξόρυξης πόρων δημιούργησε τα τελευταία χρόνια έναν ακόμη τυπικό κυπριακό παροξυσμό. Κρατικοί αξιωματούχοι, ειδικοί, παραειδικοί, «επιστήμονες», πολιτικοί, έξυπνοι, εξυπνάκηδες και οι εξυπνότεροι Έλληνες του κόσμου είχαν άποψη, σχέδιο και στρατηγική για όλα: για την ποσότητα των κοιτασμάτων, για την εκμεταλλευσιμότητά τους, για τον τρόπο με τον οποίο η Κύπρος έπρεπε να παίξει το παιχνίδι, για την προπώληση αερίου (γεια σου Γιώργαρε!) ακόμα και για το τι χρώμα έπρεπε να βαφτούν οι τοίχοι του LNG.

Ταυτόχρονα, η Κύπρος μεγαλοπιανόταν με τους ενεργειακούς σχεδιασμούς, σαν γατάκι που βλέπει τον εαυτό του λιοντάρι στον καθρέφτη. Θα πνίγαμε την Ευρώπη στα «κάζια», η γεωπολιτική ισορροπία θα άλλαζε, θα ήμασταν μέρος του σχεδιασμού για την ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία και οι περιφερειακές μας συμμαχίες θα έβαζαν την Τουρκία στη γωνία, δημιουργώντας νέα δεδομένα στο Κυπριακό. Μιάου ρε pussy cats της εξωτερικής πολιτικής! Όλα αυτά αποδομήθηκαν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και μοιάζουν να καταρρέουν σαν να τραβήξαμε το λάθος τουβλάκι στο jenga. Η τουρκική navtex μας οδήγησε εκτός συνομιλιών και χωρίς σχέδιο ή προοπτική επανόδου σε αυτές, ενώ η TOTAL μας κουνάει μαντήλι. Επόμενος, παρακαλώ...

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται ως δυσάρεστες και δυσοίωνες εξελίξεις. Ωστόσο, ταπεινά θα εισηγούμουν ότι το ζήτημα είναι (και) θέμα οπτικής. Ας απογοητευτούν όσοι έχτισαν πάνω σε μύθους: στην προπώληση αερίου που δεν βρέθηκε, στις πολιτικές συμμαχίες που δεν ευδοκίμησαν, στα οικονομικά έσοδα που δεν ήρθαν. Ας απογοητευτούν όσοι έμαθαν ή βολεύονται να σπέρνουν ελπίδες: θα φέρναμε τους S-300, θα παίρναμε δάνειο από τη Ρωσία, θα φτιάχναμε το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα, θα γονατίζαμε την Τουρκία στο ΕΔΑΔ, θα κάναμε μακροχρόνιους...

Για όσους θέλουν και την άλλη οπτική, θα έλεγα ότι τα χαστούκια που φάγαμε θα αποβούν θετικά, αν μας βγάλουν από τον παροξυσμό και τη μεγαλαυχία. Κι αν μας βάλουν να σκεφτούμε για τα σημαντικά που αφορούν τον τόπο αυτό. Όπερ έστιν μεθερμηνευόμενον, λύση του Κυπριακού και βιώσιμη ανάπτυξη για το νησί, ανεξαρτήτως λύσης. Και για να το σπάσω σε πενηνταράκια, θα ήθελα πραγματική, οικολογικά βιώσιμη και κοινωνικά προσανατολισμένη ανάπτυξη που να βασίζεται στο απλό γεγονός ότι είμαστε μια χώρα με 340 μέρες ηλιοφάνεια, ένας κατεξοχήν τουριστικός προορισμός και έχουμε ένα λαό με εξαιρετικά υψηλό επίπεδο μόρφωσης και δεξιοτήτων. Με αυτά μπορούμε να κάνουμε κάτι;

18 Ιανουαρίου 2015

Παρασκευή βράδυ, ξημέρωμα Σάββατο




Έπεσε πάνω μας βαριά αυτή η καταχνιά. Βροχή, λάσπη, υγρασία, δελτία καιρού. Και το διαπεραστικό κρύο της Λευκωσίας. Τα πρωινά μαζεύεις το θάρρος σου για να δεις έξω απ’ το παράθυρο. Είμαστε άμαθοι σ’ αυτή την κατάσταση και το επιβεβαιώνεις από τις στρώσεις ρούχων που φοράμε όλοι, τον αδέξιο τρόπο των οδηγών στους δρόμους, δηλαδή εκείνο το μίγμα διστακτικότητας και κουτοπονηριάς. Ίσως αυτό να είναι το κακό της ράτσας μας: από τη μια προτάσσει το προσωπείο της αρετής και της ταπεινότητας και από την άλλη προσπαθεί να βρει έναν καινούργιο πανούργο τρόπο να παραβιάσει τον κανόνα, ελπίζοντας ότι θα τη βγάλει καθαρή, χωρίς συνέπειες. Όταν έρθει η ώρα της ευθύνης και του ξεσκεπάσματος όμως, όλοι έχουν ήδη προτεταμένους τους δείκτες στον γείτονά τους. «Αυτός, αυτός, αυτός». Κι είναι αυτό που με αιφνιδιάζει περισσότερο, η ετοιμότητα του να «δώσεις» τον άλλο στεγνά και η προτροπή να σφυρίξουν τα δρεπάνια στο διπλανό χωράφι. Μιλάω γι’ αυτούς που έχουν μόνο δικαιολογίες για τους εαυτούς τους και μόνο αντιρρήσεις για τους άλλους. Αν τύχει να τους συναπαντήσεις, βουλιάζεις αργά στον ελώδη βούρκο των επιχειρημάτων τους και της ανεπάρκειάς τους. Μακριά, γιατί ο πνιγμός είναι το αναπόφευκτο τέλος. Και δεν αναφέρομαι σε πραγματικούς πνιγμούς, αξιόποινες πράξεις και αδικήματα συνωμοσιολογικής φύσης, αλλά στις άλλες συμπεριφορές και τις σχέσεις που έρχονται να εγκλωβίσουν και να εξουσιάσουν τους ανθρώπους, στους έρωτες, στην οικογένεια, στις φιλίες και όπου αλλού τύχει να βρεθούν τουλάχιστον δύο άνθρωποι. Έλεγα για αυτές τις μέρες, λοιπόν, που μοιάζουμε να διανύουμε την ατελείωτη επικράτεια ενός σκοτεινού χειμώνα. Κεφάλι κάτω, γιακάδες πάνω, κόντρα στον άνεμο, ριπές βροχής στο πρόσωπο κι οι στάλες που έρχονται σε αντικατάσταση δακρύων ή για να καθαρίσουμε έναν παλιό λεκέ που τον κουβαλάμε και μας βασανίζει. Τα σκέφτομαι αυτά, πίνοντας ένα ουίσκι (ύστερα από χρόνια), Παρασκευή βράδυ, ξημέρωμα Σαββάτου και στο background οι δέκτες μου πιάνουν τις λέξεις από τις κουβέντες των φίλων μου, ίσα-ίσα για να εικάζω το νόημα και να μπορώ να πω κι εγώ δυο κουβέντες όταν έρθει ώρα. Μα εγώ ξεκίνησα για να καταθέσω μια σκέψη για το τώρα και ξεστράτισα ξανά. Αυτό ήταν το πρόβλημά μου από παλιά: ήθελα να κυνηγώ κάθε παράδοξη και παλαβή σκέψη που μου φαινόταν ενδιαφέρουσα σε μια δεδομένη στιγμή και τρόμαζα στο ενδεχόμενο να τη χάσω. Αν καθαρίσω όλες τις φιοριτούρες, τα στολίδια και τα μπαγκάζια, θα έλεγα ότι τελικά αυτά τα μυαλά είναι που με έφεραν ώς εδώ. Έξω, μου φαίνεται άρχισε να ξανοίγει και, έστω για τώρα, αυτό είναι που θέλω να κυνηγήσω... 


 

17 Ιανουαρίου 2015

Désolé


Ύστερα από χρόνια - στα μαλλιά λίγα χιόνια.

“Έλεγα μήπως βρισκόμασταν...”.

(Διάλειμμα για τον αναγκαίο δισταγμό, την ώρα που η επιθυμία διαλύει κάθε σύνορο). 

“Εντάξει, την άλλη Τρίτη στο ιταλικό”. 

(Παύση, ζύγιασμα, το οξυγόνο πάει να τελειώσει).

Λίγο μετά: 
“Τι θα φορέσεις;”. 

(Ένα χαμόγελο διαπερνά τον ήλιο και η καρδιά της πάλλεται στο σύμπαν). 

“Ένα ζευγάρι σκουλαρίκια”.

Οι κόρες των ματιών του διεστάληκαν, σχεδόν θα κάλυπταν την οθόνη. 

(Στον κατάλογο με τα άπειρα πράγματα που τον γοήτευαν πάνω της ήταν κι αυτό: το υπόγειο χιούμορ κι ο τρόπος της να ξεφεύγει όταν τη στρίμωχνε. Eκείνες τις φορές, έμενε φευγαλέα μια υποψία από τη μυρωδιά της και με τις δύο-τρεις εισπνοές που είχε διαθέσιμες πριν αυτή χαθεί, την ένιωθε να φτάνει στην πιο βαθιά μέσα του άβυσσο).

Έπειτα ήρθαν τα λόγια, οι πράξεις κι οι παραλείψεις, οι επιθυμίες και οι ανεπάρκειες.

Κι αργότερα μεσολάβησαν οι φόβοι, οι αδυναμίες κι οι ενοχές. 

Κι όλα αυτά, κάποιος τα έπαιζε στο fast forward με κυνική διάθεση.

Κι έτσι πέρασαν κιόλας δυο χρόνια από τότε.

Τώρα; 

Μόνο η πραγματικότητα. 

(Στ' αλήθεια, désolé)


4 Ιανουαρίου 2015

Απολογισμός




Έκλεινα τα τεφτέρια μου για τη χρονιά και δεν ήξερα από πού και πώς να σουλουπώσω την κατάσταση. Στις στήλες μου: έξοδα-έσοδα, κερδισμένα-χαμένα, απώλειες-προσθήκες. Πάλι ένιωθα ότι κάπου στο μέτρημα έχασα το λογαριασμό ή, χειρότερα, ότι κάποιος μου έκλεψε κάτι από το μερτικό μου. Είχα μείνει με την απορία μπροστά στα χαρτιά μου, τις κούτες με τα παλιά άρθρα, τα παραχωμένα σημειώματα, τη σαβούρα και τον πλούτο μιας ολόκληρης χρονιάς. Μαθημένος από τους άλλους, έψαχνα στον κατάλογο των επιτευγμάτων, ήθελα να σημειώσει κάποιος ένα μικρό αστεράκι δίπλα στις στήλες μου, όπως έκαναν παλιά οι δασκάλες στα τετράδιά μας. Αλλά ο έπαινος είναι μια μικρή παγίδα, ένα κλουβί που παγιδεύει το πιο περίεργο ή θαρραλέο πουλί.
Ας είναι. Γύρισα πάλι στις σκέψεις μου. Τι πήρα, τι άφησα, με ποιον ταξίδεψα, ό,τι με πόνεσε κι ό,τι μου έλειψε. Βρήκα τις χαρακιές στο σώμα, ξέθαψα τις ηδονές (αυτές είναι πιο δύσκολο να τις πείσεις να ξαναδούν το φως) και καταχώρισα ξανά τα γεγονότα και τις παραλείψεις. Δεν ήταν έκπληξη ότι βρήκα και τα δικά μου λάθη, εκεί που άκουσα τη διαίσθησή μου και την αγνόησα, αλλού που είδα περισσότερα χρώματα απ’ ό,τι υπήρχαν. Αλλά και το ανάποδο: εκεί που άκουσα νέες μουσικές αλλά δεν τόλμησα, εκεί που ανοίχθηκαν πόρτες και δεν τις διάβηκα. Τι θα έπρεπε άραγε να κάνει κάποιος όταν η εξαπάτηση στρέφεται ενάντια στον ίδιο τον εαυτό του;
Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ο παλιός ο χρόνος μου είχε φέρει ένα σωρό νέα ερωτήματα, ιδέες και αγωνίες που δεν είχα προηγουμένως. Μαζί και τη δύσκολη περίσταση της αποκάλυψης, εκεί που το σκηνικό πέφτει, οι προφάσεις τελειώνουν, τα ψέματα καταρρέουν και οι αλήθειες ορθώνονται σκληρές και δύσκολες. Ίσως αυτό να συνέβαινε και παλιότερα, μόνο που τώρα δίνω περισσότερη προσοχή, μια χαραμάδα συνειδητότητας έχει ανοίξει και ένα φως παλεύει να μπει από εκεί μέσα. Μόνο που κι εκεί, όπως και στ’ άλλα που έχουν αξία, χρειάζεται αποκοτιά ή αποφασιστικότητα που ετοιμάζεται προσεκτικά για χρόνια, για να αντικρίσεις εντός σου.
Καθώς όλα αυτά με περιτριγύριζαν έπεσα σε ένα κείμενο στον ωκεανό του διαδικτύου, που τελείωνε λέγοντας: «Αυτά σκέφτομαι και λέω είσαι τυχερός που έζησες ακόμη μία φορά τα απλά. Τα πολύπλοκα με μπερδεύαν, άλλωστε, ανέκαθεν». Η φράση έμεινε για ώρα στο μυαλό μου κι ένιωθα ότι κάποιος μου έδωσε ένα κλειδί για μια πόρτα που δεν είχα ακόμα ανταμώσει. Ίσως του χρόνου, τέτοια εποχή να έχω την απάντηση.