2 Αυγούστου 2015

Τρόποι και ψέματα




Πρώτα ηταν η "ευρωπαϊκή λύση". Αυτο το χονδροειδές ψέμα και η μεγαλύτερη πολιτικη αγυρτεία των τελευταίων δεκαετιών. Θα γινόμασταν πιο ισχυροί, θα διαπραγματευόμασταν από θέση ισχύος και θα υποχρεώναμε την Τουρκία να παίξει με τους όρους μας. Οι ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, που παρεμπιπτόντως κανείς δεν ήξερε να τις ονοματίσει ούτε να προσδιορίσει το περιεχόμενό τους, θα κάθονταν στο σβέρκο των κατακτητών και σε όσους τους έκαναν πλάτες. Όταν άρχισαν οι συνέπειες αυτής της πολιτικής, όπως για παράδειγμα ο κανονισμός για την πράσινη γραμμή, η εισήγηση για το απευθείας εμπόριο και η στροφή στη νομολογία του ΕΔΑΔ, η απάτη έπρεπε να καλυφθεί κι ετσι ξεκίνησε το άλλο τροπάρι: μας τιμωρούσαν, ήθελαν να μας ταπεινώσουν, ήθελαν να αφανίσουν τους ακρίτες του ελληνισμού. Και έτσι περνούσαν τα χρονια....

Μετά, επινοηθηκε η λύση με το "σωστό περιεχομενο". Καταπίναμε αμάσητα τα κοινά ανακοινωθέντα και τις ονομασίες της λύσης, μόνο και μόνο για να ξεράσουμε μετά αυτή τη νέα σοφιστεία. Τι σήμαινε σωστό περιεχόμενο; Στη βάση ποιων κριτηρίων, πολιτικών προσδοκιών και επιδιώξεων προσδιοριζόταν; Κάθε που προέκυπτε μια βαθύτερη συζήτηση μιας πτυχής, οι επιμετρητές της ορθότητας του περιεχομένου, έβρισκαν αμέσως εκείνο το μικρό, τεχνικό, νομικό ζητηματάκι που ειχε ξεφύγει απο όλους, αλλά ήταν πασιφανές στους λίγους πεφωτισμένους και το οποίο καθιστούσε προβληματική τη λύση. Το "σωστό περιεχομενο" έγινε σαν τον μύθο του τέρατος του Λοχ Νες: όλοι μιλούσαν για αυτό, κάποιοι ισχυρίζονταν ότι το είχαν δει, αλλά ουδείς συμφωνούσε με την περιγραφή του αλλού. Και έτσι, περνούσαν τα χρονια.... 

Στην πορεία του χρόνου, η εγχώρια πολιτική ορθοδοξία δεν εφείσθη προσπαθειών για να σκοτώσει τη λύση, επινοώντας ασταμάτητα  τις πιο σπουδαιοφανεις και απίθανες  ορολογίες για να κρύψει την ιδεολογική της γύμνια και την πραγματική της πρόθεση: να μην λυθεί ποτέ το Κυπριακό. Τα υποτιθέμενα δώρα του Δ. Χριστόφια στην άλλη πλευρά, η επίδειξη διαβατηρίων στις κατοχικες αρχές κατα τις διελεύσεις της πράσινης γραμμής, ο φάκελος του χαλλουμιου, η ένωση των δικτύων κινητής τηλεφωνίας και πρόσφατα η υποστολή (sic) της σημαίας της Κυπριακής Δημοκρατιας από το όχημα που μετέφερε τον Πρόεδρο της Δημοκρατιας στην Αμμόχωστο ενείχαν κινδύνους, δημιουργούσαν ανησυχίες και αποτελούσαν βεβαιο βημα προς την αναγνώριση των τετελεσμένων.

Κάθε κίνηση προς το μέλλον καταπνίγονταν από την ακατάσχετη ηθικολογία και την πιο στρεβλή εκδοχή πατριωτικής ορθότητας που γνώρισε ο Ελληνισμός τα τελευταία πενήντα χρόνια. Το χειρότερο ηταν η καλλιέργεια του ένδοξου απομονωτισμού, της ανοησίας του ανάδελφου έθνους και του συνδρόμου ότι κάπου, κάποιοι είχαν τάξει ως σκοπό της ζωής τους την κατάλυση του κράτους μας, χαϊδεύοντας έτσι τις συλλογικές μανίες καταδίωξης μας. Και έτσι, περνούν τα χρονια...

Ομως, δεν έχουμε όλο το χρόνο στη διάθεσή μας. Ούτε ως εθνοτική κοινότητα ούτε ως κρατική δομή ούτε (το κυριότερο) ως άνθρωποι. Ειδικά για το τελευταίο, έχω σιχαθεί να ακούω τις περισπούδαστες ανοησίες, όλα τα προσχηματικά εφευρήματα και όλους όσοι τριγυρνούν σαν ψευδοπροφήτες που προαναγγέλλουν το τέλος του κόσμου για ακόμη μια φορά. Το τέλος, λοιπόν, δεν θα έρθει από μια δικοινοτική εκδήλωση, ούτε από την έμμεση αναγνώριση της κατοχής λόγω μιας κατεβασμένης σημαιούλας ή ενός ξεχασμένου θυρεού. Η πραγματικότητα ειναι οτι ο ηθικός πανικός, το καθεστώς του φόβου και ο εσχατολογικός ευαγγελισμός έχουν ως μόνο σκοπό την απραξία, τη δολοφονία καθε προοπτικής λύσης και την οριστική de jure διχοτόμηση.

Ποιο ειναι λοιπον το moral του άρθρου; Υπάρχουν 1000 τρόποι για να μην λυθεί το Κυπριακό. Για να λυθεί, ομως, αρκεί μόνο ενας. Η καμπάνα χτυπάει, ξανά, για όλους μας και πρέπει ο καθένας μας να διαλέξει τρόπο για να ανταποκριθεί στο κάλεσμά της.

19 Ιουλίου 2015

97 Boom




Βολτάριζα τις προάλλες στη Λευκωσία και σε κάποια στιγμή το μάτι μου έπεσε πάνω σε μια επιγραφή με σπρέι που έλεγε «97 Βοοm». Για όποιον δεν είναι εξοικειωμένος με την αναφορά, αυτή πάει να πει ότι αυτές τις ημέρες κατατάσσονται για να υπηρετήσουν τη θητεία τους οι άρρενες γεννηθέντες το 1997. Εμένα μου έπεσε λίγο βαριά η επιγραφή. Το 1997 είχα καταταχθεί κι εγώ μαζί με τους υπόλοιπους συνομήλικούς μου. Δεκαοκτώ χρόνια μετά, η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται για όσους έχουν γεννηθεί εκείνη τη χρονιά. Κάτι κάνουμε λάθος σε αυτό το νησί.

Ανήκω, που λέτε, σε μια γενιά που δεν αμφισβήτησε τίποτε. Ήμασταν φρόνιμοι, συνεπείς και τακτικοί. Τηρούσαμε χρονοδιαγράμματα και στόχους. Οι καλοί μαθητές πήγαιναν πρακτικό, όσοι είχαν έφεση στα νέα ελληνικά πήγαιναν κλασικό, οι αναποφάσιστοι στο οικονομικό και όσους δεν πίστευε το σύστημα τους παρκάριζε στο εμπορικό. Δίναμε παγκύπριες και τελικές εξετάσεις στα ίδια μαθήματα και σπάνια αναρωτηθήκαμε το «γιατί» πίσω από όσα μας σερβίρονταν. Όταν πλησίαζε ο καιρός της κατάταξης, κάποιοι φορούσαν άρβυλα για να συνηθίσουν, άλλοι (πιο ενθουσιώδεις) έκοβαν τα μαλλιά τους πρώτο νούμερο και όλοι μαζί παρουσιαζόμασταν με πλήρη σειρά σωβρακοφανελών στα ΚΕΝ. Η λέξη φυγοστρατία ήταν άγνωστη, όχι γιατί σφύζαμε από λεβεντιά και ετοιμότητα για να σταθούμε στην Πράσινη Γραμμή, αλλά γιατί ήμασταν φλώροι που ακολουθούσαν τα βήματα των αδερφών, ξαδέρφων, θείων, πατέρων μας.

Τέλος πάντων, τα χρόνια πέρασαν και ακόμα μια γενιά ετοιμάζεται να υπηρετήσει. Είμαι ολικά αποκομμένος από αυτή τη γενιά και αναρωτήθηκα αν είχα σήμερα έναν γιο που θα καλείτο να παρουσιαστεί στην Εθνική Φρουρά τι θα του έλεγα. Κι επίσης, τι έλεγα στον εαυτό μου, βλέποντας έναν δεκαοκτάχρονο να βουτάει σε έναν ωκεανό από τον οποίο θα έβγαινε μετά από δύο χρόνια. Έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου στο εξωτερικό, διαπίστωσα ότι οι ξένοι συνάδελφοι, συμφοιτητές και φίλοι, οι οποίοι δεν είχαν υπηρετήσει στρατιωτική θητεία στη χώρα τους, δεν ήταν λιγότερο άντρες (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό). Δεν ήταν λιγότεροι έτοιμοι για τη ζωή. Είχαν περισσότερες εμπειρίες. Είχαν ακολουθήσει μια πορεία σπουδών και εργασίας που συναποτελούσαν τη δική τους «κανονικότητα».

Κι αυτή η τελευταία λέξη είναι στην καρδιά του προβληματισμού μου. Μια κοινωνία που λέει στα νεότερα μέλη της να δώσει δύο από τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής τους σε μια στρατιωτική θητεία δεν είναι κανονική. Δεν είναι κανονικό να ανοίγεις τέτοιες παρενθέσεις στις ζωές των ανθρώπων. Δεν είναι κανονικό να ζεις με αυτές τις συνθήκες. Δεν είναι κανονικό να παρακολουθείς κάθε χρόνο την ίδια διαδικασία κατάταξης και να πιστεύεις ότι αυτό είναι κανονικότητα.

Αντίθετα, κάποτε θα πρέπει να μπορέσουμε δώσουμε μια διαφορετική απάντηση σε μια γενιά που ρωτάει «γιατί;». Να δώσουμε επιλογές και όχι υποχρεώσεις. Δυνατότητες και όχι επιβολές. Δημιουργικότητα και όχι καθήλωση. Ελπίζω του χρόνου τέτοιο καιρό, να μην δω την επιγραφή 98 Boom.

5 Ιουλίου 2015

Για την Ελλάδα




Δεν έχω συμβουλές για κανέναν. Ούτε και θέλω να έχω. Ο πόλεμος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μου είναι γνώριμος από παλιά. Η ροή πληροφόρησης και άποψης είναι ασταμάτητη και καταιγιστική. Έχω την εντύπωση ότι ένα μέρος της απάντησης που δίνει ο καθένας διαμορφώνεται κι από ένα ασυνείδητο κομμάτι του εαυτού του. Στο Ναι ή στο Όχι καταλήγει ο καθένας από μια δαιδαλώδη προσωπική διαδρομή. Άλλοι μοιάζουν πιο βέβαιοι: έχουν τις απαντήσεις και ορθολογικά επιχειρήματα στο τσεπάκι. Αυτούς τους φοβάμαι λίγο, η βεβαιότητά τους είναι μια αδιαπέραστη πανοπλία. Αναρωτιέμαι αν τα βράδια τους ζυγώνει έστω και μια υπόνοια ότι κάνουν λάθος ή έστω αν είχαν ποτέ αμφιβολία για κάτι. Μαζί τους είμαι ξένος, μα προσπαθώ να ακούσω.

Αυτό που ξέρω και θυμάμαι είναι ότι η εμπειρία του κυπριακού δημοψηφίσματος ήταν πικρή. Κι ίσως κάπου εδώ να τελειώνουν οι αναλογίες και οι παραλληλισμοί. Ό,τι κι αν πει ο καθένας μας, η Δευτέρα θα ξημερώσει όπως θα ξημερώσει για όσους μένουν Ελλάδα.
Η ευθύνη και η συνέπεια είναι αποκλειστικό κτήμα τους. Η ανησυχία μου είναι να μην είναι τόσο οριακό το αποτέλεσμα που να ρίξει την Ελλάδα σε ακόμα μια περιδίνηση. Τότε, τι; Ο μεγαλύτερος φόβος είναι ο φόβος, είπαν.

Τις μέρες αυτές μίλησα με φίλους στην Ελλάδα, ανταλλάξαμε μηνύματα, ρώτησα για τα δικά τους, τον μικρόκοσμό τους, τους γονείς και τους αγαπημένους τους, σώπασα και άκουσα. Από μια πλευρά, μου φαίνεται ότι ήταν κι αυτό κάτι που είχαν ανάγκη.
Στο ενδιάμεσο των γραμμών και των αναπνοών αγωνία, προσμονή, οργή, αμφιβολία. Οι εκτιμήσεις και οι υπολογισμοί στο πηγαινέλα κι όλα να κρέμονται από χίλιες δυο αιρέσεις. Εμείς εδώ βολοδέρνουμε παραζαλισμένοι απ’ τη ζέστη και τα δικά μας. Οι αφηγήσεις από την άλλη πλευρά του Αιγαίου φέρνουν γνώριμες εικόνες. Νομίζω ο κόσμος μας δεν θέλει να θυμάται τα δικά του.

Η Ελλάδα, λοιπόν, ψυχορραγεί. Όχι γιατί ορίστηκε ένα δημοψήφισμα - αυτό σηματοδοτεί συμβολικά μια μεγάλη στροφή προς το άγνωστο μέλλον. Η Ελλάδα, πάντα η Ελλάδα, προσωπικός τόπος ονείρου, πατρίδα και μέρος μακρινό μαζί, τρυφερό κομμάτι των πιο παλιών μου παιδικών αναμνήσεων. Αυτή είναι η περιουσία μου, μία από τις δύο πιο βαθιές μου ρίζες, η κληρονομιά από τις ιστορίες από τη Μικρασία, τις μυρωδιές από τα πλατάνια της Μακεδονίας.
Στη μακροσκοπική προβολή των πραγμάτων, θυμάμαι στίχους που πρωτοέμαθα από τον άλλο μου πόνο:

«Θα σταθούμε στη γη που μας γέννησε
με τη μνήμη εκείνων που διάβηκαν
την αγάπη για κείνους που θα ‘ρθουνε
και τη θεία γαλήνη στα σπλάχνα».

28 Ιουνίου 2015

Δικαίωμα στην αισιοδοξία



Είχε καιρό να μας βρει, να θυμηθούμε πού και πώς είχαμε συναπαντηθεί την τελευταία φορά. Κύλησαν τα χρόνια με σκαμπανεβάσματα, αδιέξοδα και τη συνηθισμένη καταγραφή της επικαιρότητας. Λίγο-λίγο εξομοιώνεσαι με ό,τι διαβάζεις, αφήνεσαι στη ροή των τίτλων και ανεπαισθήτως τα χρόνια φεύγουν. Κι ο χρόνος συστέλλεται και διαστέλλεται ταυτόχρονα, άλλοτε με μια αίσθηση κενού κι άλλοτε τόσο πυκνά γεμάτος, που δεν μπορείς να χωνέψεις τις διαδοχές. Τα ορόσημα είναι και οι μικρές απώλειες. Οι άνθρωποι που φεύγουν, με την πικρή επίγευση στον ουρανίσκο εκεί, επίκτητο και μη αναστρέψιμο χαρακτηριστικό, να επιμένει.
Χρωστάμε σε τρεις γενιές. Αυτούς που είναι στο μεταίχμιο: να μην τους μείνει το άχθος της ιστορίας. Σε αυτούς που έρχονται: να μην κουβαλήσουν τα ανομήματα και να μην πληρώσουν τα σπασμένα των προηγούμενων. Και σε εμάς, που βρισκόμαστε στο ανάμεσο των δύο: να μην κουβαλήσουμε το άδικο και το παράπονό τους. Έχοντας καβαλήσει τα 35 πια και έχοντας διανύσει όλες τις αποστάσεις που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα, είμαι βέβαιος πια ότι δεν μπορώ να περιμένω ούτε και να αναβάλλω, μήτε να δοκιμάζω και να δίνω δεύτερες ευκαιρίες. Αν όχι τώρα, τότε πότε κι αν όχι εμείς, τότε ποιοι, λένε τα παλιά ρητορικά ερωτήματα.
Καμιά φορά στα όνειρά μου, λείπει αυτό το βαρίδιο κι εγώ πιο ανάλαφρος πια, βγαίνω στον αφρό κι αναπνέω. Ίσως αυτό να είναι μια προσωπική εικονοποίηση του Κυπριακού: μια διαρκής ασφυξία, που δεν σε σκοτώνει, μα δεν σ’ αφήνει και να ζήσεις συνάμα. Ένα βαρύ χέρι που σε κρατάει απ’ τον λαιμό και σε κρατάει κάτω από την επιφάνεια του νερού. Κι ο χρόνος είναι πάντα τώρα, το κάθε δευτερόλεπτο είναι μια αιωνιότητα, ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών, βαρύ και αργό σαν αποχαιρετισμός σε αγαπημένη.
Αλλά, ίσως πια να έχουμε ένα μικρό δικαίωμα στην αισιοδοξία και να βρίσκουμε επιτέλους την πραγματική ανάγκη μας. Γιατί έγιναν όλα αυτά; Και πιο σημαντικό: πώς να ξεφύγουμε από όλα αυτά; Ενδεχομένως να έρχεται και με τις χρονιές που εναποθέτουν τα μικρά τους ιζήματα, αλλά το όνειρο παίρνει λιγάκι να θαμπώνει και οι βαριές ρητορείες να μην «γράφουν» μέσα μου. Κι η πραγματική ανάγκη να είναι ένα κομμάτι ρεαλισμού, ένα ταρακούνημα από την ίδια την πραγματικότητα. Δυσάρεστο, από μια έννοια. Αλλά και απελευθερωτικό μαζί, θαρρώ. Αυτό το δρόμο λέω να τραβήξω.

                                      

7 Ιουνίου 2015

Περηφάνια και προσδοκία


Παρασκευή απόγευμα κι έξω έχει μια ωραία δροσιά, αυτής της εποχής που δεν ξέρεις πώς να την ονομάσεις. Αργοπορημένη άνοιξη ή αποξεχασμένο καλοκαίρι; Η μπόρα του μεσημεριού ξέπλυνε τη βδομάδα από πάνω μου, τις υποχρεώσεις, τα τηλεφωνήματα και τις ανούσιες συσκέψεις. Έβαλα να παίζει δυνατά το La Ritournelle, που πάντα μου βγάζει δύναμη, αισιοδοξία, προσδοκία για κάτι που έρχεται, νοσταλγία για ό,τι φεύγει και σκέφτομαι πως πέρασε γρήγορα ο καιρός από πέρυσι.

Τέτοια εποχή ήταν πάλι, όταν ένα πολύχρωμο και πολύβουο πλήθος μαζεύτηκε στην πλατεία Ελευθερίας για να φωνάξει «φτου ξελευτεριά». Πέρυσι ήταν ο καιρός των προσδοκιών και των ελπίδων. Αυτής της μικρής φωτιάς που τρέφεις μέσα σου, που της σιγομιλάς και την κρατάς, μέχρι να έρθει η ώρα της να φουντώσει και να κάψει τον παλιό κόσμο. Δεν ξέρεις πότε θα έρθει η ώρα, μα όταν έρχεται το νιώθεις από τον ήχο, τη μυρωδιά, τα χαμόγελα, τον τρόπο που συνηγορεί ακόμη κι ο αέρας για να κυματίζουν οι σημαίες, μαζί κι ο ήλιος για να στραφταλίζουν οι πινακίδες και τα πανό. Τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια ιδέα που έχει φτάσει η ώρα της. Έτσι και τώρα, σκέφτομαι για την αυριανή μέρα, που όταν όλοι εσείς θα διαβάζετε θα είναι πια χθες. Ότι θα είναι ωραία να είμαστε πολλοί, να γελάσουμε ξανά, να βρεθούμε με φωνές και σιωπή στον δρόμο, να αγγιχτούμε και να μιλήσουμε.

Μ’ αρέσει που επιτέλους βρήκαμε έναν τρόπο να βάλουμε το πολιτικό στη ζωή μας – από κάπου εξάλλου έπρεπε να ξεκινήσουμε. Κι ότι αυτή η συνάντηση θα είναι ένα σκούντημα στις νωθρές ή ανενεργές μας συνειδήσεις. Με ενθουσιάζουν τα μικρά «κλικ» που ακούγονται από το ρολόι της ιστορίας που γυρίζει και τα μικρά «κρακ» από τον παλιό κόσμο που ραγίζει. Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι ο κόσμος δεν θα άλλαζε με γροθιά και δουλειά πολλή, αλλά με αγάπη και μουσική.

Έστω! Ας βγαίνουν πάντα λάθος οι προβλέψεις, αρκεί να είμαστε κι εμείς εκεί, ανάμεσα στους πολλούς που βίωσαν το τρίξιμο στην πόρτα που ανοίγει και που ήταν παρόντες την ώρα που ο νέος κόσμος γεννήθηκε. Στον Δημοτικό Κήπο, ένα κυριολεκτικά βήμα από την πράσινη γραμμή, στο Πάρκο της Ειρήνης, υποψιάζομαι ότι κάτι πιο μεγάλο θα χτιστεί. Μια μεγαλύτερη συνειδητότητα για την ανάγκη να φτιάξουμε μια Κύπρο για όλους, χωρίς φόβους και ταπεινώσεις, δίχως πόνους και απώλειες. Αλλά αντίθετα, ένα νησί που, διάολε το αγαπώ τελικά τόσο πολύ τελικά, θα μας χωράει όλους, όπως κι αν είμαστε φτιαγμένοι, απ’ όπου κι αν κρατάει η φύτρα μας. Η μικρή φωτιά μέσα μου ζητάει περισσότερα από πέρυσι. Της σιγομιλάω κι αποκρίνεται. Ίσως του χρόνου να μαζευτούμε εκεί για να τελειώνουμε και με τις τελευταίες εκκρεμότητες σ’ αυτό το νησί: τα συρματοπλέγματα, τα «αλτ» και τα γαλανόλευκα βαρέλια. Ρε, λες;

31 Μαΐου 2015

Το σκουπιδιάρικο της Ιστορίας




Η πολιτική και η Ιστορία μας ξανακτυπάνε την πόρτα. Δεν έχει σημασία αν θέλουμε να ακούσουμε ή να καμωθούμε ότι ήταν ένας τυχαίος αέρας που πέρασε από τη γειτονιά. Το δίλημμα θα φτάσει ενώπιόν μας, είτε με την κατάληξη σε δημοψήφισμα είτε με τη συνολική αποτυχία ή τερματισμό των συνομιλιών. Και όπως σε όλα τα κράτη, δεν έχουμε την ευχέρεια να ζητήσουμε από την πλειοψηφία να ζήσει με την επιλογή της, ενώ η μειοψηφία να δημιουργήσει το δικό της παράλληλο σύμπαν, όπου τα πράγματα θα λειτουργήσουν διαφορετικά.

Ας μην εκληφθεί η προσέγγισή μου ως μια κραυγή εσχατολογικού χαρακτήρα. Παρά μόνο ως κριτική στην άποψη που θέλει τα πράγματα να μην αλλάζουν, τις επιλογές να μην έχουν συνέπειες, τους ανθρώπους να μην έχουν ατομική ευθύνη. Η συγκυρία μας φέρνει για μία δεύτερη φορά την ευκαιρία να διαλεχθούμε με την ιστορία, την πολιτική, τον σύγχρονο κόσμο, την προοπτική, τους εαυτούς μας τους ίδιους. Η επιλογή της ακινησίας, της διατήρησης του σημερινού καθεστώτος, της στείρας άρνησης δεν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, αλλά συνεπάγεται συγκεκριμένο και μετρήσιμο κόστος.

Η Κύπρος έχει σαφή και μετρημένη αξία στον κόσμο, την ΕΕ  και την περιφέρειά της. Το μέγεθός μας οφείλουμε να το αποτυπώσουμε αυθεντικά και έντιμα, και όχι μέσα από παραμορφωτικούς καθρέφτες, οι οποίοι άλλοτε επιστρέφουν την εικόνα ενός γίγαντα κι άλλοτε τη θλιβερή μιζέρια ενός ζωυφίου που κάποιοι ετοιμάζονται να το συνθλίψουν. Ας μην αφεθούμε σε καμία από τις δύο ακραίες μορφές αντιμετώπισης. Ο τόπος μας χόρτασε το είδος του ηθικού πανικού που επικρατεί στη δημόσια σφαίρα για δεκαετίες. Οι επόμενοι μήνες δεν είναι μήνες για να διεκτραγωδήσουμε τις εξελίξεις ούτε και για να επιστρέψουμε στη νοσηρότητα ενός ακόμη διχασμού. Για μία φορά, ας επιλέξουμε την ψυχραιμία και τον ορθό λόγο, μακριά από συναισθηματισμούς, υπερβολές και φορτισμένα λόγια.  Ας επιλέξουμε να ανοίξουμε τον τόπο, τα μυαλά μας και τα αυτιά μας στον κόσμο.

 Το σκουπιδιάρικο της Ιστορίας ετοιμάζεται να ξαναπεράσει από τη γειτονιά μας. Σε αυτό επιβαίνουν οι υπηρέτες της, οι άνθρωποι με τα μεγάλα σάρωθρα και τις κυνικές κινήσεις. Ποιους άραγε θα μαζέψουν για να στείλουν στις χωματερές και τις υποσημειώσεις των βιβλίων; Όσους θα πιστέψουν και θα προσπαθήσουν για τη λύση στη βάση της ομοσπονδίας ή όσους θα αντισταθούν στην αλλαγή και θα επιχειρηματολογήσουν για την απόρριψή της; 

Αν θα έπρεπε με δυο λόγια να αποτυπώσω το προσωπικό πολιτικό μου credo, αυτό θα ήταν ότι πιστεύω γνήσια στη λύση της ομοσπονδίας, στη συνύπαρξη, στην επούλωση των τραυμάτων, στην αναγνώριση της θυματοποίησης, στην υπεύθυνη και αποτελεσματική συμμετοχή του κάθε πολίτη και της κάθε κοινότητας στη διακυβέρνηση του τόπου. Πιστεύω αυθεντικά στη ζωντανή προοπτική μιας ενωμένης Κύπρου, στην κοινωνική αλλαγή που αυτή θα φέρει, στις πολιτικές της συμφιλίωσης και στις δυνάμεις της μετριοπάθειας. Επιλέγω τον άγνωστο και θαυμαστό καινούργιο κόσμο, που θα φτιάξουμε με τη λύση.

Κι από την άλλη, απορρίπτω τη λογική του διαχωρισμού, της διαρκούς αντιπαράθεσης και τη ρητορική του θανάτου που τις συνοδεύει. Απορρίπτω τη στασιμότητα, τη λογική του ηρωικώς πεσόντος και αποτυχόντος, ακόμα και αυτή την ίδια τη ρητορική του «οδυνηρού συμβιβασμού». Αυτά είναι τα σκουπίδια δεκαετιών, που θα ήθελα να ρίξω στην καρότσα του σκουπιδιάρικου.

23 Μαΐου 2015

#to_telos_ton_psevdaisthiseon




·      Ψευδαίσθηση είναι να ξυπνάς κάθε μέρα, τα τελευταία πενήντα χρόνια, και οι εφημερίδες να έχουν το ίδιο πρωτοσέλιδο: το Κυπριακό.
·      Ψευδαίσθηση είναι να κηρύσσεις μακροχρόνιους και να τάζεις την επιστροφή όλων των προσφύγων.
·      Ψευδαίσθηση είναι να προβάλλεις το οικονομικό θαύμα της Κύπρου, προσποιούμενος ότι τα λεφτά βλάστησαν στη γη ή έπεσαν από τον ουρανό.
·      Ψευδαίσθηση είναι να ζεις δανειζόμενος από το μέλλον σου.
·      Ψευδαίσθηση είναι να ψηφίζεις κάθε φορά όσους διεκδικούν τις εκλογές με τα ίδια προεκλογικά συνθήματα: αξιοκρατία, αλλαγή, διαφάνεια.
·      Ψευδαίσθηση είναι να περιμένεις κάτι να αλλάξει, αρκεί να μην κουνηθείς ο ίδιος.
·      Ψευδαίσθηση είναι να πληρώνεις έκτακτη αμυντική εισφορά, πιστεύοντας ότι μπορείς με αξιώσεις να αναμετρηθείς στρατιωτικά.
·      Ψευδαίσθηση είναι να θεωρείς ότι το να εργοδοτείς έναν κακομοίρη από την Ασία σε καθιστά Ευρωπαίο.
·      Ψευδαίσθηση είναι η δημοκρατία στην οποία το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να ψηφίζεις κάθε πέντε χρόνια.
·      Ψευδαίσθηση είναι οι ευγενικές χορηγίες των μεγαλοεπιχειρηματιών με τα δανεικά που έχουν πάρει.
·      Ψευδαίσθηση είναι να μιλάς για το Κυπριακό σαν να ζεις στις 14 Ιουλίου 1974.
·      Ψευδαίσθηση είναι να πιστεύεις ότι δεν υπάρχει διαπλοκή τραπεζών-πολιτικών-γραφείων.
·      Ψευδαίσθηση είναι να πιστεύεις ότι τα λεφτά στην εκκλησία του Τράχωνα τυγχάνουν συνετής διαχείρισης.
·      Ψευδαίσθηση είναι να ευελπιστείς ότι θα εκλεγεί κάποιος βουλευτής χωρίς να έχει εκστομίσει τις λέξεις: ιερό, απαράδεκτο, απαράγραπτο.
·      Ψευδαίσθηση είναι να ελπίζεις ότι θα πάρει πρωτάθλημα η Ομόνοια.
·      Ψευδαίσθηση είναι να διορίζεις τον διάβολο διοικητή του Παραδείσου και να περιμένεις τα χερουβείμ να ψάλλουν κατανυκτικά.
·      Ψευδαίσθηση είναι ότι μας διοικούν άριστοι.
·      Ψευδαίσθηση είναι να πιστεύεις ότι η κοινωνική αλληλεγγύη ισοδυναμεί με 10 ευρώ στον Ραδιομαραθώνιο.
·      Ψευδαίσθηση είναι να μιλάς για επανεκκίνηση της οικονομίας, την ώρα που η αγορά έχει πεθάνει και ο κοινωνικός ιστός ξηλώνεται από τα κάτω.
·      Ψευδαίσθηση είναι να πιστεύεις ότι κάποιος νοιάζεται πραγματικά.
·      Ψευδαίσθηση είναι οι ομιλίες στη Βουλή κατά τη διάρκεια της ψήφισης του προϋπολογισμού.
·      Ψευδαίσθηση είναι να ταΐζεις τον κόσμο τηλεοπτικά σκουπίδια και μετά να τον κατηγορείς ότι δεν είναι ενεργός πολίτης.
·      Ψευδαίσθηση είναι να πιστεύεις ότι ο σοσιαλισμός είναι δυο ενέσεις μπότοξ στα συνθήματα του ’70.
·      Ψευδαίσθηση είναι ο ήχος της σφραγίδας πάνω στη «βίζα» των κατεχομένων.
·      Ψευδαίσθηση είναι οι Κυριακές στο mall που καθιστούν αναλώσιμους τους εργαζόμενους και καταναλωτικά ρομπότ τους πολίτες.
·      Ψευδαίσθηση είναι να αναμένεις από τους μαθητές να αναπτύξουν αυτό το θέμα σε 450 λέξεις.

3 Μαΐου 2015

Η άλλη όχθη γέννησε

http://vlemmata.blogspot.com/

Το λάθος ερώτημα




Παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον τις απόψεις που βλέπω στη δημόσια σφαίρα για το ζήτημα της οριζόντιας ψήφου. Υπέρ, κατά, αδιάφοροι και τ’ άλλα παιδιά, όλοι φαίνονται να ασχολούνται, επιτέλους, με ένα θέμα που έχει μυρωδιά πολιτικής. Μόνο που το ζήτημα της εισαγωγής της μοιάζει να είναι το λάθος ερώτημα. Κι εξηγούμαι, αφού πρώτα αποπειραθώ να συνοψίσω.

Το προφανές θετικό της είναι ότι διευρύνει τα όρια της επιλογής, επιτρέποντας την επιλογή των αξιότερων, ικανότερων, εντιμότερων, απεγκλωβίζοντας τους ψηφοφόρους από τον κομματικό εναγκαλισμό και επιτρέποντας το όνειρο της εκλογής στους ανεξάρτητους βουλευτές. Από την άλλη τα μειονεκτήματά της φαίνονται να υπερτερούν αριθμητικά και ποιοτικά. Κανείς δεν φαίνεται να προσμετρά τη δυνατότητα κατευθυνόμενης ψήφου από τους ισχυρούς κομματικούς πυρήνες προς υποψηφίους άλλων κομμάτων. Ή τα εκλογικά μαθηματικά που τη συνοδεύουν. Ή τη δυνατότητά της να καθιερώσει το σταριλίκι και τις εξαρτήσεις από χρήμα, προβολή και πάτρωνες. Κι επίσης, τη συναίρεση των θέσεων, ώστε όλοι να είναι λίγο πιο στρογγυλεμένοι και ελκυστικοί, πολιτικά ομιλούντες.

Ωστόσο, το αίτημα για την εισαγωγή της φαίνεται να αποτελεί μια αντανακλαστική απάντηση στο λάθος ερώτημα. Πρώτα από όλα, η θετική πτυχή της φαίνεται να εδράζεται στην υπόθεση ότι ο εκλογικός κατάλογος της Κυπριακής Δημοκρατίας συντίθεται από αδιάφθορα, άνευ εξαρτήσεων, πλήρως έλλογα όντα, με κοινό κώδικα ηθικής, αξιών και ικανότητα αξιολόγησης. Να μου επιτρέψετε να έχω αμφιβολίες για αυτό. Και παραπέρα: η αλλαγή του εκλογικού συστήματος δεν θεραπεύει τις κακοδαιμονίες, τις παθογένειες και τις αδυναμίες του πολιτικού και πολιτειακού μας βίου.

Ακόμα και αν το εκλογικό σύστημα για την εκλογή βουλευτών άλλαζε αύριο, θα παρέμεναν οι υπόλοιπες δυσλειτουργίες, όπως για παράδειγμα η απόλυτη εξουσία του εκάστοτε Προέδρου να διορίζει σε κάθε εκτελεστική θέση ακόμα και τον κηπουρό του, οι δυσκίνητοι δικαιοδοτικοί μηχανισμοί, η απουσία ορθολογιστικού ελέγχου της λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας που ευνοεί φαινόμενα διαφθοράς, η απουσία λογοδοσίας και ευθύνης για τις κύριες θέσεις άσκησης εξουσίας και πάει λέγοντας.

Η εισαγωγή της οριζόντιας ψήφου στο δικό μας πολιτειακό σύστημα δεν διασφαλίζει την αλλαγή στον τρόπο άσκησης της εξουσίας ούτε μπορεί από μόνη της να αποτελέσει την απάντηση στο έλλειμμα πολιτικής νομιμοποίησης που διακρίνει τη χώρα μας. Δεν αλλάζει ως διά μαγείας τον τρόπο εκλογικής συμπεριφοράς ή την πολιτική παιδεία ούτε τα πελατειακά δίκτυα πολιτικής επιρροής στον κυπριακό μικρόκοσμο. Η εισήγηση για την εισαγωγή της θα είχε νόημα αν σκεφτόμασταν τη συνολική αλλαγή του συστήματος διακυβέρνησης, ενδεχομένως με το πέρασμα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και αν κάναμε μια σοβαρή προσπάθεια ριζικής αναδιάρθρωσης της λειτουργίας του κράτους και του πολιτειακού συστήματος. Αυτό είναι το σωστό ερώτημα, κατά την άποψή μου.

Κι αντίθετα, η συζήτηση για την οριζόντια, υπό τις παρούσες συνθήκες, λειτουργεί αποπροσανατολιστικά έναντι των πραγματικών ζητημάτων. Έτι χειρότερον, η απόρριψη της ιδέας εισαγωγής της παρουσιάζεται ως η βολική επιλογή για τα αποσαθρωμένα κόμματα που επιχειρούν να περιχαρακώσουν τους οπαδούς τους και να υπερασπιστούν τα προνόμια και τις εξουσίες τους. Βούτυρο, δηλαδή, στο ψωμί των ακραίων μορφών πολιτικής έκφρασης που ευαγγελίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ότι θα καθαρίσουν τον τόπο.

19 Απριλίου 2015

Θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα




Ήταν ο Δάντης νομίζω που είχε αναφέρει ότι τα πλέον φλέγοντα μέρη στην κόλαση προορίζονται για αυτούς που σε καιρούς μεγάλης κρίσης παρέμειναν ουδέτεροι. Θα τους έχετε συναντήσει κι εσείς σε πολλές περιστάσεις και θα τους έχετε παρατηρήσει με διάφορες αφορμές. Για τους ουδέτερους μιλώ, που είτε με τη σιωπή είτε με την υπεκφυγή και το στρογγύλεμα των λόγων τους αποφεύγουν να πάρουν θέση στις δύσκολες στιγμές. Αναμένουν μόνο να κοπάσει ο κουρνιαχτός και φρόνιμα και τακτικά πάνε με κείνον που νικά. Είναι η εύκολη και ασφαλής λύση. Σωπαίνεις, εξαφανίζεσαι από το προσκήνιο και όταν ξεκαθαρίσει η κατάσταση εμφανίζεσαι για να δοξάσεις τον νικητή και να υπενθυμίσεις ότι ήσουν πάντα στο πλευρό του.

Ας μην προσθέσω κι εγώ ακόμη ένα κλισέ στα τόσα που ακούσαμε: δεν εκφράζω τη θλίψη μου και την απογοήτευσή μου ούτε τον προβληματισμό μου για τα τεκταινόμενα των ημερών. Αντίθετα, νιώθω ότι όσα βιώνουμε θα έπρεπε να ήταν καλοδεχούμενα. Απέναντι στη συνήθη πρακτική του όπως-όπως κουκουλώματος και στις θλιβερού περιεχομένου συνεννοήσεις, έχουμε επιτέλους την ευκαιρία να δούμε τα πράγματα να εκτυλίσσονται με έναν διαφορετικό τρόπο. Μέσα στην αναμενόμενη συνωμοσία σιωπής, δημιουργείται με εκκωφαντικό τρόπο μια δυναμική που μιλάει απλά, δίκαια, λογικά. Είναι ηθική υποχρέωσή μας να τη δυναμώσουμε, να σταθούμε δίπλα της, να την προστατεύσουμε.

Ο πιο μεγάλος αιφνιδιασμός για όλους αυτούς που έμαθαν να διοικούν σηκώνοντας το ακουστικό, μοιράζοντας εντολές και ζητώντας από τους γύρω τους να χειροκροτούν ή να πέφτουν στα γόνατα είναι ότι τους απευθύνθηκε η απλή γλώσσα της νομιμότητας. Όσοι έμαθαν να ελίσσονται, να συνεννοούνται, να βρίσκουν κοινούς κώδικες για να πορευτούν χέρι-χέρι, άλλοτε συγκαλύπτοντας τα ανομήματά τους κι άλλοτε προσποριζόμενοι τα οφέλη της εξουσίας, τα έχασαν ενώπιον του αυτονόητου, ότι δηλαδή μια εκ των προτέρων γνωστή και πάγια διαδικασία θα εφαρμοστεί για την εξέτασή τους και τώρα πασχίζουν να απαλλαγούν, έτοιμοι να κόψουν ακόμα και την ουρά τους για να ξεφύγουν από το δόκανο.

Μπροστά στην παρούσα κρίση, έχουμε μια άριστη ευκαιρία να εμπεδώσουμε απλά μαθήματα κράτους δικαίου και εύρυθμης πολιτειακής λειτουργίας. Ιδανικά θα είχαμε συνεπείς και αφοσιωμένους πολιτικούς, οι οποίοι θα αναδεικνύονταν από συνειδητοποιημένους και υπεύθυνους πολίτες. Ωστόσο, η πραγματικότητα μας ταΐζει διαρκώς διαψεύσεις κι έτσι δεν έχουμε παρά να επιλέξουμε τους λίγους από την κάθε ομάδα που μπορούν να τραβήξουν κουπί.

Από τη μια, εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο πρώτος με τον οποίο θα πρέπει να έρθει σε ρήξη ο Πρόεδρος είναι με τον εαυτό του και τις επιλογές του. Έχει μια εξαιρετική, και πλέον τελευταία, ευκαιρία να σώσει την υστεροφημία του και τον τόπο. Από την άλλη, το πολιτικό αισθητήριό μου, που επιβεβαιώνεται από όσα ακούω γύρω μου, λέει ότι αν τα πράγματα οδηγηθούν στην απομόνωση και τον παραγκωνισμό, με οποιοδήποτε τρόπο, του γενικού εισαγγελέα τότε δεν θα απομείνει κανένα εμπόδιο για τον ολοκληρωτικό εκμαυλισμό της κοινωνίας μας.

Η ερμηνεία των εξελίξεων δεν μου αφήνει προσωπικά αμφιβολία ότι το κατεστημένο, το οποίο αρνείται να παίξει με τους κανόνες, θέλει να εξωθήσει τα πράγματα σε ακόμα πιο ακραίες καταστάσεις. Με τη μαφία δεν μπορείς να συνομιλήσεις με φυσιολογικούς όρους και, όχι τυχαία, σε χώρες με βαθιές ρίζες παρανομίας, διαπλοκής και ασυδοσίας, η μόνη αποτελεσματική απάντηση σε όλους αυτούς δεν ήταν ο κατευνασμός ή η αδιαφορία, αλλά το ότι τους τάραξαν στη νομιμότητα. Ελπίζω ότι κι εδώ η ίδια μέθοδος θα φέρει στα συγκαλά τους όσους ζαλίστηκαν από την άσκηση, αυτού που λανθασμένα θεωρούσαν ως ανέλεγκτη εξουσία.