26 Αυγούστου 2012

Μπορούμε καλύτερα!



Μία από τις πιο διαβρωτικές συνέπειες του «πολιτικού κεκτημένου» που μας κληροδοτεί η παρούσα πενταετία είναι η πεποίθηση που έχτισε σε πολλούς συμπολίτες μας ότι όποιος κι αν είσαι, όπως κι αν είσαι, ασχέτως τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, μπορείς να έχεις τη δική σου ευκαιρία να αναρριχηθείς στην ιεραρχία, να διοριστείς κάπου, να καταξιωθείς σε δημόσιο αξίωμα. Υποψιάζομαι ότι το ΑΚΕΛ μελέτησε προσεκτικά τον παλιό του κυβερνητικό εταίρο, το ΔΗΚΟ, και έμαθε την αγοραία γλώσσα της δημόσιας υπηρεσίας και το λεξιλόγιο των μόρτηδων της εκδούλευσης. Επεξέτεινε, έτσι, τους ορίζοντες της δύναμης που έχει η άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας στην Κύπρο.
Η θέση αυτή εγείρει πολύ συχνά αντιρρήσεις. Κατ’ αρχάς, μυρίζει ελιτισμό από χιλιόμετρα και φαίνεται να προκρίνει την αναπαραγωγή μιας ταξικής διάρθρωσης στον εργασιακό χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και στην κατοχή δημοσίων αξιωμάτων. Ωστόσο, το γεγονός παραμένει ότι όσοι με τη δική τους θέληση πιστώνονται στον συγκεκριμένο κομματικό χώρο, δεν έχουν αυτομάτως και τα αναγκαία προσόντα ή ικανότητες για το πόστο που κατέχουν. Κι αυτό λειτουργεί απελευθερωτικά για κάθε μίζερη μετριότητα (ή, έτι χειρότερο, κάποιον κάτω του ορίου αυτού) που κυκλοφορεί ανάμεσά μας: αφού ακόμα και ο τάδε έγινε πρόεδρος, βουλευτής, υπουργός, διευθυντής, υπεύθυνος, αξιωματούχος, τότε γιατί όχι κι εγώ; Κι αν οι σταχανοβιστές κομισάριοι κατάφεραν να διαχειριστούν όπως διαχειρίστηκαν την εξουσία τα τελευταία χρόνια, οι κομματικοί μουτζαχεντίν της απέναντι πλευράς έχουν λύσει κιόλας τα ζωνάρια τους. Οι εφημερίδες αναφέρουν ότι ήδη υποβάλλονται αιτήματα στην Πινδάρου για τη συμμετοχή στο theme-πάρτι «καμένη γη» που θα ξεκινήσει τον Φεβρουάριο.
Μια άλλη αντίρρηση, ως άλλη όψη της προαναφερθείσας, είναι η κοινότοπη δικαιολογία που ακούγεται: είναι άλλοι που έκαναν τρισχειρότερα, οι S-300, το χρηματιστήριο, η μαύρη δεκαετία, η Hellas Jet και διάφοροι χιλιοπαιγμένοι άσοι, που ωστόσο δεν αρκούν για να κερδηθεί η παρτίδα. Αναρωτιέμαι αν η στάση αυτή εμπεριέχει οποιοδήποτε πολιτικό, πόσω δε μάλλον αριστερό, χαρακτήρα. Η προβολή των λαθών, των ιδιοτελειών και των προβλημάτων του άλλου δεν μπορεί να σε απαλλάσσει από την κριτική και την ευθύνη που έχεις για το τώρα, για τους δικούς σου χειρισμούς, για τις δικές σου μικρές κόπρους. Αυτή είναι η αλλαγή που ευαγγελίζεται η πρόοδος, ο εκσυγχρονισμός, η δικαιότερη κοινωνία;
Κι ύστερα πάλι, είναι το επιχείρημα των παλιών διώξεων και αδικιών, που υπέστησαν οι άνθρωποι του χώρου, το οποίο κατέληξε άλλοθι και εύκολη καταφυγή όταν η κριτική γίνεται πιο έντονη. Στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, κουτσοί, στραβοί, τυφλοί που μπορεί να πέρασαν κάποτε έξω από την Εζεκία Παπαϊωάννου, βαφτίστηκαν μέλη διοικητικών συμβουλίων, οργανισμών κοινής ωφελείας και ανεξάρτητοι αξιωματούχοι. Αυτό που μου μένει, ωστόσο, είναι ότι οι αγώνες και οι προσδοκίες των ανθρώπων που πίστεψαν γνήσια σε μια άλλη κοινωνία, εξαργυρώθηκαν φτηνά από αυτό τον συρφετό. Σχεδόν 90 χρόνια αγώνες και θυσία, πήγαν στράφι λόγω ενός κακογραμμένου αρχείου excel και του εν γένει ηλεκτρονικού αναλφαβητισμού που δέρνει τους συντρόφους. Η κεντρική ιδέα του έργου όμως είναι ότι η κυπριακή κοινωνία ζει τον δικό της α λα 1980 εκΠΑΣΟΚισμό.
Ας κλείσω έτσι: αν υπάρχει κάποιος δαιμονικά έξυπνος τρόπος για να μην εκλεγεί η Δεξιά, ας προταθεί η χρήση του «Μπορούμε καλύτερα!» στην προεκλογική της εκστρατεία. Είναι βέβαιο ότι ο φόβος της ματαίωσης των ονείρων των διάφορων επίδοξων σατραπίσκων θα οδηγήσει πολλούς συμπατριώτες μας στο enfant gâté της Εκκλησίας, στην επιτομή του παραδείγματος του «τίποτα» που η περιρρέουσα μετριότητα τον έκανε να πιστέψει ότι ακόμα και αυτός μπορεί να γίνει Πρόεδρος της Δημοκρατίας…


19 Αυγούστου 2012

Η νομιμιμοποίηση της ακροδεξιάς

Η άνοδος των εκλογικών ποσοστών της Χρυσής Αυγής και η είσοδός της στη Βουλή φαίνεται ότι δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Τα νέα από την Ελλάδα συνεχίζουν να είναι ανησυχητικά: η Χρυσή Αυγή μοιράζει τρόφιμα, μόνο σε Έλληνες και κατόπιν επίδειξης ταυτότητας, και οργανώνει φονικά πογκρόμ, δρώντας αδιακρίτως και χωρίς καν το πρόσχημα κάποιας αφορμής. Η αιτία της δράσης της είναι ένας άλογος και ερεβώδης ρατσισμός, που μέρα με τη μέρα αποκαλύπτει όλο και περισσότερο τη μισανθρωπία του. Τίποτα καινούργιο εδώ από μια ακροδεξιά συλλογικότητα.

Η ανησυχητική διάσταση διαμορφώνεται από τρία διαφορετικά ζητήματα: πρώτον, από την αδράνεια του κρατικού μηχανισμού έναντι της δράσης της. Δεύτερον, από την υποψία ότι η δράση της ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και τις επιθυμίες ενός μέρους της ελληνικής κοινωνίας που ξεπερνά την εκλογική της βάση. Τρίτον, από την αμηχανία έναντί της όσων πολιτών αυτοχαρακτηρίζονται αριστεροί, δημοκράτες, προοδευτικοί κλπ.

Για το πρώτο ζήτημα, η ανοχή έναντι της δράσης της εδράζεται στις υπόγειες διαδρομές που συνδέουν τους μηχανισμούς καταστολής και το βαθύ δεξιό κράτος με τις ομάδες αυτές. Το κράτος παραχωρεί σιωπηρά το μονοπώλιο στην άσκηση βίας σε μια ομάδα με δεδηλωμένο σκοπό την επιβολή της τάξης, την επιστροφή στις παλιές καλές μέρες, το ξεκαθάρισμα του κέντρου της Αθήνας. Το τίμημα, βέβαια, είναι ανθρώπινες ζωές, απηνείς διώξεις, σοβαροί τραυματισμοί από τη δράση μιας παρακρατικής οργάνωσης, που εμπίπτει ξεκάθαρα στις διατάξεις του κοινού ποινικού δικαίου. Όταν η αστυνομία ξυπνά, είναι για να εκτελέσει τις επιχειρήσεις-σκούπα που καταλήγουν στη σύλληψη κυρίως νόμιμων μεταναστών.

Το πιο ανησυχητικό όμως είναι οι κουβέντες που θα ακούσεις στα σπίτια, στις παρέες, στον απλό κόσμο. Όλο και πιο συχνά, ακούγονται οι κουβέντες «καλά να πάθουν», «ήταν καιρός να γίνει κάτι», «αφού το κράτος δεν μπορεί…», «γεμίσαμε από δαύτους». Η βία της Χρυσής Αυγής, ακόμα και αυτή που αφαιρεί ζωές, νομιμοποιείται στη συνείδηση ενός μέρους της κοινωνίας που είναι μπουχτισμένη, αηδιασμένη και σε αδιέξοδο. Η βία που ασκεί στο όνομά τους η Χρυσή Αυγή είναι μια μικρή εκδίκηση για τους μικροαστούς που συνθλίβονται από την οικονομική κρίση και ψάχνουν αναγνώριση για τον πόνο τους και ένα χέρι να τους τραβήξει από τον βούρκο. Το οποίο κάνει με προσφυή τρόπο η Χρυσή Αυγή, διανέμοντας τρόφιμα, περιπολώντας στις γειτονιές, διώχνοντας τους μετανάστες, καταλαμβάνοντας τον ζωτικό χώρο που εγκατέλειψε το κοινωνικό κράτος και η ανθρωπιστική δράση ιδιωτικών φορέων. Η στρατηγική της αυτή λειτουργεί συντριπτικά έναντι των φωνών που ακούγονται για τον ουμανισμό, την πολυπολιτισμικότητα, την ανοχή και τη συνύπαρξη. Το παιχνίδι χάνεται καθημερινά στο κοινωνικό πεδίο και στην καθημερινότητα. Για την ώρα παραμένουμε αμήχανοι και χωρίς πρόταση επιστροφής με συγκροτημένη πρόταση στο παιχνίδι. Έχουμε όμως τον χρόνο πριν η παρουσία της ακροδεξιάς ριζώσει για τα καλά;

12 Αυγούστου 2012

Birds of a feather



Ήταν μια νύχτα με απίστευτη υγρασία στη Λεμεσό, την περασμένη Δευτέρα. Μπήκαμε στο χώρο του «Θεάτρου Ένα» στη Δημοτική Αγορά, που αποδείχθηκε μικρή για να χωρέσει τον κόσμο που ήρθε και ανεπαρκής ως προς τον κλιματισμό της. Ας είναι όμως, αφού το μικρού μήκους ντοκιμαντέρ Birds of a feather, που προβλήθηκε στο πλαίσιο του 7ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Λεμεσού, κράτησε την προσοχή μας για τα 40 λεπτά που διήρκεσε. Ψάχνοντας το νόημα του τίτλου, βρήκα μια πειστική εξήγηση της έκφρασης που σημαίνει μια καθημερινή συνάντηση για να μιλήσεις επί παντός επιστητού. Πρόσωπα με γνώριμα χαρακτηριστικά, άνθρωποι του τόπου μας που δεν ξέρεις αν είναι Έλληνες ή Τούρκοι μέχρι να ανοίξουν το στόμα τους, περνούν από την οθόνη, με φόντο γνώριμες γειτονιές. Κι αφού το ανοίξουν, ξεκινά η συζήτηση, όχι επί παντός επιστητού, αλλά επί ενός πολύ συγκεκριμένου θέματος: της αντίληψης του καθενός μας και της εθνοτικής μας κοινότητας για τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου, με μια ξεχωριστή ματιά στο θέμα των αγνοουμένων. Οι ιστορίες που ακούς μοιάζουν με κάτι που είχες ακούσει κάπου, από κάποιον, παλιά. Το ίδιο και η προσέγγιση των ανθρώπων που βίωσαν με τον πιο σκληρό τρόπο το βάδισμα της ιστορίας (νά ξανά η λέξη, με μια άλλη έννοια) στον τόπο. Ήταν το ’55, το ’63, το ’74, χρονιές που η μοίρα μάς αποκάλυψε το πρόσωπό της; Μήπως υπήρχε κάτι που θα μπορούσαν οι άνθρωποι της εποχής να κάνουν για να αλλάξουν την πορεία των γεγονότων; Ποιος δεν αναμετρήθηκε με τέτοιες σκέψεις κάποια στιγμή; Όσα εξιστορούν οι πρωταγωνιστές, απλοί άνθρωποι που βρέθηκαν με ένα όπλο είτε στο χέρι είτε στο κεφάλι, άνθρωποι που κουβάλησαν για μια ζωή το άχθος του θύματος και του κυνηγημένου, είναι υλικά για τη δημιουργία και την αναζήτηση της αλήθειας. Που πολλές φορές αποδεικνύεται ότι δεν είναι μία, αλλά πολλές. Τι έγινε στην Αλόα, τη Μαράθα, τον Σανταλάρη και την Τόχνη; Γιατί ο Πάλμας έμεινε θαμμένος ως άγνωστος νεκρός στη Λακατάμια για σχεδόν τρεις δεκαετίες; Ποιος μας χρωστάει απαντήσεις; Ποιος τζόγαρε με τον πόνο των ανθρώπων; Έφυγα από την αίθουσα με πιο πολλές ερωτήσεις και αβεβαιότητες από όσες είχα μπαίνοντας. Μια δυσαρμονία με χτύπησε στο πρόσωπο ανάμεσα στη διαχείριση του πόνου που προκαλεί το να έρχεσαι κατάφατσα με 60 χρόνια ιστορίας και στην κενότητα του επαναληπτικού beat από τα μπαρ της περιοχής.
Κρατάω όμως κάτι. Δύο συγκινητικές στιγμές: η από αέρος εικόνα της Λευκωσίας, που με έκανε να θυμηθώ ότι σε αυτόν τον κύκλο με τα τόξα των προμαχώνων, έχω χωρέσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου.
Μα πάνω από όλα, η στιγμή που ο Σπύρος κοιτάει από κάποιο ύψος το νεκροταφείο της Γιαλούσας...

5 Αυγούστου 2012

Αποχαύνωση




Είναι 7 το πρωί και είμαστε στους δρόμους για άλλη μία φορά. Από το ανοικτό παράθυρό μου μπαίνει ένα γενναίο 87% υγρασίας και οι εικόνες από τους οδηγούς στα άλλα αυτοκίνητα. Μοιάζουμε όλοι σαν ζόμπι που εκτελούν το τυπικό της ίδιας ρουτίνας καθημερινά: βαρύ ξύπνημα, καφές, αυτοκίνητο, η δυσθυμία άλλης μίας ημέρας εργασίας, κλειδιά, κίνηση, βρίσιμο, φονικές της νοημοσύνης ραδιοφωνικές εκπομπές με πολιτικούς, γραφείο, χαρτούρα, τηλεφωνήματα και πάει λέγοντας. Αν είσαι τυχερός ή προσεκτικός, το εφτάμισι-δυόμισι μπορεί να περιέχει και 2-3 στιγμές που ανακτάς την κυριαρχία σου και τον έλεγχο του εαυτού σου. Είναι οι στιγμές της προσωπικής διερώτησης: τι κάνω, γιατί το κάνω, τι θέλω, θέλω να είμαι εδώ και πάει λέγοντας. Ίσως οι ερωτήσεις να αλλάζουν, αναλόγως της διάθεσης και των γεγονότων (ή της έλλειψής τους) στα πιο βαθιά, τα πιο προσωπικά, αυτά που ανήκουν στην επικράτεια της εσωτερικής χώρας, αυτής που όλο και πιο αραιά επισκέπτεσαι.
Προσπαθώ να βρω τις αιτίες των δεινών του καθενός, αλλά τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που έχω στη διάθεσή μου για να παρατηρήσω τους άλλους οδηγούς δεν μου αρκούν, παρά μόνο για ένα αδρό σκιτσάρισμα. Γυναίκες με κουρασμένα βλέμματα, με μια όψη ματαίωσης, υπόχρεες στη συμμόρφωση με τους ιδιώνυμους κανόνες του μικρόκοσμού τους. Άντρες που δέκα, δεκαπέντε χρόνια πριν ξεκινούσαν με κέφι και ζωντάνια, μα τώρα βρίσκουν τους εαυτούς τους συμπιεσμένους ανάμεσα σε δόσεις και τις παγοποιημένες θέσεις προαγωγής, με το όνειρό τους σκοτωμένο και με μικρές μόνες εκτονώσεις και φυγές σε πράγματα που στην τελική ανάλυση δεν είναι παρά ανόητα ξεσπάσματα.
Όλο αυτό, ενώ μοιάζει να συμβαίνει κάπου άλλου, σε κάποιον άλλο, σύρεται αργά και μέσα στον μικρόκοσμο του κάθε εξωτερικού και υποτιθέμενου αντικειμενικού παρατηρητή. Οι κουβέντες στις παρέες όλο και φυραίνουν, οι παλιές καλές αναλύσεις γίνονται πια σπάνια και ο καθένας κουβαλάει περισσότερο τα δικά βαρίδια. Νά μια αντίστιξη με τα χρόνια της αθωότητας και της πνευματικής ρώμης: με τον κίνδυνο της εξιδανίκευσης των παλιών καλών καιρών που όλα ήταν αλλιώς, θα έλεγα ότι όλο και λιγότερο αποκαλυπτόμαστε στον άλλο. Για τις αιτίες, θα χρειαζόταν πολλαπλάσιος χώρος κι έτσι το αφήνω. Το αποτέλεσμα όμως παραμένει ένα: αποχαύνωση. Τη λέξη αυτή χρησιμοποίησε τις προάλλες ένας φίλος στο τηλέφωνο, η οποία συνέχισε να ηχεί επαναλαμβανόμενα στα αφτιά μου, μετά το τέλος της συνομιλίας μας. Όλο το υπόλοιπο βράδυ κουβαλούσα εκείνο το συναίσθημα που δημιουργείται όταν κάποιος περιγράφει με απλό τρόπο το αυτονόητο, που εκείνη την ώρα μοιάζει να είναι μια εξ αποκαλύψεως αλήθεια. Τουλάχιστον, το σκέφτονται κι άλλοι…

29 Ιουλίου 2012

Θητεία




«94ΒΟΟΜ». Η φράση ήταν γραμμένη σε ένα τοίχο της Λευκωσίας και μου υπενθύμισε ότι οι άρρενες, οι ικανοί να φέρουν όπλο, κλήθηκαν από τη μητέρα-πατρίδα να υπηρετήσουν 20 και βαλε μήνες σε κάποιο από τα στρατόπεδα της Κύπρου. Στην κατηγορία "όνειδος" για την ανθρωπότητα καταγράφεται ψηλά-ψηλά η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Μαζί της και οι παρεπόμενες υποχρεώσεις τη εφεδρείας. Οι πιτσιρικάδες που γεννήθηκαν το 1994 φορούν αυτές τις μέρες το χακί και ασκούνται σε αμέτρητες ανοησίες, όπως το να βαδίζουν με τον ίδιο ρυθμό, να συντονίζουν τις κινήσεις τους σε ακατάληπτα στρατιωτικά παραγγέλματα, όπως το «ημι-ανάϊς» και να ακολουθούν ένα ημερήσιο πρόγραμμα που δεν τους προσφέρει καμιά γνώση, που δεν αναδεικνύει κανένα ταλέντο και τους καταδικάζει σε ένα δίχρονο μαρασμό και αναστολή της ζωής τους.

Είχαν προηγηθεί βέβαια στρατιές (τι ειρωνεία) άλλων, όπως εμείς του θρυλικού 1979, δηλαδή 15 χρόνια πριν από αυτούς. Και πριν από εμάς ήταν οι γεννηθέντες το 1964 και πριν η καταραμένη διετία 1954-56 που συντρίφτηκε με πόνο και απώλεια πάνω στο 1974. Εν έτει 2012, ένα σφριγηλό, ζωντανό, δημιουργικό και χαρούμενο κομμάτι της κοινωνίας μας στέλνεται για ομαδικό εγκλεισμό και… οπλασκήσεις στα ΚΕΝ. Διαιωνίζεται με αυτό τον τρόπο ο σκοτεινός, στρατόκαυλος κόσμος που ρουφάει ζωές, ψυχές, ενέργεια και χρήμα. Από το 1974 και μετά η Εθνική Φρουρά κατάφερε να έχει περισσότερα θύματα από τις ασκήσεις και την ίδια την λειτουργία της, παρά από τον  αντίπαλο της για την αντιμετώπιση του οποίου υποτίθεται ότι φτιάχτηκε.

Την ίδια στιγμή το ανέκδοτο της εφεδρείας οδηγεί σε χιλιάδες χαμένες εργατοώρες κάθε φορά και στην υπενθύμιση του παραλογισμού που επικρατεί. Μαζί με αυτά θα πρέπει να θυμηθούμε ότι η ΕΦ αποτέλεσε μια μαύρη οικονομική τρύπα που ρούφηξε κάμποσα εκατομμύρια ρευστού για το τίποτα, διατηρώντας μια αντιπαραγωγική, σχεδόν παρασιτική τάξη, αυτή των στρατιωτικών, και αντανακλώντας τις κοινωνικές ανισότητες του τόπου μας, όπου οι έχοντες μέσον υπηρετούν υπό ευκολότερες συνθήκες και οι έχοντες πατέρα βουλευτή απαλλάσσονται.

Έχει σήμερα νόημα η διατήρηση στρατού στην Κύπρο; Χωρίς αεροπορία, χωρίς ναυτικό και με τη συντριπτική υπεροπλία του τουρκικού στρατού στις χερσαίες δυνάμεις, αναρωτιέται κανείς για τη στρατιωτική αναγκαιότητα της ύπαρξης της. Από την άλλη η πολιτική θέση της Κύπρου δεν είναι εκείνη του 1960 ή του 1974. Η πιο συχνή ένσταση λέει ότι η κατάργηση δεν είναι η λύση, αλλά ότι θα πρέπει να αναζητηθούν τρόποι να καταστεί η θητεία ουσιαστική και με περιεχόμενο. Σοβαροφανείς μπουρδίτσες, αν μου επιτρέπετε, αφού η ΕΦ ως εξ ορισμού συντηρητικός οργανισμός είναι ανίκανος να αλλάξει και αφού η ιδέα να γίνει η ΕΦ "μάχιμη" θα συναντά πάντα τη μαλθακότητα, τα τηλεφωνήματα των μανάδων και εν τέλει την ίδια τη φύση μας: "δε βαριέσαι, ρε φίλε..."

Αν θέλουμε να κάνουμε ένα βήμα προόδου, θα πρέπει να ξεκινήσουμε τη συζήτηση για την κατάργηση της ΕΦ ώστε να απελευθερώσουμε τους νέους της χώρας μας από το βραχνά αυτό και να καρπωθούμε ως κοινωνία της παραγωγικής και δημιουργικής τους δύναμης. Όσο η ΕΦ υπάρχει, τόσο θα εκπαιδεύεται η νεολαία σε ένα ιεραρχικό μοντέλο εξουσίας, θα αναπαράγεται η υποκριτική και κούφια περιεχομένου ρητορεία του πατριωτισμού και της νεκρολαγνείας που περιβάλλει το Κυπριακό και θα απαιτούνται ζωές και πόροι για τη λειτουργία της. Έχει κανείς το email των τροϊκανών;

22 Ιουλίου 2012

Αγνοούμενοι, αγνοημένοι, εμπαιγμένοι




Οι παλιές, καλές παιδικές ασθένειες του Κυπριακού ξαναφούντωσαν τις περασμένες μέρες με αφορμή την κλήση συγγενών αγνοουμένων από τις κατοχικές αρχές για να δώσουν καταθέσεις αναφορικά με τις υποθέσεις τους. Η δημόσια συζήτηση συνοδεύτηκε από τις γνωστές λαϊκιστικές κορώνες και τις παρεμβάσεις των ημιμαθών. Σε αυτούς οφείλουμε να απαντούμε με νομικά και πολιτικά επιχειρήματα ώστε η διαχείριση του θέματος να μην αφήνεται έρμαιο ενός φολκλόρ συναισθηματισμού και μιας μυωπικής ανάλυσης. Να, λοιπόν, οι σύντομες απαντήσεις σε όσα ακούστηκαν αυτές τις μέρες.

Πρώτο, η κατάθεση στις κατοχικές αρχές από οποιοδήποτε άτομο δεν συνιστά αναγνώριση του κατοχικού καθεστώτος. Ο απλός λόγος είναι ότι τα άτομα δεν μπορούν να αναγνωρίσουν ή να αποαναγνωρίσουν ένα κράτος ή μια άλλη οντότητα που προβλέπεται από το δημόσιο διεθνές δίκαιο. Ακόμα και αν φωνάξουμε χίλιες φορές ότι δεν αναγνωρίζουμε το ψευδοκράτος ή αν κρατήσουμε την αναπνοή μας μέχρι να σκάσουμε, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει: η δυνατότητα αναγνώρισης κρατών απονέμεται στα κράτη.

Δεύτερον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ΕΔΑΔ απευθύνεται αποκλειστικά στην Τουρκία, την οποία θεωρεί ως διεθνώς υπεύθυνη για τις υποθέσεις των αγνοουμένων. Αν η Τουρκία επιθυμεί να παρουσιάζει συνεχώς την “ΤΔΒΚ” ως ξεχωριστό κράτος με θεσμούς και όργανα, αυτό δεν αλλάζει το εύρημα του δικαστηρίου ότι αποτελεί μια υποτελή διοίκηση, οι πράξεις και παραλείψεις της οποίας αποδίδονται στην Τουρκία.

Τρίτον, το επιχειρήμα ότι ο θύτης δεν μπορεί να είναι κριτής των δικών του ενεργειών ούτε να δώσει θεραπεία στο θύμα είναι μια από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις, αν όχι ξερό ψέμα, που ειπώθηκε για το θέμα των αγνοουμένων. Το σύστημα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων που επιβλέπει το ΕΔΑΔ είναι οικοδομημένο με τέτοιο τρόπο που να εναποθέτει την κύρια, αν όχι αποκλειστική, ευθύνη στα κράτη για την τήρηση και το σεβασμό τους στο εσωτερικό της κάθε χώρας. Τα κράτη που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές απορρέουν από την ΕΣΔΑ, οφείλουν να δώσουν αποτελεσματική θεραπεία. Η συμμόρφωση με τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ και η αποτελεσματικότητα της όποιας θεραπείας επιβλέπεται από την Επιτροπή Υπουργών, όπου η Κύπρος συμμέτεχει. Πρόσφατα μάλιστα εξασφάλισε μια εξαιρετικά θετική απόφαση της εν λόγω Επιτροπής που καλεί την Τουρκία να ενεργήσει ειδικά επί της διεξαγωγής διερευνήσεων.

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, διερωτάται εύλογα κάποιος ποιες ήταν οι προσδοκίες των συγγενών αγνοουμένων όταν προσέφευγαν στη διεθνή δικαιοσύνη. Πίστευαν ή πείστηκαν από κάποιους ότι το ΕΔΑΔ θα είχε τη δυνατότητα να αποδόσει τη διερεύνηση σε τρίτο κράτος ή θεσμό για να εξασφαλιστεί κάποια φευγαλέα «αντικειμενική» κρίση;

Το ζήτημα έχει και μια διάσταση προσωπικής ευθύνης: οι συγγενείς των αγνοουμένων είναι προφανώς ελεύθεροι να αποφασίσουν αν θα δώσουν ή όχι καταθέσεις. Και οι δύο επιλογές έχουν συγκεκριμένες συνέπειες. Από τη μια η υποβολή ενός γραπτού υπομνήματος στις κατοχικές αρχές με όλες τις πληροφορίες που κατέχουν μεταθέτει το βάρος ευθύνης στην Τουρκία να διεξάγει τις έρευνες με τις σαφείς προϋποθέσεις που επιτάσσει η νομολογία του ΕΔΑΔ να έχουν. Από την άλλη, η άρνηση να δώσουν κατάθεση δίνει το πρόσχημα στην Τουρκία να επικαλεστεί αυτή την άρνηση και να «θάψει» το ζήτημα με την πρώτη ευκαιρία, ισχυριζόμενη ότι η ίδια έπραξε το μέρος που της αναλογεί.

Η απόφαση, λοιπόν, είναι στα χέρια των συγγενών των αγνοουμένων: διαρκής χρήση των ουσιαστικών και διαδικαστικών μέσων για να παραμένει ανοικτή η υποχρέωση της Τουρκίας για λογοδοσία ή άρνηση συμμετοχής σε μια διαδικασία που επιβλέπεται από τους μηχανισμούς διεθνούς δικαιοσύνης με συνέπεια την απαλλαγή της Τουρκίας από τις ευθύνες της;

21 Ιουλίου 2012

95%

Κι αν αλλάξει κάτι, κάτι έχει προηγηθεί, ένα συνέδριο, και η κάθε απόφαση έχει επικυρωθεί από μια πλειοψηφία. Το πρόβλημα της λειτουργίας ενός ΚΚ δεν είναι στους τύπους, αλλά στην ίδια την ουσία της Δημοκρατίας. Αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο. Και στην τυπική Δημοκρατία τα ΚΚ είναι άψογα. Στην ουσιαστική Δημοκρατία λειτουργεί ηγεμονικά και την καταργεί στο όνομα του "σωστού".

18 Ιουλίου 2012

Mουσώνας




Τρελός Μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.

Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.

Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.

Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.


Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.

Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;

Είν' ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.

Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.


Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.

Χρώμα να βρώ, το πράσινο και τίντες μυστικές.

Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου 'πε μαύρος κάπος

τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.


Ακόμη ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,

τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.

Μα ένα πουλί μου μύνησε πως κάποιος άλλος σ' τα 'πε

κάποιος , που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.


Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.

Πεισματική, και πέταξες χαρτί,φτερό,κλαδί,

όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.

Τι θά 'δινα - ''Πάψε, Σεβάχ'' - για να 'μουνα παιδί!


Αυγή, ποιός δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;

Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.

Και μεις, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρώμα,

στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.


Νίκος Καββαδίας
Ινδικός Ωκεανός 1951

15 Ιουλίου 2012

Το τέλος του περιουσιακού;

Μια σημαντική και λαλίστατη μερίδα πολιτικών και νομικών υπηρέτησαν πρόθυμα, είτε από κοντόφθαλμη πολιτική ανάλυση είτε από απλή και ξερή άγνοια, το όραμα του να γονατίσουμε πολιτικά την Τουρκία στο ΕΔΑΔ Στη χιλιοειπωμένη και μπανάλ πλέον ιστορία του Κυπριακού προβλήματος πολλοί από τους συμμετέχοντες στη δημόσια συζήτηση έσπευσαν να κηρύξουν το τέλος της μιας ή της άλλης πτυχής του. Αν και ο σημερινός τίτλος θα μπορούσε να εκληφθεί ότι εγγράφεται στον ορίζοντα τέτοιων εσχατολογικών προβλέψεων, ο μοναδικός σκοπός είναι να παρατεθούν ορισμένες σκέψεις για την απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας να αποδεχθεί την ανταλλαγή ακίνητης ιδιοκτησίας, όπως αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ του κ. Τύμβιου και της Τουρκίας. Η υπόθεση φέρει ως χαρακτηριστικό τη νομική παραδοξότητα της εφαρμογής των όρων ενός φιλικού διακανονισμού από ένα τρίτο μέρος που δεν εμπλέκεται στη διαφορά, αλλά αυτό λίγο θα πρέπει να ξενίζει απέναντι στην εν γένει παραδοξότητα του Κυπριακού. Ακόμα και αν δεν βιαζόμασταν να κηρύξουμε τη λήξη του περιουσιακού, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ακόμα μία συντριπτική ήττα της νομικίστικης, μαξιμαλιστικής και κενόδοξης προσέγγισης που είχε ξεκινήσει με την απόφαση Λοϊζίδου. Παρά το γεγονός ότι όσοι είχαν εμπλακεί άμεσα σε εκείνη την υπόθεση δεν εξέφρασαν ποτέ ευσεβοποθισμούς αναφορικά με τις δυνατότητες του μηχανισμού του ΕΔΑΔ να δώσει νομικές, οικονομικές ή πολιτικές λύσεις, μια σημαντική και λαλίστατη μερίδα πολιτικών και νομικών υπηρέτησαν πρόθυμα, είτε από κοντόφθαλμη πολιτική ανάλυση είτε από απλή και ξερή άγνοια, το όραμα του να γονατίσουμε πολιτικά την Τουρκία στο ΕΔΑΔ και να τη στραγγαλίσουμε με τις αποζημιώσεις που θα καλείτο να καταβάλει. Η κατάχρηση του μηχανισμού του ΕΔΑΔ δεν έγινε τυχαία, αλλά καλλιεργήθηκε και ευνοήθηκε από κινήσεις, πολιτικούς σχηματισμούς και δικηγόρους που προσπορίστηκαν ίδιον όφελος από τις ρητορικές κορώνες τους ενώπιον του ημεδαπού ακροατηρίου. Κρίμα που αυτές οι ικανότητες δεν ήταν αρκετές για να πείσουν αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις. Όταν το ΕΔΑΔ άρχισε να διαφοροποιεί τη στάση του από την απόφαση στην υπόθεση Ξενίδη-Αρέστη και στη Δημόπουλος, το ρεπερτόριο των εγχώριων διαπρύσιων κηρύκων άλλαξε: το ΕΔΑΔ ήταν πια ένα επιρρεπές στην πολιτικοποίηση δικαστήριο που εξυπηρετούσε την Τουρκία και πωλούσε εκδούλευση στους ξένους που μας είχαν βάλει στο μάτι. Με ανοησίες αυτού του είδους, που ως προσεγγίσεις αναπαράγονται από καταβολής του ελληνικού κράτους, φτάσαμε στο σήμερα. Η ειρωνεία που περιέχεται στην τελευταία εξέλιξη είναι να βρεθεί η Κύπρος μέσα στον τάφο που σκάφτηκε για την Τουρκία από το ενδεχόμενο να ακολουθήσουν και άλλοι φιλικοί διακανονισμοί που θα προβλέπουν την ανταλλαγή περιουσιών και ενδεχομένως να συνεπάγονται και ένα επαχθές οικονομικό κόστος για την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία. Ακόμα και αν θεωρήσουμε την περίπτωση του κ. Τύμβιου μεμονωμένη, δεν υπάρχει ικανός λόγος που να αποκλείει μερικές από τις χιλιάδες υποθέσεις που εκκρεμούν στο ΕΔΑΔ ή στην επιτροπή αποζημιώσεων να έχουν την ίδια εξέλιξη και κατάληξη. Και τότε; Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό και το πολιτικό κόστος της ολικής αλλαγής της φύσης του περιουσιακού και της μερικής διευθέτησής του; Τότε θα προσθέσουμε ακόμα μία κατηγορία στις περιπτώσεις της ευγενούς μας τύφλωσης (και ομαδικής ψύχωσης) όπου οι προσδοκίες και η απόρριψη του συμβιβασμού στο όνομα μιας φευγαλέας αξιοπρέπειας και πατριωτισμού θα μας έχουν οδηγήσει σε άλλη μια περιφανή ήττα. Ψιλά γράμματα μέσα στο κυπριακό καλοκαίρι που μας εξαϋλώνει…

8 Ιουλίου 2012

Άκου, (απλέ) ανθρωπάκο!






Προσοχή: ακολουθεί σοβιετικό ανέκδοτο. Ο Χρουστσώφ βγάζει ένα λόγο, αποκηρύσσοντας τη σταλινική περίοδο και την κουλτούρα της λατρείας της προσωπικότητας του πατερούλη. «Στυγερά εγκλήματα έλαβαν χώρα στη διάρκεια της διακυβέρνησης του συντρόφου Στάλιν», είπε. «Πολλοί αθώοι άνθρωποι υπέφεραν. Υπήρξαν τρομερές παραβάσεις της σοσιαλιστικής νομιμότητας», συνέχισε. Μια φωνή από το βάθος προκάλεσε τον Χρουστσώφ: «Και εσύ πού ήσουν όταν όλα αυτά συνέβαιναν;». Ο Χρουστσώφ αντιδρά: «Ποιος το είπε αυτό;». Ακολουθεί νεκρική σιγή – θα μπορούσες να ακούσεις ακόμα και μια καρφίτσα να πέφτει. Ο Χρουστσώφ κουνάει το κεφάλι του. «Εκεί ακριβώς ήμουν…».

Θυμήθηκα το ανέκδοτο καθώς έβλεπα τις ειδήσεις και διάφορα βίντεο στο διαδίκτυο την Τετάρτη το βράδυ και αναρωτιόμουν ποια ανέκδοτα θα λέμε τα επόμενα χρόνια για την Κύπρο. Αν και φαντάζομαι ότι το λαϊκό χιούμορ θα φροντίσει για αυτό το θέμα, προς το παρόν τα έχω βάψει μαύρα για τον ασυγχώρητο επαρχιωτισμό και τις εμμονικές αναφορές των ίδιων λέξεων και την κενότητα του πολιτικού λόγου. Ακούγοντας τις επαναλαμβανόμενες ιδεοληψίες και τις αφόρητες κοινοτοπίες που εκστομίζονται ως περισπούδαστες αναλύσεις, αναρωτήθηκα αν πραγματικά αυτό είναι που μας αξίζει.

Πώς ξεκίνησε το ευρωπαϊκό μας ταξίδι, αγαπητέ αναγνώστη; Ήταν οι λαμπρές εποχές του ελληνικού εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος. Σημίτης, Κληρίδης, Πάγκαλος, Βασιλείου και πάνω από όλα εκείνος ο λαμπρός Κύπριος, ο Γιάννος Κρανιδιώτης, χάραξαν την πρώτη ολοκληρωμένη στρατηγική προσέγγιση στο Κυπριακό, και πολλοί άλλοι που θα παραμείνουν ανώνυμοι ή στις υποσημειώσεις της Ιστορίας, δούλεψαν για να μπει η Κύπρος, με άλυτο το πολιτικό της πρόβλημα, στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Και τα κατάφεραν – όχι εύκολα, όχι απλά. Προϊόντος του χρόνου, ο εκσυγχρονισμός και πολλοί από όσους τον ευαγγελίστηκαν, παραδόθηκαν στη δημόσια αισχύνη – άλλοι δικαίως και άλλοι αδίκως. Ο Κρανιδιώτης χάθηκε στη μοιραία πτήση του 1999 και ο Κληρίδης έχει αποσυρθεί, υπακούοντας στις επιταγές του πανδαμάτορος. Το πολιτικό κενό χάσκει μπροστά μας εδώ και μια δεκαετία, με την αίσθηση να είναι ότι έχουμε ταμπουρωθεί στο μισό γήπεδο, παίζοντας διαρκώς άμυνα.

Σήμερα έχουμε ανάγκη μιας νέας εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, αλλά είναι εκκωφαντική η απουσία μιας κεντρικής ιδέας καθώς και των δυνητικών φορέων παραγωγής πολιτικής σκέψης. Ακόμα και ένας καλός διαχειριστής, φαντάζει σήμερα ως μια ικανοποιητική λύση, μόνο που κι αυτός αποτελεί μια φευγαλέα φαντασίωση με τα σημερινά δεδομένα. Προς το παρόν φαίνεται να προέχει η πραγματοποίηση μιας κατά το δυνατό καλής και παραγωγικής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ. Η αποτίμηση θα γίνει σε έξι μήνες από σήμερα, αλλά μέχρι τότε ας μην παραμείνουμε εκεί που ήταν για χρόνια και ο Χρουστσώφ… Εκεί ακριβώς.