25 Αυγούστου 2013

Θα έρθει η μέρα μας




Το να μεγαλώνεις σε μια πόλη όπως η Λευκωσία ήταν μια περίεργη υπόθεση, που σε κάποιους από μας άφησε μια ημιτελή αίσθηση προσανατολισμού. Καθώς περπατούσες στην παλιά πόλη, συναντούσες συχνά βαμμένα βαρέλια, σκοπιές και ενδείξεις που σε κατεύθυναν δυτικά ή ανατολικά, απαγορεύοντας ή προειδοποιώντας σε για το ενδεχόμενο να κινηθείς βόρεια. Ακόμα συναντάς τέτοιες εικόνες, οι οποίες είναι γερά εμπεδωμένες στη συνείδησή μας. Έτσι έμοιαζε η μικρή μας πόλη από τον καιρό που τη θυμόμαστε. Για δεκαετίες, δεν μπορούσαμε να περάσουμε απέναντι και βρίσκαμε τον ίδιο περιορισμό, ξανά και ξανά σε κάθε παράλληλο δρόμο.

Το 2003 έφερε τη μερική άρση των περιορισμών. Στις μέρες μας είναι δυνατό να περάσει κανείς πεζή απέναντι από δύο καθορισμένα σημεία διέλευσης, αφού συμμορφωθεί με διάφορες διατυπώσεις. Το να επιστρέψεις πίσω συνεπάγεται να σε πιάνει ψιλοκουβέντα ο εκάστοτε ελληνοκύπριος αστυνομικός έτσι ώστε να μπορέσει να διακρίνει και να αναγνωρίσει αν είσαι Ελληνοκύπριος ή ξένος, χωρίς ωστόσο να γίνονται ταυτόχρονα επίσημοι έλεγχοι ταυτοτήτων ή άλλων εγγράφων. Εδώ είναι ένα σύνορο που δεν είναι σύνορο, μια σύγκρουση που δεν είναι σύγκρουση, ένα κράτος που δεν είναι κράτος, μια νοητή γραμμή που μπορείς να την περνάς μόνο με έναν τρόπο.

Την πρώτη φορά που περάσαμε απέναντι, συνειδητοποιήσαμε ότι η ίδια κατάσταση επικρατούσε και στην άλλη πλευρά, μόνο που από δω ήταν κόκκινα και λευκά βαρέλια που εμπόδιζαν την ελεύθερη κυκλοφορία. Η διαπίστωση ότι οι συμπατριώτες μας στον βορρά είχαν σκοντάψει πάνω στα ίδια εμπόδια, αλλά από την άλλη πλευρά, μας άφησε ένα περίεργο αίσθημα, αφού επρόκειτο για άτομα της δικής μας ηλικίας, με τα ίδια όνειρα, που έβγαιναν με μπίρες με τους φίλους τους, όπως κι εμείς, που άκουγαν πιθανότατα την ίδια μουσική με εμάς, που ζούσαν μερικά μόνο βήματα μακριά από τα δικά μας σπίτια, αλλά που αγνοούσαμε την ύπαρξη ο ένας του άλλου.

Αν ήμασταν τυχεροί, θα συναντούσαμε ορισμένους από αυτούς σε πανεπιστήμια ανά την υφήλιο, κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο ή τις ΗΠΑ. Κι εδώ ήταν μια από τις ειρωνείες του πράγματος, το ότι δηλαδή έπρεπε να ταξιδέψουμε χιλιάδες μίλια μακριά από την κοινή μας πατρίδα για να συναντηθούμε, ενώ ενδεχομένως και να ζούσαμε σε μια απόσταση που θα μπορούσε να διανύσει κανείς μέσα σε 10 λεπτά με το αυτοκίνητο. Αυτή ήταν, και είναι ακόμη, μια από τις σχιζοφρένειες του Κυπριακού προβλήματος και μια από τις συνέπειες του διαχωρισμού και της διαίρεσης επί του εδάφους, του πληθυσμού και των μυαλών των ανθρώπων.

Το όνειρο, που όσο πάει και ξεφτίζει και το ανακαλούμε όλο και πιο αραιά, είναι ότι μια μέρα, ελπίζουμε σύντομα, το να κάνεις μια ανέμελη βόλτα στη Λευκωσία δεν θα συμπεριλαμβάνει το τρακάρισμα σε βαρέλια, απαγορευτικές πινακίδες και απομεινάρια φυλακίων. Ίσως έτσι θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε μια πλήρη αίσθηση προσανατολισμού – επιτέλους, για πρώτη φορά στη ζωή μας.


Ο Νικόλας Κυριάκου δεν θα ήθελε να είναι ένας άνθρωπος που μιλάει μόνο με επιρρήματα.

18 Αυγούστου 2013

Μια γυναίκα

-->


Σήμερα που σου γράφω είναι Δευτέρα, 12 του Αυγούστου του 2013. Είναι μια ήσυχη Δευτέρα, ο ήλιος πάει να πέσει και φυσάει ελαφρώς. Η Λευκωσία έχει εκείνη την ωραία απογευματινή όψη της, το φως λαμπιρίζει πάνω στην πουρόπετρα ή αντανακλάται βίαια πάνω στις πολυκατοικίες των περιχώρων. Σήμερα που λες μια Κύπρια, μια γυναίκα, η Doğuş Derya μίλησε με τις λέξεις που αιώνες πρόσμεναν οι νεκροί κι οι αδικημένοι να ακούσουν σε αυτό το νησί. Είπε περίπου τα εξής:

«Ορκίζομαι στην ανθρώπινη μου τιμή ότι θα εργαστώ για τον οποιοδήποτε ζει στην Κύπρο με στόχο να μη θυματοποιηθεί εξαιτίας της γλώσσας, της θρησκείας, της φυλής, του τόπου γέννησης, της κοινωνικής τάξης, της ηλικίας, της φυσικής ικανότητας, του φύλου ή του σεξουαλικού προσανατολισμού, ότι θα προσπαθήσω για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος δικαιοσύνης και ισότητας όπου η εργασία δε θα γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, ότι θα επιδιώξω την αντικατάσταση της κουλτούρας της σύγκρουσης και της βίας με τη θεμελίωση των αξιών της ειρήνης και της συναίνεσης, ότι θα μείνω αφοσιωμένη στις αξίες του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, ότι δε θα παραιτηθώ από το όραμα της εγκαθίδρυσης μιας ομοσπονδιακής Κύπρου».
 

Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι αν τα καταφέρουμε ποτέ να φτιάξουμε αυτή την ομοσπονδιακή πολιτεία - ναι, εμείς, η γενιά μας που εκμαυλίστηκε συνειδησιακά, για να λοιδορηθεί μετά ως απολιτίκ - λέω, λοιπόν, να μνημονεύουμε αυτά τα λόγια ως τα λόγια που άνοιξαν την πόρτα σε μια νέα Κύπρο. Αν το λύσουμε, εμείς, εσείς, εγώ κι εσύ, τότε να θυμόμαστε ότι μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι, μέσα στο περιβάλλον της πιο διάχυτης στρατοκρατίας, εδώ σ’ αυτό το νησί που έχει γίνει ναός του εθνικισμού και της μισαλλοδοξίας, που κρύβει μέσα στη γη του τόσους νεκρούς, που κουβαλά το άχθος και το άγος τόσων αδικοσκοτωμένων, ότι βρέθηκε ένας άνθρωπος, μια γυναίκα, να μιλήσει απλά και να ψιθυρίσει τα λόγια της λογικής, του ονείρου και της προσδοκίας κόντρα στους ανέμους και τις θύελλες του μίσους, του διαχωρισμού και της βίας που συνηθίσαμε τόσο πολύ.

Σήμερα που το να ποντάρει κανείς στους λόγους των μνημοσύνων για να κερδίσει λίγες περισσότερες ψήφους φιγουράρει ως φυσιολογική πολιτική πράξη, που οι εσωτερικές κυβερνητικές ισορροπίες επιτάσσουν επιφυλακτικές κινήσεις, που οι πολλοί φαίνεται να προτιμούν πια τη συνέχιση του status quo παρά την προοπτική της λύσης, σήμερα έχουμε περισσότερο ανάγκη από ανθρώπους όπως η Doğuş για να μας θυμίζει το όνειρο μέσα μας, ότι απέναντι υπάρχουν συνοδοιπόροι και σύμμαχοι, ότι το να υποστηρίζεις την ειρηνική συμβίωση, την κοινωνική δικαιοσύνη και τον σεβασμό στη μικρή ή μεγάλη διαφορετικότητα του καθενός δεν είναι ξεπερασμένο, ανέφικτο και χιμαιρικό. 

Φάγαμε πολύ ρεαλισμό και πατριδογνωσία από τους απατεώνες, καιρός για λίγο όνειρο και προοπτική από αληθινούς ανθρώπους, δεν νομίζετε;

11 Αυγούστου 2013

Οι κανονικοί άνθρωποι




Τους συνάντησα ένα μεσημέρι Κυριακής σε μια παραλία έξω από τον Μαζωτό. Εκεί που δεν έχει ξαπλώστρες, οργανωμένες παραλίες, beach bars, γκόμενες με brazilian και καρπουζί νύχι, δίπλα σε φουσκωτούς τύπους με μούσια και τατουάζ. Ήταν μια πενταμελής οικογένεια που κουβαλούσε τα απολύτως απαραίτητα για την παραλία και το φαγητό της. Βούτηξαν, έφαγαν, γέλασαν, λιάστηκαν για ώρα. Δεν ενόχλησαν με υστερικές φωνές – πήραν όσο χώρο τους αναλογούσε λογικά σε μια παραλία με πέτρες και πέρασαν ένα κανονικό απόγευμα μαζί. Κανονικοί άνθρωποι.

Άκουσα, επίσης, γι’ αυτούς από διηγήσεις άλλων: είναι άνθρωποι που ζουν ακόμα στους ρυθμούς της ανταλλακτικής οικονομίας των χωριών, που ξέρουν να δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους με πεσκέσια και καθημερινές, ίσως ασήμαντες, χειρονομίες. Καλάθια με φρούτα, παραγωγή της εποχής, απλώς και μόνο επειδή έτυχε να τους κάνεις μια μικροδιεκπεραίωση ή να τους πεις μια κουβέντα παραπάνω, εκεί που άλλοι χτίζουν τοίχους στα αυτιά τους. Κανονικοί άνθρωποι.

Τους βλέπεις κάποιες φορές στα πάρκα με καφέ και νερό στο χέρι να περπατούν ή να κάθονται στα παγκάκια, όταν γύρει λίγο ο ανηλεής ήλιος του τόπου μας. Κατ’ ακρίβειαν, μιλούν μεταξύ τους, για πράγματα της μέρας καθημερινά, ή για πιο σοβαρά και βαθιά της ψυχής τους. Κοινωνούν και επικοινωνούν όπως χρόνια και χρόνια κάνουν οι άνθρωποι: κάτω από τον ήλιο, κάτω απ’ τα αστέρια, στο σκάσιμο του κύματος σε μια παραλία. Η εύκολη λύση θα ήταν να παρασυρθούν από τις μόδες του συρμού, να ταμπουρωθούν με εκατοντάδες άλλους μέσα σε ένα mall, σε έναν κλιματιζόμενο χώρο και να ανακατεύουν ένα freddo cappuccino για ώρες. Κανονικοί άνθρωποι.

Τους σκέφτομαι όλους αυτούς στις πιο αναπάντεχες στιγμές της δικής μου εργασιακής μέρας, όταν βυθίζομαι σε ωκεανούς εγγράφων και σε ατέρμονες τηλεφωνικές συνομιλίες με τον τάδε επικεφαλής ή τον δείνα διευθυντή, που πολιορκεί τον ακουστικό μου πόρο με εξειδικευμένους όρους και την κεκαλυμμένη ευθυνοφοβία του απέναντι σε οτιδήποτε απαιτεί απόφαση, ενώ την ίδια ώρα κρατώ σημειώσεις για τις, επείγοντος χαρακτήρος, εκκρεμότητές μου. Κατά κάποιο τρόπο, είναι η δική μου έξοδος κινδύνου, το κουμπί πανικού, το σουπερ-όπλο που βρίσκει κανείς σε ηλεκτρονικά παιχνίδια. Απέναντι σε αυτή την αδιάκοπη βαβούρα που φοράει το προσωπείο της σοβαρότητας, του επαγγελματισμού και της εξουσίας, έχω βρει αυτή την παράδοξη τεχνική για να ξεφεύγω και να θυμάμαι ότι ο πραγματικός κόσμος δεν είναι πάντα έξω, αλλά και μέσα μας, ότι το αντικείμενο της εργασίας μας δεν μας καθορίζει ολοκληρωτικά κι ότι δεν ζούμε για να δουλεύουμε, αλλά δουλεύουμε για να ζούμε. Πιο πολύ, ότι ο εγκλεισμός μας σε γραφεία, οι περιώνυμες white collar jobs, κουβαλούν μαζί τους κάτι το εγγενώς αντίθετο στην ανθρώπινη φύση μας, που μεταμορφώνει πολλούς από εμάς σε απλούς διαβιβαστές μηνυμάτων ή εκτελεστές άνωθεν οδηγιών, χωρίς ταυτόχρονα να μας επιτρέπει να αναστοχαζόμαστε κριτικά για το τι κάνουμε, γιατί το κάνουμε, ποιοι είμαστε και πού θέλουμε να πάμε. Υποψιάζομαι ότι πέρα από τη λειτουργία αυτού του σχήματος στο προσωπικό-καθημερινό επίπεδο, ανάλογες σκέψεις, προεκτάσεις και συσχετισμοί μπορούν να γίνουν και για τη λειτουργία της κοινωνίας μας. Σ’ αυτήν όπου υπάρχουν ακόμα ευτυχώς κανονικοί άνθρωποι.



Ο Νικόλας Κυριάκου τη Δευτέρα το βράδυ θα σταθεί χωρίς ομπρέλα κάτω από τη βροχή των Περσείδων.

4 Αυγούστου 2013

ΕΔΑΔ και μεταναστευτικό




Στις 23 Ιουλίου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε την Κύπρο για την παράνομη κράτηση και απέλαση ενός Σύρου, επιδικάζοντας το ποσό των 10 χιλ. ευρώ ως αποζημίωση. Το κείμενο της απόφασης εδώ εκτείνεται σε 67 απτές σελίδες, όπου με περισσή ενάργεια και γλαφυρότητα περιγράφονται οι πράξεις και οι παραλείψεις των οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και η αξιολόγησή τους σε σχέση με τα ελάχιστα επίπεδα προστασίας που ορίζει η σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το αγαπημένο μου απόσπασμα από την απόφαση σε ανεπίσημη μετάφραση έχει ως εξής:

"Το Δικαστήριο παρατηρεί επιπλέον ότι τα διατάγματα απέλασης και κράτησης βασίζονταν προδήλως σε λάθος των αρχών. Αφού η αίτηση ασύλου του προσφεύγοντος εξακολουθούσε να βρίσκεται στη διαδικασία επανεξέτασης επανεξέταση, αυτός συνέχιζε να έχει το πλεονέκτημα του ανασταλτικού αποτελέσματος. Ωστόσο, παρά αυτό το λάθος, τα διατάγματα εναντίον του προσφεύγοντος συνέχισαν να παραμένουν σε ισχύ για περισσότερο από δύο μήνες, στη διάρκεια των οποίων η επανεξέταση του αιτήματος ασύλου εξακολουθούσε να διεξάγεται και ο προσφεύγων δεν απελάθηκε στη Συρία μόνο και μόνο επειδή ήταν σε εφαρμογή ο Κανονισμός 39. Καμία εσωτερική αποτελεσματική θεραπεία δεν ήταν διαθέσιμη για να αντιμετωπιστεί αυτό το λάθος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει την απουσία αποτελεσματικών διασφαλίσεων που θα μπορούσαν να προστατεύσουν τον προσφεύγοντα από τη λανθασμένη απέλαση κατά τον κρίσιμο χρόνο”.

Στο εγγύς μέλλον το Δικαστήριο αναμένεται να εκδικάσει ακόμα σαράντα περίπου προσφυγές, οι οποίες πηγάζουν από τα ίδια πραγματικά γεγονότα. Το ενδεχόμενο νέων καταδικών της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν θα πρέπει να αποκλείεται. Ένας απλός πολλαπλασιασμός του αριθμού των προσφυγών με το επιδικασθέν ποσό αποτυπώνει με τον πιο απτό τρόπο το κόστος της κακοδιοίκησης και της διατήρησης των μικρών βασιλείων εντός των αρμόδιων υπηρεσιών. Eκτός από τη δυσάρεστη θέση στην οποία τοποθετείται το κράτος μας εντός του Συμβουλίου της Ευρώπης, αυτό το ποσό είναι μέρος του πραγματικού οικονομικού κόστους για την Κυπριακή Δημοκρατία και κατ’ επέκταση για τους φορολογούμενους.

Δυστυχώς η απόφαση θάφτηκε από τα ΜΜΕ αλλά και από ορισμένους κατά τα άλλα λαλίστατους βουλευτές, οι οποίοι κατά καιρούς είχαν τροφοδοτήσει με λαϊκίστικο τρόπο τη δημοσιοποίηση των επιταγών με ποσά μερικών χιλιάδων ευρώ, τα οποία αφορούσαν οικονομικά βοηθήματα προς πολιτικούς πρόσφυγες ή αιτητές ασύλου. Δυστυχώς, η απόφαση αυτή δεν φαίνεται να κινητοποιεί μια πραγματική συζήτηση για τον αδιαφανή, καταχρηστικό και παράνομο, σύμφωνα με άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και της παρούσας του ΕΔΑΔ, τρόπο λειτουργίας των αρμόδιων κρατικών οργάνων.

Ένας από τους λόγους που εξηγεί αυτή την αδράνεια είναι, όσο κλισέ κι αν ακούγεται, η έλλειψη πολιτικής βούλησης. Μαζί και η υποβόσκουσα ιδεολογική προσέγγιση στο θέμα που συμπυκνώνεται στη χρυσαυγίτικης έμπνευσης τοποθέτηση ότι οι μετανάστες στερούν το ψωμί των Κυπρίων. Όσο δεν αλλάζουμε μυαλά και πολιτικές, θα υπάρχουν (ελπίζω) και οι εξωτερικοί κριτές για να θυμίζουν ότι στραβά αρμενίζουμε.




28 Ιουλίου 2013

Καληνύχτα Κεμάλ



Ας ησυχάσουμε επιτέλους όλοι όσοι σκεφτήκαμε τον κόσμο ανάποδα. Η παιδεία δεν θα αλλάξει κανέναν. Επειδή η παιδεία δεν θα αλλάξει η ίδια. Οι καθηγητές και οι δάσκαλοι θα μείνουν οι ίδιοι. Τα αναλυτικά προγράμματα θα αντιστέκονται για πάντα. Οι γραφειοκράτες του υπουργείου δεν θα παίρνουν από λόγια. Το βαθύ κράτος θα δυστροπεί, θα αρνείται να αλλάξει, κάποτε θα αγριεύει. Οι νέοι πολίτες δεν θα είναι υπεύθυνοι και ελεύθεροι. (Ποτέ δεν ήταν.) Οι μειοψηφίες θα φυραίνουν, οι εφημερίδες θα μιλάνε με την ίδια φωνή, οι καλοδεμένες γραβάτες θα διατάζουν τους ανθρώπους. Στα γραφεία οι αρμόδιοι θα συμπληρώνουν έντυπα, θα μεταφέρουν φακέλους στα αρχεία, ο κόσμος όλος θα είναι καταχωρισμένος με αριθμό πρωτοκόλλου. Οι άνθρωποι δεν θα έχουν πρόσωπο, όνομα και έτος γέννησης, αλλά αύξοντα αριθμό, σειρά προτεραιότητας και έννομο συμφέρον. Ο Κάφκα θα υποχρεούται να γεννιέται κάθε μέρα. Οι ποιητές θα πνίγονται σε θλιβερούς ακκισμούς, οι λογοτέχνες θα μαλώνουν διαδικτυακά, κανείς δεν θα γράφει τίποτα άξιο να διαβαστεί ή να απευθυνθεί σε κάποιον. Ένα κορίτσι που διαβάζει, θα γράφει στα κρυφά ποιήματα, κι ύστερα θα τα κρύβει σε τσακισμένες σελίδες βιβλίων και μεταλλικά κουτιά. Θα τρέμει μην τυχόν και το ανακαλύψει η κανονικότητα. Οι εραστές θα πεθαίνουν επειδή δεν θα σκέφτονται ποτέ ο ένας τον άλλο. Στο τμήμα αλλοδαπών οι άνθρωποι θα σφραγίζονται μόνιμα στο αριστερό τους χέρι, οι αιτήσεις θα απορρίπτονται, οι πόρτες του παραδείσου θα είναι σφαλιστές για πάντα και τα κλειδιά χαμένα. Όσοι είναι μέσα, ας ζήσουν. Όσοι είναι έξω, ας βρουν τρόπο να επιβιώσουν. Όποιο χέρι θα περνάει μέσα από τα κάγκελά του θα κόβεται, όποιο ξεγελά θα διώκεται απηνώς. Οι κλέφτες θα γίνουν τιμητές, οι τίμιες θα εκπορνεύονται, οι δόλιοι -φοβάμαι ακόμα κι αυτοί- θα γίνουν κήνσορες, οι φασίστες θα περιφρουρούν την ελευθερία του λόγου μας. Οι ρήτορες θα μιλούν για λεφτά κι από το στόμα τους θα στάζουν διαρκώς νομίσματα επιλήψιμων συναλλαγών. Οι παραδόσεις θα υπάρχουν για να σφυρηλατούνται, τα παιδιά θα ρίχνονται στο στόμα του Θηρίου, οι αλληλέγγυοι θα χλευάζονται ως μαλάκες κι οι υπόλοιποι θα κοιτάμε τη δουλειά μας. Στα μάτια των ανθρώπων θα κατοικοεδρεύει το κενό, τα λόγια του έρωτα θα ακούγονται σαν αφόρητες ανοησίες μιας περασμένης εποχής και τα ρήματα θα κλίνονται μόνο στο πρώτο ενικό. Οι δικαστές θα προσπαθούν να αρθρώσουν τις άλλοτε φοβερές τους λέξεις, αλλά θα μένουν μουγκοί στην έδρα. Οι ιερείς θα οδηγούνε τα πλήθη με στεντόρεια φωνή προς την απώλεια, μα ο Θεός αδιάφορος θα γονατίζει πάνω στο στήθος μας με το δεξί Του γόνατο. Ο χρόνος δεν θα φτάνει σε κανέναν, οι προθεσμίες θα απάγουν τις ζωές μας, οι υποχρεώσεις θα βιάζουν τις αναμνήσεις μας. Φοβάμαι για τις βεβαιότητες που αναδύονται σήμερα, για τους εφιάλτες που μας περιμένουν αύριο, για όσους έσπειραν προσευχή σε μέρος άγονο μόνο και μόνο για να τους ξεριζώσει την καρδιά ο Μέγας Θεριστής, για όσους πέθαναν άγνωστοι, αδικαίωτοι κι αμνημόνευτοι. Φοβάμαι μήπως είμαι κι εγώ ένα απλό μέλος αυτής της μεγάλης στρατιάς των τετρωμένων - και δεν μου το έχει πει κανένας.

21 Ιουλίου 2013

Ό,τι μας δένει στα παλιά




Πριν δύο Πέμπτες, με το που στράφηκα προς την πόρτα του αεροπλάνου, με περίμενε η υγρασία της Θεσσαλονίκης αναμεμιγμένη με μπόλικο μονοξείδιο του άνθρακα. Μου ήταν γνώριμα όλα: η προσμονή και οι διαδικασίες στο αεροδρόμιο, το δίωρο μέσα στο αεροπλάνο, τα «γυρίσματα» των φωνών, οι παλιές μου αναμνήσεις. Πήρα γρήγορα ένα ταξί και πέρασα από το κέντρο της πόλης. Μιας πόλης που μου έμοιαζε αφημένη, σημαδεμένη από τα έργα για το μετρό, μαραζωμένη οικονομικά, με πιο τονισμένη την επαρχιακή της πτυχή. Στα τρία βράδια που έμεινα εκεί, πρόλαβα να ψηλαφήσω τις ζωές των παλιών μου φίλων, την πρόοδο και τη στασιμότητα, την έλλειψη προοπτικής και τον αγώνα επιβίωσης, έμαθα ότι μερικοί από όσους ζήσαμε μαζί τη δεκαετία των είκοσί μας χρόνων εξακολουθούν να ζουν με περίπου τα ίδια λεφτά, αλλά με λιγότερα όνειρα. Η ματαίωση που έπιανα στον αέρα, μαζί με τη μιζέρια που έπιανες σε μερικές γωνιές της πόλης απλωνόταν σαν λεκές από μελάνι πάνω στην ψυχή μου. Τόσο που γρήγορα θέλησα να αντικρύσω τον Θερμαϊκό, να βρω άνοιγμα μπροστά μου για να νιώσω ότι μπορούσα να αναπνεύσω, να ζητήσω μια σύντομη έξοδο από αυτό το σκηνικό. Μαζί μ’ αυτά, βιάστηκα να κάνω τις παλιές μου διαδρομές, να περάσω από 2-3 στέκια, με την ελπίδα ότι τα γκαρσόνια θα με αναγνωρίσουν με ένα νεύμα, με μια κουβέντα τους, ότι θα συναντήσω γνώριμα πρόσωπα. Δεν ανταμώθηκα με καμιά από όλες αυτές τις μικρές προσδοκίες. Αντίθετα, ψηλάφησα τις ανεπαίσθητες αλλά και τις προφανείς αλλαγές στα άψυχα: τα κλειστά μαγαζιά, τις αλλαγές στα κτήρια, τα έργα που έχουν γονατίσει την πόλη. Η πόλη άλλαξε, μαζί της κι εγώ: αυτό το συνειδητοποιούσα και τώρα. Μα, δίπλα στην αλλαγή είναι κι αυτή η αίσθηση ότι μια παλιά άγκυρα είναι βυθισμένη ακόμα στη θάλασσά της, ίσως να είναι το αίσθημα ότι ένα κομμάτι της καρδιάς μου ανήκει ακόμα εκεί. Κάθε φορά που επιστρέφω, ζω για λίγο με την ψευδαίσθηση ότι είμαι ακόμη προπτυχιακός φοιτητής, η αγωνία είναι το νοίκι, τα μαθήματα της εξεταστικής και αν τελικά θα βγω με την Ελένη ή τη Μαρία ή τη Γεωργία. Ίσως όλα αυτά να ακούγονται (και να είναι) ρηχά, αλλά για μια εποχή, όταν ακόμα ένιωθα ότι ο κόσμος ήταν εκεί για να κατακτηθεί, για να τον αλλάξω, για να μου αποκαλυφθεί ήταν κι αυτά μέρος της ζωής μας. Δεν ήταν όλα σκοτεινά όμως: γέλασα, χάρηκα που υπάρχει πολύς κόσμος που σταθερά συναντώ, έφαγα το καλό φαγητό της πόλης, ήπια καθαρά τσίπουρα και ξενύχτησα σαν να ήταν μια από τις παλιές μας νύχτες. Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις, τελικά...



14 Ιουλίου 2013

Είμαστε ακόμη ζωντανοί(;)



Είμαστε η γενιά των 30-something. Λίγο πάνω, λίγο κάτω, κανείς δεν μετράει τους αριθμούς - ακόμα. Γεννηθήκαμε λίγο μετά την εισβολή και για τον λόγο αυτό προτιμώ να μας συλλογίζομαι ως μια γενιά που ο ερχομός της σε αυτόν τον τόπο έκρυβε ένα μήνυμα αισιοδοξίας. Πως μέσα στην ήττα και την απώλεια, υπήρχε και ο σπόρος της νέας ζωής. Εκείνη η μυστηριώδης δύναμη που παρακινεί τους ανθρώπους από τον καιρό της ύπαρξής τους να σηκώνονται και να προχωρούν μετά από κάθε κακό.

Αυτή η γενιά μεγάλωσε μέσα σ’ έναν καταιγισμό εικόνων και διηγήσεων που αναφέρονταν σε μια εποχή και σε τόπους που δεν την αφορούσαν, υπό την έννοια ότι η καθημερινότητα ήταν σε εκκωφαντική αντίστιξη με όσα προσλάμβανε ως προφορική παράδοση των προηγούμενων. Μάθαμε να κολυμπάμε στα απόνερα του ναυαγίου ενός πλοίου με το οποίο δεν ταξιδέψαμε ποτέ. Αναπόφευκτα, συνειδητοποιώ ότι είμαστε μια γενιά που εξαναγκάστηκε στη μελαγχολία, βαφτίστηκε στον πόνο και κλήθηκε να συμμετάσχει στο μοιρολόι για κάτι που δεν είχε, και συνακόλουθα δεν έχασε ποτέ. Μια καταναγκαστικής φύσεως λύπη μας κατατρέχει από τότε. Σήμερα, είμαστε νόμιμοι κληρονόμοι της ιδιότητας του πρόσφυγα. Αστεία πράματα, αν με ρωτάτε.

Πλέον, νιώθω, και το επιβεβαιώνω και από άλλους γύρω μου, τον εκφυλισμό να έχει φθάσει σε προχωρημένα στάδια. Οι πάσης φύσεως επετειακές εκδηλώσεις και αναφορές προκαλούν θυμηδία και βαρεμάρα. Τα διάφορα «ψευδό» που προστέθηκαν, με μια υφή υπεροψίας και ανταπόδοσης στους απέναντι, έχουν χάσει το νόημά τους και συναιρέθηκαν σε αλλότριες πραγματικότητες.

Η ψυχολογία πολιορκίας και μειονεξίας μάς καλλιεργήθηκε από το σχολείο. Η μικρή Κύπρος, ως αντικείμενο επιβουλής των ξένων, ως στόχος των σκοτεινών σχεδίων ακατονόμαστων κέντρων και αποπαίδι της ειμαρμένης, που τα κατάφερε να ορθοποδήσει – κανείς δεν θέλει να θυμάται πώς. Κι ύστερα, αγώνες κι επιστροφή κι αντικατοχικές και “τα σύνορά μας είναι στην Κερύνεια” κι “η καρδιά κι αν σπάσει”, λόγια ωραία, θούριοι για εφηβικά μυαλά, πετροπόλεμοι ενάντια σε έναν αόρατο εχθρό, δονκιχωτικές εξεγέρσεις. Μα ο ξένος πόνος, πάντα εκεί να σε αναμένει φορτικά στο σπίτι.

Κάποιοι λοξοδρόμησαν, ίσως όχι από συνειδητή επιλογή, τουλάχιστον αρχικά. Μα ήταν που βρέθηκαν στη στράτα μας νέοι άνθρωποι, κάτι τυχαία βιβλία και γιατί η Αμφισβήτηση γύρεψε να αναιρέσει όσα μας προίκισαν οι Μοίρες. Οι ακράδαντες αλήθειες μας ράγισαν, κάποιες από αυτές μάλιστα γκρεμίστηκαν με τρόπο που αποδείκνυε τη σαθρότητα και τη γελοιότητά τους, αφήνοντας ένα αίσθημα κοροϊδίας να πλανιέται στην ατμόσφαιρα.

Από αυτόν το βούρκο θελήσαμε να εξέλθουμε. Στ’ αλήθεια, ποθήσαμε να διαρρήξουμε τους στενούς ουρανούς της πατρίδας μας. Τα ταξίδια, οι άλλοι άνθρωποι, η ομορφιά που μας φανερώθηκε, μετουσιώθηκε χρόνου προϊόντος, θεού βοηθούντος σε βλέμμα αγάπης και ανάγκη γυρισμού. Η ώρα της ανταπόδοσης έρχεται κάποια στιγμή κι όσο προχωρώ μέσα στον καιρό έχω περισσότερο την ανάγκη για μια χειρονομία χρέους κι αγάπης προς τον τόπο αυτό. Όχι για τα συννεφιασμένα χρόνια που μας χάρισε, αλλά για τις όμορφες μέρες που μας έκανε να προσδοκούμε. Μόνο που όσο περνάει ο καιρός, μας χαρίζεται απλόχερα ο κυνισμός, η μετριότητα, η δυσανεξία στην αλλαγή. Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό αναρωτιέμαι πόσοι από εμάς θα κρατηθούν όρθιοι, με το όνειρό τους αναμμένο. Μάνα, κράτα την τελευταία σου προσευχή για μενα...

Ο Νικόλας Κυριάκου: σαράντα χρόνια στο κουπί, πενήντα στο καρτέρι.


7 Ιουλίου 2013

Καρπασία




Κάθε χρόνο, περίπου τέτοιο καιρό, ένα παλιό κάλεσμα με βρίσκει όπου κι αν βρίσκομαι. Με φωνάζει, σαν παλιά ανάμνηση, σαν άνθρωπος δικός, που ξέρει να λέει το όνομά μου μόνο για μένα. Το ταξίδι μου στην Καρπασία, τέλος του Ιούνη, με έβγαλε στον μακρύ δρόμο, μια φωτεινή μέρα. Το καλοκαίρι μάς υποσχόταν από το πρωί να είναι ήπιο, χωρίς εκπλήξεις. Ξεμπερδέψαμε με τα διαδικαστικά στον Άγιο Δομέτιο και ακολουθήσαμε τη στράτα, που έμοιαζε σε τόσα σημεία της γνώριμη. Καθώς ένας νεαρός ψευδοαστυνομικός μού έδινε τα ψευδοχαρτιά μου για το ψευδοταξίδι μου, εγώ σκεφτόμουν την αληθοειρωνεία να πρέπει να αληθοδιακινείσαι σε έναν τόσο μικρό αληθοτόπο με τόσες πολλές ψευδοδιατυπώσεις – με ορίζοντα την αιωνιότητα, όλο αυτό το τσίρκο μού φαινόταν απλώς γελοίο και μάταιο.
Στον δρόμο ακούσαμε δικές μας μουσικές και κάποια στιγμή, κοντά στο Μπογάζι, κατεβάσαμε τα παράθυρα για να μας χτυπήσει ο αέρας. Θάλασσα στα δεξιά, ένα υπέροχο πράσινο στα αριστερά και εμείς εκεί, στην πορεία μας, ευθεία, να ταξιδεύουμε βαθιά στην καρδιά της χερσονήσου. Αυτό που με συγκινεί βαθιά στην Καρπασία είναι ότι καθώς προχωράς όλο και περισσότερο εντός της, τα σημάδια της ανθρώπινης παρουσίας λιγοστεύουν, και βρίσκεσαι να πλέεις μέσα σ’ έναν χρυσό ωκεανό από θερισμένα χωράφια. Ελιές τζιαι τερατσιές πάνω στον ρότσο τους συμπληρώνουν το τοπίο, και πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι ανήκω στο ταπεινό και ξερό τους ξύλο: μικρός, προορισμένος και ταγμένος για εκείνο το μέρος.
Μόνο που φέτος, εκτός από τη χαρά του ταξιδιού και τη γαλήνη του κύματος, είδα τη βίαιη αλλαγή, την ορμητική παρέμβαση που σηματοδοτεί την αρχή του τέλους για την περιοχή. Οι εργασίες για τη διαπλάτυνση του παλιού δρόμου γίνονται κατά μήκος χιλιομέτρων, μια φαραωνικών διαστάσεων μαρίνα έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και ήδη μπορεί κανείς να υποψιαστεί ότι με την ολοκλήρωση του δρόμου θα ακολουθήσει το χτίσιμο ξενοδοχειακών καταλυμάτων, θα αυξηθεί η τουριστική κίνηση και θα αλλάξει ριζικά το τοπίο. Με λίγα λόγια, ένας νέος τουριστικός βόθρος χτίζεται για να διοχετευτούν τα απόνερα του τουριστικού προϊόντος.
Απέναντι σ’ αυτή την προοπτική ορισμένες τουρκοκυπριακές οργανώσεις και πολίτες προσπαθούν να οργανωθούν για να αναχαιτίσουν τις σχεδιαζόμενες αλλαγές. Στον ίδιο ορίζοντα εγγράφεται και η εισήγηση για τη συμπερίληψη της περιοχής στο δίκτυο Natura 2000 από την ΕΕ. Η τελευταία πρόταση έχει συναντήσει τη μικρονοϊκή αντίδραση της Ομοσπονδίας Περιβαλλοντικών Οργανώσεων Κύπρου η οποία, από όλα όσα θα έπρεπε να την ανησυχούν, αντιδρά μόνο για την “υπόσκαψη των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας”. Ως άτομο που έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος των σπουδών του στη μελέτη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν θα αποτρέψω κανέναν να ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμά του στην ηλιθιότητα. Αλλά ως πολίτης μιας χώρας που επιμένει να προσδοκεί τη γεωγραφική και πολιτική της ενοποίηση, και ως άνθρωπος που θα ήθελε να δει την περιοχή να διατηρεί την ιδιοπροσωπία και την αυθεντικότητα του τοπίου της, ελπίζω η εισήγηση για τη συμπερίληψη στο δίκτυο Natura 2000 να βρει υποστηρικτές και να υλοποιηθεί. Ίσως αυτή να είναι μία από εκείνες τις φορές που η έκφραση “ας μην χάσουμε το δάσος για το δέντρο” να ταιριάζει όσο ποτέ.




Ο Νικόλας Κυριάκου χωρίς ανέμους, ανεμίζεται.

30 Ιουνίου 2013

Παρενθετικά





Κάποτε, στο εγγύς μέλλον, θα τελειώσουν (ίσως) τα ψέματα και θα μας μείνουν (μάλλον) μόνο τα θραύσματα της αλήθειας του καθενός. (Έτσι), ανάλαφροι και αποενοχοποιημένοι, χωρίς (ενδεχομένως) πρόθεση να καταλογίσουμε ευθύνες, ούτε και να αυτομαστιγωθούμε για πράξεις και για παραλείψεις αιώνων, θα μπορέσουμε (ελπίζω) να πετάξουμε σαν χρωματιστά μπαλόνια στον ουρανό – χωρίς σκοπό ή προοπτική, προθεσμίες ή υποχρεώσεις. Θα είμαστε (λέω) μια τρυφερή σκέψη, μια γνώριμη σιωπή που δένει τις ζωές μας, μια ταυτόχρονη αναζήτηση των χεριών: (πολύ) απλά, θα υπακούμε σε αυτό που μας τάχτηκε ως πεπρωμένο. Δεν θα λείπει κανένας, αυτό μπορώ να το υποσχεθώ, μα κι όποιος σημειώσει απουσία, θα του κρατήσουμε (σίγουρα) ένα κομμάτι αγάπης για να δέσει φυλαχτό στο χέρι. Κι ονειρεύομαι (ακόμα) πως ό,τι μας πόνεσε, ό,τι μας ζόρισε, ό,τι μας κράτησε καθηλωμένους, θα γράφεται πια σε χρόνο παρελθοντικό (κατά προτίμηση υπεσυντέλικο, γίνεται;) για να είναι τετελεσμένο, στιγμιαίο, χωρίς βάθος και διάρκεια και η σκιά του να μην γέρνει πάνω στις μέρες μας. Ύστερα, η Λευκωσία τις νύχτες θα μυρίζει γιασεμί (θα δεις), και θα γιατρευτούν για πάντα όσοι δεν μπορούσαν να οσμίζονται κι όσοι δεν μπορούσαν να αγαπούν. Κι επίσης, όσοι δεν μπορούσαν (προηγουμένως) να δοθούν, θα είναι πια χείμαρροι ασταμάτητοι και θα ενδίδουν σε κάθε είδους παρόρμησή τους, χωρίς ντροπή, χωρίς λύπη και (κυρίως) χωρίς ενοχή. Αυτό θα το ονομάσουμε «ελευθερία», εσύ θα γελάς γιατί θα ξέρεις ότι θα είναι (φτυστή) η δικαιοσύνη για την οποία πάλεψες, κι εν πάση περιπτώσει, όπως και αν το βαφτίσουμε, θα αποδίδεται (αυτοδικαίως) στον καθένα. Κι ύστερα, όπως ήδη ειπώθηκε, από (άλλους) ικανότερους από μένα, θα κλείσουμε τον διάβολο στην τρύπα του. Και θα τον κλείσουμε καλά. Και δεν θα ξαναβγεί (ποτέ). Και δεν θα μας λείψουν οι εξάψεις που μας πρόσφερε. Γιατί δεν ήταν εξάψεις αλλά παραχαράξεις. Αυτό θα είναι όμοιο με αυτό που στη δημοσιογραφική αργκό λένε “η τελευταία πράξη του δράματος”. Μπορεί να ακούγεται κλισέ, μα εγώ θα σου πω “κλείσε”, κι αυτό θα είναι το συνθηματικό για να κυλήσει η πέτρα μπροστά στην τρύπα του διαβόλου, όπως σου έλεγα τρεις αράδες πιο πάνω. (Ξέρω,) όλα αυτά μπορεί να σου ακούγονται σοφιστείες ενός βραχνού προφήτη, αλλά όταν θα έρθει η μέρα που μια προς μια θα πραγματοποιούνται, όταν το παραπέτασμα θα σκίζεται και το σύμπαν θα ραγίζει (ανεπαισθήτως) καθώς θα διαστέλλεται (έστω και) ελάχιστα, εγώ θα σιωπώ και θα κοιτώ μπροστά, βέβαιος (πλέον), αφού θα έχω ζήσει το τέλος της αγωνίας. Γιατί το θέμα, δεν είναι η (τελική) δικαίωση, αλλά οι ιστορίες που θα έχουμε να λέμε στους επόμενους για τον αγώνα του καθενός μας που μας έφερε μέχρι εκεί.







Ο Νικόλας Κυριάκου επιμένει (χρόνια τώρα) να ζει με τα ίδια δεδομένα.


23 Ιουνίου 2013

Αδιέξοδο




Ζούμε στους καιρούς της υπερβολής, στους χρόνους της ανάδειξης της ματαιοδοξίας και της ανόδου της ασημαντότητας. Κοιτάξτε γύρω σας, στις εφημερίδες που ανταγωνίζονται στην έκδοση lifestyle περιοδικών, στην πόζα των δημοσίων προσώπων και στον αέρα των φραγκάτων ψώνιων. Σπάνια είδη κουφιοκεφαλάκηδων περιφέρουν τις μούρες τους στους τηλεοπτικούς μας δέκτες και εκφέρουν άποψη επί παντός επιστητού. Περιμένεις μάταια να ακούσεις μια σοβαρή κουβέντα από έναν πολιτικό πρώτης γραμμής και πέφτεις πάνω σε έναν τοίχο ανοησίας, ημιμάθειας, διαπλοκής και αδιαφάνειας. Υπάρχει σωτηρία σε και για αυτόν τον τόπο; Μεγαλώνω και αρχίζω να ενδίδω στην ιδέα ότι ο βρόχος γύρω από τον λαιμό μας δεν θα λυθεί – κάποιες φορές φλερτάρω με την ιδέα να μην μπω καν στον κόπο να θυμώσω. Έτσι πρέπει να μοιάζει, μάλλον, η ωριμότητα.
Μέχρι την πλήρη συνειδητοποίηση και την ενδεχόμενη αλλαγή μυαλών, το συλλογικό μας θυμικό ικανοποιείται με τη δημοσιοποίηση διαφόρων καταλόγων. Πηχυαίοι τίτλοι, θαυμαστικά, ακραίες εκφράσεις και άλλα επικοινωνιακά αστειάκια έρχονται να μας πληροφορήσουν για τα μεγάλα φαγοπότια που στήθηκαν για χρόνια στις πλάτες μας. Λιμουζίνες, επιδόματα, προνόμια, αντεγκλήσεις ανάμεσα στα εξέχοντα ονόματα που βρίσκονται στο libro d’ oro της κοινωνίας μας, αλληλοκαρφώματα και μακιαβελικές συμμαχίες, με ορίζοντα έναν διορισμό. Οικτίρω όσους πριν εννέα χρόνια λοιδορούσαν την αντίθετη άποψη και τώρα βρίσκονται στο ίδιο χαράκωμα με όσους επιτιμούσαν. Νά, ο τροχός που γυρίζει και τώρα άλλοι τραβάνε για την αυλή του Αρταξέρξη...
Κι αυτά όμως είναι στάχτη στα μάτια, πρόσκαιρες λύσεις και ικανοποίηση ενός ασαφούς περί δικαίου αισθήματος μιας απροσδιόριστης πλειοψηφίας της κοινωνίας μας. Μιας κοινωνίας που στα τελευταία είκοσι χρόνια είδε να τρυπώνουν στις τσέπες της όλοι οι απατεωνίσκοι της ανατολικής Μεσογείου και ξύπνησε ένα πρωί χρωστώντας σε όποιον μιλά ελληνικά. Το πολιτικό μας σύστημα, το κομματικό τοπίο, η προεδρική μας δημοκρατία, η πολυαγαπημένη μας ΕΔΥ και χίλια δυο άλλα πρόθυμα βαμπίρ μάς έφαγαν αργά, από μέσα, αφήνοντας πια ένα κουφάρι να περιφέρεται, ένα κέλυφος, άδειο,  κενό περιεχομένου και ουσίας.
Απέναντι σε αυτό το τσουνάμι δεν ξέρει κανείς τι να αντιτάξει, πώς να αντισταθεί. Να αποσυρθεί στον μικρόκοσμό του, αφήνοντας τα μεγάλα παιχνίδια στους μεγάλους παίχτες; Να αγανακτήσει και να εξοργιστεί τυφλά, απαξιώνοντας οτιδήποτε συλλογικό και θεσμικό; Να τηρήσει ευλαβικά τις υποχρεώσεις του ως πολίτη, ψηφίζοντας σταθερά, συμμετέχοντας αδιάλειπτα, έστω και με το κριτήριο «το μη χείρον βέλτιστον»; Να αποπειραθεί να αναμειχθεί στις κομματικές διεργασίες για να αλλάξει τα πράγματα από μέσα; Να βολευτεί μέσα στους θύλακες του συστήματος, δημιουργώντας έναν μυστικό και προσωπικό χώρο, ενώ έξω ο κόσμος καίγεται; Έχω την αίσθηση ότι έχουμε μείνει χωρίς επιλογές – και ίσως, αύριο, αυτό να είναι και το πιο επικίνδυνο...

 Ο Νικόλας Κυριάκου μένει στο βασίλειο των ανέμων του πέμπτου ορόφου.