27 Απριλίου 2014

Χουλιγκομματισμός





Τα πρόσφατα επεισόδια στον ποδοσφαιρικό αγώνα ΑΠΟΕΛ-ΑΕΛ έρχονται να μας υπενθυμίσουν ορισμένες από τις βασικές κακοδαιμονίες του τόπου μας, με τον πιο εμφατικό τρόπο μάλιστα. Κατά την άποψη μου το ζήτημα της αδυναμίας αντιμετώπισης της βίας στον αθλητισμό δεν οφείλεται στην απουσία ή ενδεχόμενες ελλείψεις του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Αντίθετα, πάσχουμε σοβαρά στο ζήτημα της εφαρμογής του από τα αρμόδια σώματα και όργανα της πολιτείας. Όσο κι αν ακούγεται τετριμμένο και κλισέ, για όσο καιρό η αστυνομία δεν οργανώνει με σοβαρό τρόπο την αστυνόμευση των αγώνων, τόσο θα εκχωρείται έδαφος στους ανεγκέφαλους να επιδίδονται σε πράξεις βίας εναντίον της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της περιουσίας συμπολιτών μας.

Απ' την άλλη θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η πιο εύκολη λύση είναι να ρίχνουμε την μπάλα στο γήπεδο της αστυνομίας και με αυτόν τον τρόπο να αποφεύγουμε συναφή ζητήματα που παραμένουν στο περιθώριο. Χωρίς να αποκλείω την ύπαρξη άλλων, θα κατέγραφα τηλεγραφικά τα ζητήματα αυτά ως ακολούθως: οι σχέσεις των διοικήσεων με τους οργανωμένους οπαδούς τους, η δημόσια παρουσία των εκπροσώπων τύπου των σωματείων, οι κοινωνικές δυναμικές που οδηγούν στην εκδήλωση παραβατικών συμπεριφορών,  ο τρόπος  λειτουργίας της ΚΟΠ, τα σημαντικά κεφάλαια για συμβόλαια παικτών και τηλεοπτικά δικαιώματα, οι πελατειακές σχέσεις των κομμάτων με τα αθλητικά σωματεία σε σημείο εξάρτησης και ελέγχου και η συνεπαγόμενη συγκάλυψη και ατιμωρησία. Η απαρίθμηση αυτή δεν φιλοδοξεί να καταγράψει στεγανές κατηγορίες ζητημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν ξεχωριστά. Τουναντίον, η αλληλοσύνδεση τους είναι εμφανής, ειδικά αν αναλογιστεί κάποιος τις διαπροσωπικές σχέσεις επικοινωνίας, ελέγχου και αλληλοεξυπηρέτησης που ευδοκιμούν στο χώρο αυτό.

Κι αυτό με φέρνει στο ζήτημα που δεν κουβεντιάζουμε ποτέ: το κράτος προσπορίζεται σημαντικά οικονομικά οφέλη από το ποδόσφαιρο είτε με άμεσα έσοδα είτε με έμμεσα. Ταυτόχρονα, είναι ένας σημαντικός υποστηρικτής των σωματείων είτε με την χρηματοδότηση τους είτε με την προνομιακή μεταχείριση των οφειλών τους προς αυτό. Επίσης, τα κόμματα επιμένουν να συντηρούν τις σχέσεις συγκοινωνούντων δοχείων με τα σωματεία για να έχουν ευρύτερη πρόσβαση σε μεγάλες μερίδες του εκλογικού σώματος και να επιτυγχάνουν την ευθυγράμμιση της οπαδικής υποστήριξης με τις πολιτικές τους επιλογές και να ρυθμίζουν, κατά το δοκούν, τον θερμοστάτη της αντιπαράθεσης και της πόλωσης. Η ανάμειξη κομματικών στελεχών στα διοικητικά όργανα των σωματείων και του οργανωμένου αθλητισμού είναι η πιο τρανή απόδειξη. Ανεξάρτητα από την παρατήρηση αυτή, ακόμα και στις περιπτώσεις των σωματείων εντός των οποίων δεν κατέχει κάποιο κόμμα δεσπόζουσα θέση, η δημόσια παρουσία των παραγόντων τους προάγει συχνά ένα κλίμα σύγκρουσης και εχθρότητας, που υποθάλπτει τα επεισόδια που κατά καιρούς παρατηρούμε.

Καταληκτικά, θα είχε ενδιαφέρον να ξέραμε, μέσα από τη διενέργεια μιας σοβαρής κοινωνιολογικής μελέτης, τις κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους και προφίλ των ατόμων που εμπλέκονται στα επεισόδια αυτά, ώστε να εξεταστεί η δυνατότητα αντιμετώπισης των προβλημάτων που ενδεχομένως να συντελούν στα επεισόδια. Για αυτά όμως χρειάζεται  σοβαρότητα και συναίσθηση ευθύνης από την πολιτική ηγεσία και ένα ισχυρό μήνυμα από την κοινωνία μας προς αυτήν. Δεν είμαι πολύ βέβαιος ότι ανήκω στην πλειοψηφία...       

 

20 Απριλίου 2014

Πάσχα θα πει διάβαση




Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή που σκάει απ’ τη γη η κρυμμένη ζωή, γυρνάω πίσω στα παλιά κείμενά μου για το Πάσχα. Ύστερα από το πήγαινε-έλα στο εξωτερικό την τελευταία δεκαπενταετία σχεδόν, οι μέρες του Πάσχα μου δημιουργούν την αίσθηση μιας δεύτερης πρωτοχρονιάς μέσα στον ημερολογιακό χρόνο. Είναι οι μέρες που πολλοί από όσους τυγχάνει να βρίσκονται στο εξωτερικό νιώθουν ότι κάτι λείπει. Τα κεριά στην εκκλησία είναι πιο λίγα. Η λειτουργία κρατάει λιγότερο. Οι άνθρωποι γύρω δεν έχουν τα γνώριμα χαρακτηριστικά των ανθρώπων του τόπου σου. Οι μυρωδιές δεν είναι οι ίδιες. Οι ευχές δίδονται σε άλλες γλώσσες. Νιώθεις λίγάκι ξεβολεμένος, με το ίδιο συναίσθημα που αφήνουν εκείνα τα όνειρα όπου βλέπεις γνωστούς σου ανθρώπους σε άλλους ρόλους και γνώριμα μέρη να έχουν χαρακτηρστικά από άλλους τόπους. Η συνήθεια, ο παλιός εαυτός, όσα ήξερες τίθενται σε δοκιμασία.
Αλλά κι απ΄ την άλλη, τα φιλιά έχουν την ίδια αξία, η αγάπη ξεχειλίζει από τις τσέπες μας, η μουσική θα παίξει ελληνικά τραγούδια και όλο και κάποιος θα βρεθεί που θα ξέρει να φτιάξει μια αξιοπρεπή μαγειρίτσα. Είναι ο καιρός της μετάβασης, του περάσματος, της διάβασης. Το μήνυμα, ή τουλάχιστον αυτό που εγώ έχω καταλάβει, είναι ότι ο αγώνας για την υπέρβαση του εαυτού, για το σμίξιμο με τον Άλλο, η προσπάθεια για αλληλεγγύη, η αγάπη ακόμα και γι’ αυτόν που σε μισεί είναι μια δύσκολη ιστορία. Μια ιστορία που μας θυμίζει τα όρια μας, τα οποία είναι πολύ εγγύτερα από όσο θα θέλαμε ή πιστεύαμε ότι απλώνονταν. Ίσως τελικά να μην είμαστε τόσο μεγαλόψυχοι, μας ξεφεύγουν συχνά τα δηλητήρια απ’ το στόμα, αποτυγχάνουμε να δείξουμε καταλλαγή και συμπόνοια.
Είμαστε έτοιμοι να σκαρφιστούμε κάμποσες εύκολες και σαθρές δικαιολογίες για το μικρό ναρκισιστικό μας «εγώ» ή να αναβάλλουμε για έναν αόριστο, μελλοντικό χρόνο όσα σήμερα θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο ή έστω να διορθώσουν έστω κι ένα τσίγκο από την παράγκα της ύπαρξης μας ή ακόμα καλύτερα να κάνουν το πέρασμα μας από τον κόσμο να έχει νόημα για εμάς και για τους γύρω μας. Είναι κι αυτό ένα απ’ τα πολλά νοήματα της αγάπης του Πάσχα, της αγάπης ακόμα και προς τον ίδιο τον εαυτό: να προσπαθείς, να βρίσκεις το κουράγιο, τη δύναμη, τον τρόπο να αλλάζεις, να βελτιώνεσαι, να είσαι συνεπής με τη μέσα σου φωνή, να μπορείς να περνάς την γέφυρα απέναντι, να διαβαίνεις την πόρτα προς τον έξω κόσμο, να εγκαταλείπεις την προσωπική σου επικράτεια για να γνωρίσεις τους τόσους άλλους που βρίσκονται εκεί έξω. Έχω προσπαθήσει ορισμένες φορές να κάνω αυτή τη μετάβαση - χωρίς επιτυχία. Σκέφτομαι, όμως, ότι θα έχω πραγματικά αποτύχει αν ποτέ σταματήσω τις απόπειρες μου...

13 Απριλίου 2014

Μια πόλη. Για όλους.





Πριν μια βδομάδα, δώσαμε ραντεβού στην πύλη Πάφου το πρωί. Με το που στάθμευσα αναρωτήθηκα πού είναι ακριβώς η πύλη. Ήξερα τον πυροσβεστικό σταθμό, το άνοιγμα των τειχών προς την παλιά πόλη, αλλά αγνοούσα την ακριβή τοποθεσία της πύλης. Παραξενεύτηκα, αλλά η απορία μου λύθηκε σύντομα όταν είδα μαζεμένο κόσμο μπροστά την ίδια την πύλη, που πλέον αναδεικνύεται από τα έργα αποκατάστασης που γίνονται στην περιοχή. “Αντίο μπετόν, καλωσήρθες πουρόπετρα”, σκέφτηκα, καθώς έβλεπα μέσα από τη μακρόστενη πύλη. Το πρωινό έμελλε να μου λύσει κι άλλες απορίες και να μου ανοίξει έναν ορίζοντα σε νέες ερωτήσεις και φρέσκια γνώση. Η περιήγησή μας στη Λευκωσία μας πήρε σε στενά που είτε τα διαβαίνω συχνά, χωρίς να προλαβαίνω να παρατηρήσω με προσοχή τι συμβαίνει γύρω είτε τα χρησιμοποιώ τόσο σπάνια, που ξεχνώ κι εγώ ο ίδιος την ύπαρξή τους.
Η Λευκωσία μας, λοιπόν, κουβαλά πολλά σημάδια ιστορίας και ανταγωνισμών. Τόσα που κάθε απόπειρα να τα καταγράψω στις 400 λέξεις που μου αναλογούν σε αυτή τη γωνιά κάθε Κυριακή, θα ήταν μάταιη. Όμως μπορώ να αποπειραθώ να σημειώσω τις στάσεις μας σαν τελείες στο χαρτί για να τις ενώσει ο καθένας όπως θέλει, μαζί με τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου. Η πόλη έχει πολλούς κρυμμένους θησαυρούς και πολλές άγνωστες ιστορίες. Οι αφηγήσεις των ανθρώπων της παραμένουν καταπιεσμένες από τα κυρίαρχα ιδεολογήματα και τις επίσημες ιστορίες των σχολικών βιβλίων. Είναι κι αυτή μια άλλη μορφή αδικίας. Να πρέπει όλα να ανταποκρίνονται στην κλίνη του Προκρούστη: ό,τι δεν είναι (επαρκώς) εθνικό, ξαναβαφτίζεται στα νάματα της φυλής, υπονοώντας ότι η πόλη είχε ανέκαθεν έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα. Πόσοι από εμάς γνωρίζουμε άραγε για την αλλαγή στην ονοματοδοσία των οδών, ένθεν και ένθεν της διαχωριστικής γραμμής; Μια αλλαγή που δεν είναι καθόλου αθώα και που βέβαια δεν ελαύνεται από πρακτικής φύσεως κίνητρα.
Η βόλτα μάς έβγαλε σε λογιών-λογιών κτίσματα: εκκλησίες, σχολεία, προτομές, αποικιοκρατικά κτήρια, πλατείες, σοκάκια, μνημεία, μαυσωλεία, κατεστραμμένα σπίτια, φυλάκια της Εθνικής Φρουράς, φυλάκια του τουρκικού στρατού, φυλάκια των Ηνωμένων Εθνών. Στ’ αλήθεια, αν δώσεις σημασία, δεν βαριέσαι ποτέ στη Λευκωσία… Και παντού σημαίες, τόσες πολλές που δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ ότι μοιάζουμε στα συμπαθή τετράποδα που φροντίζουν να σημαδεύουν την περιοχή τους, αφήνοντας πίσω… ένα κομμάτι του εαυτού τους.
Στην αρχή ήταν η καθολική και η μαρωνιτική εκκλησία στην πύλη Πάφου, η Φανερωμένη και ο σταθερός βιασμός της πλατείας από τα νεοκαφενεία, παραδίπλα η εκκλησία του Σταυρού του Μισιρίκκου ή το τζαμί Araplar, η Αγιασοφιά από την άλλη πλευρά. Μετά ήταν το χρώμα της ώχρας και τα πράσινα παράθυρα, οι άσπροι τοίχοι και το χαμηλό ύψος δόμησης, το φως της Μεσογείου που σου παίρνει τα μυαλά. Κι έπειτα, οι άνθρωποι του τόπου μας, τα πρόσωπά τους, οι γέροι, τα παιδιά, οι άνθρωποι της γενιάς μου στη βαβούρα και τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας.
Όταν τελείωσε η βόλτα μας, πέρασα από το σημείο διέλευσης στο Λήδρα Πάλας και η στράτα μου διασταυρώθηκε με ένα ζευγάρι νεαρών Ινδών που κρατούσαν το βρέφος τους και έλαμπαν από χαρά. Σκέφτηκα πως αυτή η πόλη μπορεί να μας χωρέσει όλους. Αυτό γιατί δεν το σκεφτήκαμε ποτέ;


6 Απριλίου 2014

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΧΧΧΧΧΧΧ




“Δεν είναι που προσπάθησα
όσο κανείς δεν ξέρει
είναι που όσα κράτησα
μου κάψανε το χέρι”

Τα μεροκάματα - Δ. Παπαχαραλάμπους

Εδώ στο Κολοσσαίο, άνθρωποι και θηρία στο μέσον, αίματα παντού και σώματα πεσμένα, εντεταλμένοι δήμιοι αποτελειώνουν τον άλλον στο γόνατο μόνο με ένα νεύμα απ’ την κερκίδα. Εκεί όπου αυτάρεσκα κάθεται ο αυτοκράτορας, περικυκλωμένος από ένα πλήθος αυλικών, κολάκων, γερουσιαστών, αρχόντων, στρατηγών, διορισμένων, σκασμένων στα λεφτά και παρατρεχάμενων που ευελπιστούν στην εύνοια των Δυνατών. Σειρές πιο κάτω, ένα συνονθύλευμα από ανίκανους και αδίστακτους φροντίζει για τις καθημερινές, τις τετριμμένες υποθέσεις του λαού, βγάζοντας διατάγματα για το ποιος θα διαβεί τη νεκρική πύλη, κυβερνώντας με περισσό θράσος, κρύβοντας την ολιγοσύνη τους πίσω από τα λαμπερά παράσημα και τις προσφωνήσεις, μα έχοντας συνάμα τόση μα τόση λίγη γνώση και συνείδηση της πραγματικότητας.

Σ’ αυτήν την αρένα καθόμαστε κι εμείς και βλέπουμε, θλιβεροί κλακαδόροι, σαν χάννοι χάσκοντας χαντακωμένοι, βομβαρδισμένοι από θεάματα, εντυπωσιασμένοι από την επίδειξη και το θεαθήναι, ζαλισμένοι στη θέα απ’ τα πειραγμένα βυζιά της συζύγου ενός Τάδε. Σαπίζουμε αργά από μέσα, μας τρώει από μέσα το σκουλήκι του τίποτα καθώς φροντίζουμε να τρώμε φρούτα και λαχανικά, να κάνουμε δίαιτες και να πίνουμε πολυβιταμινούχα ροφήματα, να διαβάζουμε ωροσκόπια και να κρατιόμαστε σε φόρμα με άπειρες ώρες στα γυμναστήρια. Οι πιο καλοί αποσύρονται είτε έχοντας χάσει από νωρίς το παιχνίδι στην κόντρα τους με την εξουσία είτε έχοντας αντιληφθεί εγκαίρως ότι το παιχνίδι είναι στημένο και δεν πρόκειται να υπάρξει αλλαγή. Επιστροφή στη σιωπή, στην ιδιωτεία, στον μικρόκοσμο, στις μικροπρέπειες και τις ευτέλειες της καθημερινότητας.

Αυτό το μικρό νησί αδικήθηκε από τη Μοίρα, τη Γεωγραφία και την Ιστορία, καθώς λένε. Μα εμένα μου φαίνεται αδικείται μόνο από τους ανθρώπους του, που μοιάζουν ικανοί για τα πάντα (για τα πάντα, όμως), που δεν μπορούν να συν-υπάρξουν, να συν-χωρέσουν, να μοιράσουν τον πόνο και να μοιραστούν τη χαρά, να αντικρίσουν την ψυχή τους. Εδώ, μου φαίνεται, διαλέξαμε τον φόβο, τη βία, την επιβολή ως τα νομίσματα συναλλαγών μας, την επιφάνεια, την πόζα, την υπερβολή ως τα χρηστά μας ήθη. Σ’ αυτήν την κολυμβήθρα με τ’ απόνερα βαφτίζουμε τα παιδιά μας, στο ψέμα και τη χειριστικότητα, ομνύουμε στη ζωή, αλλά συνεχίζουμε τη λατρεία του θανάτου, δείχνουμε στην ανατολή καθώς βαδίζουμε προς τη δύση. Κι έτσι, κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, μετράμε τις γνωριμίες μας την ημέρα και τις μονέδες μας τις νύχτες, αμπαρωμένοι σε μικρά φρούρια, περπατώντας σε κόκκινα χαλιά, ακονίζουμε τα μαχαίρια για επερχόμενο μακελειό και αναρωτιόμαστε ποιος θα είναι ο επόμενος. Όταν η πόρτα χτυπήσει τα μεσάνυχτα, θα είναι αργά πια για να μετανιώσεις...

30 Μαρτίου 2014

Σημειώσεις από μια Άνοιξη




Τους παλιούς καιρούς και μια φορά κι έναν καιρό, σαν παραμύθι αλλά όχι ακριβώς, μιας και μιλάμε για ενήλικες που έμειναν παιδιά, έκανα υπομονή, όπως είχα μάθει να κάνω, μέσα στους διαδοχικούς χειμώνες. Περίμενα, καρτερούσα, σώπαινα, όπως ένας βολβός στο χώμα που αναμένει το κρυπτογραφημένο μήνυμα των εξωτερικών συνθηκών για να σκάσει μύτη. Φανταζόμουν τον χρόνο να μοιάζει αντί γραμμή, σημείο για να μπορώ να στέκομαι πάνω του, παρά να διανύω αποστάσεις. Ήμουνα (ψέματα, είμαι ακόμα, μα μην το πεις πουθενά) οκνηρός κατά βάθος, ένας τεμπέλης του κερατά για να τα λέμε επιτέλους τα πράγματα με τ’ όνομά τους, που ξεγλιστράει με μερικές λεκτικές φιοριτούρες κι άλλοτε με επινοημένες σοφιστείες του ποδαριού. Κι έτσι, ήθελα να τα αποφεύγω όλα αυτά. Περίμενα, λοιπόν, καιρό την Άνοιξη. Έλεγα: “Θα έρθει. Δεν μπορεί”. Κι έπειτα, μια μέρα, από όλες τις χαραμάδες των τοίχων, από τα παράθυρα που δεν έκλειναν καλά, απ’ τα χαλασμένα παντζούρια κι απ’ τις βρύσες που έσταζαν ξεχύθηκαν μέσα μυρωδιές και φως και πουλιά που γύρισαν απ’ τα μακρινά τους ταξίδια και κόκκινα πέταλα και μέλισσες και ζουζούνια που σου έπαιρναν τα αφτιά και σπόροι που έπιασαν και κρινάκια που άνθισαν. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, νιώθω σαν να ήμουν μάρτυρας στην κοσμογονία της ημέρας που μεγάλωνε, κερδίζοντας ένα λεπτό τη φορά, και ήταν μια εποχή που ένιωθα ότι καθώς περπατούσα, έβρεχε αστέρια. Αργότερα θα μάθαινα, όχι χωρίς οδύνη, όχι χωρίς πόνο, αλλά μ’ ακριβό αντίτιμο την απώλεια (συνειδητοποιώντας ότι δεν είμαι ξεχωριστός και άτρωτος) ότι τα ακραία συναισθηματικά φαινόμενα συμβαίνουν σπάνια κι ότι στην ώρα τους δεν δικαιούσαι, εκτός αν είσαι τρελός ή αυτοκαταστροφικός, να κλειστείς στο σπίτι σου και να αδιαφορήσεις για τον ουρανό που άνοιξε. Αλλά εκ των υστέρων η σοφία δεν ωφελεί σε πολλά, ίσως να είναι πιότερο βάρος, ένας δαίμονας που σε πελεκάει και σου φουσκώνει τα μυαλά, τάχα μου να περάσεις την εμπειρία πιο κάτω, να προλάβεις την αναποδιά του άλλου, να τον προστατέψεις. Μόνο που η ζωή βιώνεται στην ευθεία και προς τα εμπρός -πώς να το πω με όρους της εποχής;- νά, γεμίζει σαν την κόκκινη γραμμή στην μπάρα του youtube. Ακούς το τραγούδι, κι όσο προχωράει χαίρεσαι, κι όσο χαίρεσαι ο χρόνος μετράει αντίστροφα και στο τέλος μένεις με μια αίσθηση ανώνυμη, που κάπου πρέπει να την τιμαρέψεις κι αυτήν και με μια γεμάτη γραμμή. Νά το ζήτημα, λοιπόν: να έχεις προσπαθήσει να σταθείς πάνω στον χρόνο σαν αυτός να ήτανε σημείο, μόνο και μόνο για να βρεθείς στο τέλος με μια γραμμή. Διάψευση, δεν νομίζετε;

16 Μαρτίου 2014

Aντιθέσεις






Έξω η άνοιξη προβάλλει δειλά στις πόρτες μας (όμως εμείς βουλιάζουμε στη λάσπη). Ο αέρας μυρίζει αλλιώς τα βράδια (αλλά ένα επίμονο συνάχι μου στερεί την όσφρηση). Κάτι πάει να θυμίσει Πάσχα (μόνο που εγώ δεν βρίσκω το παλιό πέρασμα). Ένας δειλός ήλιος βγαίνει τα πρωινά (κι ύστερα λένε πως θα χιονίσει στο Τρόοδος). Μας κυβερνάει μια παρέα κολλητών (αλλά θέλουν να μας πείσουν για κάτι αξιοκρατίες και τέτοια). Ανάμεσά μας κυκλοφορούν αισιόδοξοι (αλλά κι όλοι οι καργιόληδες, μια εταιρεία). Λένε πως βάλαμε μπρος για μεγάλα πράγματα (αλλά συνεχίζουμε με όλες τις παλιές κακές συνήθειες). Όλοι ομνύουν στο όνομα της αντικειμενικότητας, των κριτηρίων, του γενικού καλού (μα στην πραγματικότητα είναι δεμένοι χειροπόδαρα με παλιές υποχρεώσεις και χωμένοι σε κλίκες). Ο εκπρόσωπος του Θεού στο μικρό μας νησί κηρύσσει κάθε Κυριακή τον Λόγο της Αγάπης (αλλά τις υπόλοιπες μέρες προτείνει τη δημόσια καταδίκη όσων δεν ταιριάζουν στον μέσο όρο). Ο καθημερινός άνθρωπος μπορεί να συγκινηθεί από το μεμονωμένο δράμα ενός άλλου (αλλά να ξεράσει χολή εναντίον των ξένων και να εξανίσταται ότι κάτι πρέπει να γίνει επιτέλους). Ο μέσος πολίτης μπορεί να οργιστεί από τον θάνατο μιας σαραντάχρονης μητέρας και το ορφάνεμα ενός παιδιού (για λίγες μέρες μόνο. Ποιος θυμάται πια την υπόθεση;). Ο υποψιασμένος άνθρωπος μπορεί να εξοργιστεί από πέντε σερί αυτοκτονίες στις κεντρικές φυλακές (αλλά κι αυτό ξεφουσκώνει κάποια στιγμή σύντομα). Ξοδεύουμε εκατομμύρια για την εκπαίδευση (μόνο και μόνο για να παραδώσουμε μπερδεμένους, αδέξιους κι ανέτοιμους ανθρώπους στην κοινωνία). Διαβάζουμε με μανία τα lifestyle περιοδικά (κρυμμένοι στη μιζέρια και τη ματαίωση των δικών μας μέτρων). Παραμένουμε προσκολλημένοι στο πρότυπο της ευμάρειας των περασμένων χρόνων (αν και προσγειωθήκαμε απότομα στην πραγματικότητα πριν ένα χρόνο). Τα mainstream μαγαζιά, τα γυμναστήρια και τα μπαρ είναι γεμάτα (αλλά προσερχόμαστε γεμάτοι αλληλεγγύη και ευαίσθητοι στις εκδηλώσεις συγκέντρωσης τροφίμων). Θα ήθελα τα πράγματα να κυλούσαν πιο γρήγορα κι αποτελεσματικά (μόνο που όλο και κάποιος ανόητος με τραβάει απ’ τη φανέλα). Η αλήθεια είναι απ’ τις πιο κοινές μας επικλήσεις (αλλά συναλλασσόμαστε με χίλια δυο ψέματα). Στήσαμε ένα πλέγμα νόμων και κανόνων για την προστασία των δικαιωμάτων (ωστόσο ζούμε σε μια κοινωνία διαρκώς διευρυνόμενων ανισοτήτων). Η προσωπική και συλλογική δικαίωση παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση (ενώ ταυτόχρονα δεν διστάζουμε να αδικήσουμε τον δίπλα, τον απέναντι, τον άλλο). Σκορπίζουμε τον ηθικό πανικό για τη διάβρωση της γλώσσας (την ώρα που βιάζουμε το νόημα των λέξεων). Θα ήθελα να έγραφα ένα κείμενο χωρίς παρενθέσεις (αλλά τόσες σκιές έπεσαν πάνω μου βαριές).


9 Μαρτίου 2014

Ο κύκλος του αίματος





Το ντοκιμαντέρ "Εν ονόματι της πατρίδος" που προβλήθηκε πρόσφατα από το ΡΙΚ μας φέρνει αντιμέτωπους με ερωτήματα που για χρόνια δεν θέταμε στους εαυτούς μας. Πώς διδάσκεται η ιστορία; Ποια είναι η αλήθεια; Ποιο περιεχόμενο έχει η διδασκαλία της; Τι έγινε το 63; Ποια ήταν τα θύματα και γιατί δολοφονήθηκαν, εξαφανίστηκαν, ταπεινώθηκαν; Ποια ήταν η ζωή των ανθρώπων εκείνη τη δεκαετία στους θύλακες; Ποιες ήταν οι πολιτικές επιλογές των αντιμαχόμενων πλευρών; Η σειρά των ερωτημάτων θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Πενήντα χρόνια μετά τα γεγονότα της δεκαετίας εκείνης το μόνο που έχουμε να πούμε στους εαυτούς και στα παιδιά μας είναι μισοτέλειωτες αλήθειες και στρογγυλεμένες αφηγήσεις.

Μου φαίνεται τουλάχιστον περίεργη η βεβαιότητα με την οποία περιφέρεται μια συγκεκριμένη απόδοση και ερμηνεία των γεγονότων της εποχής εκείνης. Αν διαβάσει κανείς τις επίσημες θέσεις των πλευρών, συμπεραίνει ότι οι δύο κοινότητες ζούσαν σε παράλληλα σύμπαντα ή ότι ζούσαν σε διαφορετικό νησί. Πού βρίσκεται η αλήθεια; Για παράδειγμα, τα 13 σημεία, (η οργανωμένη;) αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων (ή μήπως εκδίωξη;), η ύπαρξη εκατέρωθεν σχεδίων πολιτικού σαμποτάζ, οι παραστρατιωτικές ομάδες που είχαν την ευλογία των εκπροσώπων των δύο κοινοτήτων, το ξέσπασμα που ακολούθησε τις δολοφονίες της παραμονής των Χριστουγέννων και τόσα άλλα γεγονότα κουβαλούν μαζί τους διπλές αναγνώσεις, δημιουργώντας τα τοτέμ της ιστορίας για την κάθε κοινότητα. Κι αλίμονο σε όποιον δεν ακολουθεί το ιστορικό credo της κοινότητάς του...

            Η πιο σκοτεινή πλευρά της περιόδου εκείνης είναι οι αγνοούμενοι και από τις δύο κοινότητες. Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, της δουλειάς και του μόχθου χάθηκαν, πληρώνοντας το εθνοτικό μίσος και τον ανταγωνισμό για την επιβολή πάνω στον άλλο. Με την ασφάλεια που μας επιτρέπει η απόσταση των πενήντα χρόνων αναρωτιέμαι προς τι όλα αυτά, αν άξιζε έστω και μια ζωή όλη αυτή η ιστορία, εν ονόματι ποιου σκοπού και ποιας πατρίδας... Όσο περνούν τα χρόνια είμαι όλο και πιο βέβαιος ότι και οι δύο πλευρές έχουν πολλούς σκελετούς στην ντουλάπα τους κι ότι οι κυρίαρχες αφηγήσεις δεν εξυπηρετούν τίποτα άλλο από την πολιτική δικαίωση των πρωταγωνιστών της εποχής και της πολιτικής θέσης κάθε κοινότητας. Όσο κι αν ο φόβος ή η άγνοια μας κρατάει πίσω, θα πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσουμε να ανοίξουμε αυτές τις ντουλάπες και να αντικρίσουμε ό,τι με τόση επιμέλεια κρύφτηκε σε αυτές. Ως πολίτης αυτού του τόπου με ενοχλεί να φέρω το στίγμα της συλλογικής ιστορικής ευθύνης για τον χαμό τόσων ανθρώπων. Ούτε μπορώ να είμαι απαθής απέναντι στην κυκλική επαναφορά και τις αναζωπυρώσεις της σύγκρουσης. Αν αυτό θα αλλάξει μέσα από μια επιτροπή αλήθειας και συμφιλίωσης ή την αναθεώρηση της διδασκαλίας ή εκπομπές στην τηλεόραση ή οτιδήποτε άλλο, είναι το δεύτερο βήμα που πρέπει να κάνουμε. Το πρώτο είναι να πάρουμε απόφαση ότι πρέπει κάποτε να σπάσουμε τον κύκλο του αίματος, που έρευσε εν ονόματί μας.

2 Μαρτίου 2014

Αντιρρησίας




Πριν λίγες μέρες ένα ψευδοδικαστήριο του ψευδοκράτους επέβαλε μια ψευδοποινή φυλάκισης δέκα ολόκληρων αληθινών ημερών σε έναν Τουρκοκύπριο συμπατριώτη μας, ο οποίος αρνήθηκε, για λόγους συνείδησης, να υπηρετήσει την εφεδρική στρατιωτική του υπηρεσία. Ο Μουράτ Κανατλί είπε ένα απλό «όχι» στους καραβανάδες, τα στρατοδικεία και «τις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία», έχοντας επίγνωση του ρίσκου που λάμβανε. Κι ενώ θα περίμενε κανείς ότι η είδηση θα περνούσε στα ψιλά, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέδειξαν το θέμα και συνέβαλαν καθοριστικά, για άλλη μία φορά, στην κυκλοφορία της πληροφορίας, καθώς και εξαιρετικών ιδεών και κειμένων.

Η καταδίκη του Μουράτ είναι μια πρώτης τάξεως αφορμή για να ανοίξει και στην ελληνοκυπριακή κοινωνία το ζήτημα της εφεδρικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Το υφιστάμενο νομικό καθεστώς που καθιερώνει και ρυθμίζει τις λεπτομέρειες της εφεδρικής στρατιωτικής υπηρεσίας πάσχει σε δύο τουλάχιστον ζητήματα, νομικά και λογικά. Το σημερινό καθεστώς επιτρέπει δύο ειδών εναλλακτικές υπηρεσίες: τη στρατιωτική (κατ’ ουσίαν την άοπλη υπηρεσία) και την κοινωνική (π.χ. υπηρεσία σε οργανισμό κοινής ωφελείας).

Για να μπορέσει κάποιος να διεκδικήσει να υπηρετήσει μία εκ των δύο, θα πρέπει πρώτα να έχει ήδη υπηρετήσει την κανονική του θητεία ως κληρωτός υπό την ιδιότητα του αντιρρησία συνείδησης. Εδώ εντοπίζεται ο πρώτος παραλογισμός του νομικού καθεστώτος, αφού γίνεται δεκτό ότι μόνο αν ως δεκαοκτάχρονος έχεις διαμορφώσει έναν πυρήνα απόψεων, ιδεολογικών πεποιθήσεων και ηθικής στάσης έναντι της στράτευσης δικαιούσαι να διεκδικήσεις αργότερα την εναλλακτική εφεδρική υπηρεσία. Τεκμαίρεται, δηλαδή, ότι όσοι υπηρέτησαν «κανονικά» τη στρατιωτική θητεία τους, δεν μπορούν να αναδιαμορφώσουν τις απόψεις τους και να διεκδικήσουν την εκπλήρωση εναλλακτικής εφεδρικής υπηρεσίας όταν θα κληθούν στα 30, 35 και 40 τους χρόνια. Άρα εισάγεται μια αδικαιολόγητη διάκριση ανάμεσα στις δύο κατηγορίες πολιτών.

Αυτή η παρατήρηση με φέρνει στη νομική ανεπάρκεια του νομικού πλαισίου που έγκειται σε δύο διακριτά ζητήματα. Το πρώτο είναι η δυσμενής διάκριση, η οποία μόλις αναφέρθηκε, έναντι όσων έχουν ήδη υπηρετήσει πλήρη ένοπλη στρατιωτική θητεία και στους οποίους ο νόμος δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα σε εναλλακτική εφεδρική υπηρεσία, στρατιωτική ή κοινωνική. Το δεύτερο είναι η ανυπαρξία οποιασδήποτε αποτελεσματικής έννομης θεραπείας αυτής της διάκρισης.

Πέρα από τα νομικά, τα οποία μπορεί να είναι πολύ στεγνά ή τεχνικά για τους πολλούς, υπάρχει και το συνειδησιακό ζήτημα. Το οποίο μπορεί να συνοψιστεί ως η εναντίωση σε κάθε μορφή βίας, στην κατοχή ή στη χρήση κάθε είδους όπλου, σε κάθε μορφή «εκπαίδευσης» στη βία και στην ένοπλη σύγκρουση ως τρόπου δράσης για την επίλυση των προβλημάτων της ανθρωπότητας. Μα και το πιο βασικό: την απόρριψη της θέσης ότι η φιλοπατρία εξισώνεται με τον μιλιταρισμό και την εκπλήρωση υποχρεώσεων στρατιωτικής φύσης. Ο καθένας μας είναι πιο χρήσιμος ζωντανός και στη διάθεση της πατρίδας για την εκπλήρωση ενός πραγματικά ωφέλιμου σκοπού. Χρειάστηκε μόνο ένας για να ξανακοιταχθούμε στον καθρέφτη. Ο Μουράτ το μπόρεσε και μας έδειξε ότι μπορούμε κι εμείς.

23 Φεβρουαρίου 2014

Φόβος



Πριν τριάντα περίπου καλοκαίρια, στο παλιό μας σπίτι, καθόμουν τις νύχτες και έβλεπα τα φώτα να λαμπυρίζουν στον βαθύ και σκοτεινό ορίζοντα. Η Μεσαορία απλωνόταν μπροστά μας αχανής σαν έρημος ή σαν γαλαξίας σε σχήμα χοάνης και τα βράδια οι διαθλάσεις του φωτός από την απόσταση και την υγρασία έφταναν στα μάτια μου με διάφορα χρώματα: πράσινα, μπλε, ανάμικτα, μια υποψία κόκκινου κι ό,τι άλλο μπορούσε να βάλει ο παιδικός νους μου. Η γη προς τον βορρά, στην πλευρά του μεγάλου βουνού ήταν μια περιοχή άγνωστη κι αχαρτογράφητη. Δεν το ήξερα τότε, αλλά ήδη το μυαλό μου μάθαινε να κινείται σ’ αυτή την πόλη, σ’ αυτό το νησί από τη δύση προς την ανατολή και πίσω – ποτέ προς τον βορρά ή τον νότο κι αντίστροφα, αφού μια πινακίδα ή καμιά δεκαριά βαρέλια με άσπρο και μπλε χρώμα έφραζαν τον δρόμο μου.
Στις απορίες μου για το τι βρισκόταν εκεί, πιο πέρα, ο πατέρας μου επινοούσε διάφορα μικροψέματα και ιστορίες. «Λούνα παρκ», «μια άλλη πόλη» κι άλλα παρόμοια, που πια έχουν πέσει στο βάραθρο των παιδικών αναμνήσεων, ήταν οι συνήθεις αποκρίσεις του. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, είχα μάθει τις απαντήσεις και σταμάτησα να ρωτάω. Κι επίσης, ήταν και το πέρασμα του χρόνου που με έκανε να προσέχω λίγο περισσότερο. Τις νύχτες άκουγα μερικές φορές ριπές όπλων, συχνά-πυκνά στρατιώτες έκαναν νυχτερινές πορείες στην Αθαλάσσα, όλοι οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τη Λευκωσία είχαν σε κάποιο σημείο τους ένα στρατόπεδο κι ο πατέρας μου έλειπε πού και πού για ένα βράδυ, επιστρέφοντας την επομένη με στρατιωτικά ρούχα.
Και αργότερα άρχισε να με επισκέπτεται ο μόνος επαναλαμβανόμενος εφιάλτης που έχω όλα αυτά τα χρόνια: είμαστε στο σπίτι κι απ’ έξω μάς έχει κυκλώσει μια απειλή. Ακούω θυμωμένες φωνές σε ξένη γλώσσα, ένας παραλυτικός φόβος με κυριεύει κι ενώ καταβάλλω κάθε προσπάθεια δεν μπορώ να μιλήσω ή να κινηθώ. Είναι η πιο θανάσιμη αγωνία που με έχει ζώσει ποτέ. Με τα χρόνια, ο εφιάλτης επιστρέφει όλο και πιο αραιά, αλλά πάντα με το ίδιο μοτίβο και θρέφει τη μαύρη σκιά του φόβου μέσα μου.
Αυτές τις μέρες πιάσαμε ξανά να μιλάμε για το Κυπριακό, το ανακοινωθέν, τις προοπτικές και την αισιοδοξία. Όμως είναι και μερικές λέξεις και στάσεις και άνθρωποι που έρχονται να ξυπνήσουν ξανά τον παλιό φόβο μέσα μου, που λένε πως θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε κι εγώ κι οι επόμενοι με τους εφιάλτες μας. Κατά μια έννοια, τα μικροψέματα του πατέρα μου, ως μικροψέματα της προηγούμενης γενιάς προς τη γενιά μου, να μπορούν να εξηγηθούν από την καλοπροαίρετη έγνοια της προστασίας, την ανάγκη να ξορκίσουν το κακό και την προστασία από την αχρείαστη τριβή με τις σκληρές γωνίες της ζωής. Όσο κι αν αυτή η απόπειρα μου φαίνεται μάταιη, την κατανοώ κι ίσως κι εγώ να έκανα το ίδιο στη θέση του. Μόνο που σε λίγους μήνες, θα είμαστε σαράντα χρόνια μετά και με τα ίδια μικροψέματα και επινοημένες ιστορίες δεν γίνεται να ξεγελαστούν οι φόβοι και των δικών μας παιδιών. Τα νέα από το μέτωπο του Κυπριακού θα δώσουν την ευκαιρία για την πυροδότηση των συνήθων αντιδράσεων στις τηλεοράσεις και τις εφημερίδες, αλλά εγώ νιώθω ότι έχω την, τελευταία ίσως, ευκαιρία να τελειώνω μια και καλή με τον φόβο.