8 Μαΐου 2016

Εκλογικά




Όσο πιο πολύ πλησιάζουμε στην ημέρα των εκλογών, τόσο πιο πολύ αναδεικνύεται η ματαιοδοξία και η κενότητα πολλών εκ των υποψηφίων. Ταυτόχρονα, η πολιτική ατζέντα εξαντλείται σε κινήσεις εντυπωσιασμού και χαρακτηρίζεται από απουσία νοήματος. Κι αυτό γιατί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καθιστούν την έκθεση στη δημόσια σφαίρα και την προβολή στο κοινό ευκολότερη. Το ζήτημα είναι ότι πολλοί συγχέουν την εκλογική διαδικασία με πρακτικές και προσεγγίσεις τηλεοπτικού παιχνιδιού ή με σχολικές εκλογές. Κι έτσι βρισκόμαστε ενώπιον των τόσων διαφημιστικών πινακίδων με τα χιλιοειπωμένα κλισέ των συνθημάτων: μαζί, μπροστά, αρχή, ανανέωση, δυναμική. Το μήνυμα όλων αυτών είναι ότι δεν υπάρχει μήνυμα και ότι με κάποιο τρόπο έπρεπε να γεμίσει το κενό στη γιγαντοαφίσα.
Από κοντά και τα άλλα δύο προβλήματα: η επίκληση της ηλικίας ως καθοριστικού παράγοντα και ο λαϊκισμός της μάχης κατά του κατεστημένου. Εξηγούμαι: για το μεν ζήτημα της ηλικίας το νεαρό της ηλικίας προβάλλεται ως αυτόνομος και ικανοποιητικός λόγος για να μας ζητείται η ψήφος. Η βάση του επιχειρήματος υποψιάζομαι ότι είναι οι γλυκανάλατες ανοησίες που γράφαμε στις σχολικές εκθέσεις μας για την ανάγκη αντιπροσώπευσης των νέων, τη δυνατότητά τους να φέρνουν νέες ιδέες και να αμφισβητούν την προηγούμενη γενιά. Όλα αυτά είναι συμπαθητικές ανοησίες, αν ενταχθούν στο πλαίσιο της πολιτικής πραγματικότητάς μας και στον τρόπο καταμερισμού της εξουσίας (και του χρήματος στον τόπο μας).
Για δε το ζήτημα του λαϊκισμού, έχουμε κι εμείς εδώ σε αυτή τη μικρή γωνιά του κόσμου το μερτικό μας από τον ανέξοδο καταγγελτικό λόγο. Το κατεστημένο, όσοι έφαγαν, η ατιμωρησία, τα κυκλώματα και οι μίζες έχουν την τιμητική τους στον πολιτικό λόγο όσων αποτελούν το «ακραίο κέντρο» του πολιτικού μας βίου. Η ειρωνεία ότι σε αρκετές περιπτώσεις, οι ίδιοι οι τιμητές και οι κήνσορες είναι δημιουργήματα του ίδιου του κατεστημένου που καταγγέλλουν... Διευκρινίζω: δεν είμαι αφελής και μια ματιά στην ειδησεογραφία των τελευταίων μηνών είναι αρκετή για να καταλάβει κανείς ότι ο κυπριακός μας στάβλος θα πάρει καιρό για να καθαρίσει – αν ποτέ... Το ζήτημα είναι ότι οι καταγγελίες με αντικείμενα, αλλά χωρίς υποκείμενα δεν σημαίνουν τίποτα. Και ότι η κύρια ισχύς αντιμετώπισης αυτών των φαινομένων δεν είναι πρωταρχικά στη Βουλή, αλλά σε άλλους ελεγκτικούς και εποπτικούς μηχανισμούς.
Συμπερασματικά, με τη συντριπτική πλειοψηφία των νομοθετημάτων να έρχεται από την ΕΕ, την εκπληκτική ανικανότητα νομοθέτησης, όπως φάνηκε στην τελευταία συνεδρία της Βουλής και την ιδιαιτερότητα της πολιτειακής λειτουργίας που ευνοεί την εκτελεστική εξουσία, το να είναι κανείς σήμερα βουλευτής δεν συνεπάγεται τη δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης. Αν κάτι μπορεί να προσφέρει, είναι η διαμόρφωση πολιτικής κουλτούρας, η ανάδειξη ζητημάτων στον κοινωνικό διάλογο και η υπευθυνότητα στη λειτουργία ως θεσμικού αντιβάρου. Προϋπόθεση για όλα αυτά: σοβαρότητα, επιστημοσύνη, ακεραιότητα. Μια ματιά στις λίστες υποψηφίων με κάνει απαισιόδοξο...

10 Απριλίου 2016

(Πολύ) δεξιοί, (κυρίως) αδέξιοι




Η φαρσοκωμωδία που παίχτηκε τις προηγούμενες ημέρες στον ΔΗΣΥ, πέρα από εξόχως διασκεδαστική, ήταν και διδακτική. Μας έμαθε, ή καλύτερα μας επιβεβαίωσε την κυπριακή εκδοχή του να θέτεις κανόνες και μετά να ανατρέπεις το αποτέλεσμά τους, αν αυτό δεν σε βολεύει. Ακόμα κι αν η εσωκομματική διαδικασία μας είναι ξένη ή αδιάφορη, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι αν η εξουσία εξυπηρετείται από μια συγκεκριμένη εκδοχή, δεν θα διστάσει να την επιβάλει. Παραμένει άγνωστο αν οι μέθοδοι τις οποίες μετήλθε η πολιτική ελίτ σε αυτή την περίπτωση ήταν αυτές του φιλότιμου, της πίεσης ή της απειλής. Ενδεχομένως να είναι και αδιάφορο, δεδομένης της κατάληξης. Ωστόσο, το περιεχόμενο του μαθήματος παραμένει αυτό του εκμαυλισμού της συνείδησης και για τον λόγο αυτό πιστεύω πως ό,τι συνέβη τις περασμένες μέρες μας αφορά επειδή ακριβώς προοιωνίζεται έναν τρόπο διακυβέρνησης, όταν έρθει ο καιρός...
Το δεύτερο ζήτημα είναι οι ισχνές αντιδράσεις απέναντι στα γεγονότα. Από τη μια όσοι βρήκαν τη μιλιά τους μετά από τέσσερις ώρες συνεδρίαση, καλώς είπαν όσα είπαν. Αλλά αγνοούν ή υποτιμούν ότι η πολιτική συμμετοχή τους σε αυτές τις διεργασίες νομιμοποιεί την εφαρμογή των ίδιων μεθόδων και σε αυτούς κάποια στιγμή στο μέλλον, όταν δεν θα είναι αρεστοί, χρήσιμοι ή βολικοί στους διοικούντες. Με άλλα λόγια, μπορούν ήδη από τώρα να φανταστούν τους εαυτούς τους ως τα μελλοντικά θύματα μιας αντίστοιχης συμπεριφοράς από ορισμένους ανθρώπους που δεν φαίνεται να έχουν δισταγμούς, φραγμούς ή στοιχειώδεις εσωτερικές αντιστάσεις, που συναντά κανείς σε ανθρώπους.
Απέναντι στην πιο πάνω αντίδραση, η δικαιολογία και οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν από την πολιτική ιεραρχία ήταν ότι οι διαμαρτυρόμενοι είχαν κάθε ευκαιρία να ενστούν ενώπιον των συλλογικών οργάνων, σύμφωνα με τις νενομισμένες διαδικασίες και ότι η παράλειψή τους να το πράξουν απονομιμοποιούσε κάθε μεταγενέστερη κριτική. Είναι η γνωστή θεωρία της δημοκρατίας των τεσσάρων ωρών, στην οποία η ελευθερία του λόγου απόλλυται διά παντός μετά την παρέλευση του χρόνου. Πέρα από την ειρωνεία, η θέση αυτή δεν αντέχει στη βάσανο της κριτικής και της λογικής και αποφεύγει να απαντήσει στην ουσία του ζητήματος.
Το πιο σημαντικό όμως ζήτημα είναι παράπλευρο: γιατί να θέλει σήμερα κάποιος να γίνει βουλευτής; Ή διατυπωμένο από την ανάποδη: γιατί να ψηφίσει κανείς κάποιον για βουλευτή; Αφορμή για τα ερωτήματα αυτά στάθηκε μια ανάρτηση του φίλου Ν.Κ. στο διαδίκτυο, όπου δικαίως ρωτά με τη σειρά του τους υποψηφίους ποια θεωρούν πως είναι τα καταλληλότερα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει κάποιος για να είναι πετυχημένος στην εργασία του βουλευτή, αναφερόμενος σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας, γνώσεις, δεξιότητες, εκπαίδευση και προηγούμενη εμπειρία.
Κι επίσης, πώς η δική τους προσωπικότητα, δεξιότητες, γνώσεις, εκπαίδευση, και προηγούμενη εμπειρία, τους κάνουν κατάλληλους για τη συγκεκριμένη θέση. Επί τούτων ίσως να έχω κι εγώ μερικές σκέψεις, αλλά επιφυλάσσομαι για την άλλη Κυριακή.


3 Απριλίου 2016

Χυδαιότητα και νεοφιλελευθερισμός




Οι πρόσφατες απεργίες και οι δημόσιες αντιδράσεις που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν για ακόμα μία φορά ότι αυτό που ονομάζουμε «δημόσιος διάλογος» ούτε δημόσιος είναι, και κυρίως, ούτε διάλογος. Η χρονική συγκυρία ήρθε γάντι στους κήρυκες του νεοφιλελευθερισμού και του «ορθολογισμού», αφού κατάφεραν να στρέψουν ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας εναντίον ορισμένων επαγγελματικών ομάδων. Δεν είναι η πρώτη φορά – θυμηθείτε στους πρώτους μήνες της εφαρμογής του μνημονίου την αντίστοιχη πρόκληση εσωτερικής αντιπαλότητας στο ίδιο το σώμα της κοινωνίας, που έφθασε στα όρια της καλλιέργειας εχθρότητας απέναντι στους δημόσιους υπαλλήλους. Η επίκληση του ορθολογισμού και της σύνεσης στη μεταμνημονιακή εποχή είναι τα επιχειρήματα που κυκλοφόρησαν ευρέως για να οδηγήσουν τον συλλογισμό στο αμέσως επόμενο βήμα: αυτό της ρύθμισης και απαγόρευσης της απεργίας σε ουσιώδεις υπηρεσίες.

Είναι αλήθεια ότι τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα των εργαζομένων στην Κύπρο (και στην Ευρώπη) υφίστανται μια δραστική μείωση και περιορισμό τα τελευταία χρόνια. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και περιφερειακές απόπειρες αντίδρασης είναι περιορισμένες σε αριθμό και εμβέλεια, με αποτέλεσμα τη συνεχή εκχώρηση παλαιότερων κατακτήσεων. Στο όνομα της ανάπτυξης, της εξόδου από την κρίση, της ευημερίας των αριθμών επιβάλλονται βάναυσες, α λα κούρεμα, λύσεις και μέτρα με εξαιρετικά υψηλό κοινωνικό κόστος – μια ματιά στον ευρωπαϊκό Νότο αρκεί. Η πολιτική του εκσυγχρονισμού και των μεταρρυθμίσεων είναι, βεβαίως, προσχηματική, αφού στο όνομά της εφαρμόζονται σκληρά οικονομικά μέτρα.

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση νιώθει κανείς απελπιστικά μόνος και ανήμπορος, αφού η συλλογική δράση φαίνεται δύσκολο να οργανωθεί και αδύνατο να φέρει αποτελέσματα. Μένει όμως ένα πεδίο το οποίο παραμένει ελεύθερο – κι αυτό είναι οι πεποιθήσεις και ο έσω κόσμος μας. Με άλλα λόγια, οι νομοθέτες και οι κυβερνώντες μπορούν να συνεχίσουν να κάνουν τη δουλειά τους και εν τέλει να τα πάρουν όλα. Τη συνείδησή μας, όμως, όχι. Αυτή θα πρέπει να την εκχωρήσει αυτόβουλα κάποιος, να παραδοθεί, δηλαδή, στη θέση ότι η διαρκής κατάσταση έκτακτης ανάγκης θα δικαιολογεί τη διαδοχική λήψη εξαιρετικών μέτρων που δεν θα επιτρέπουν τις αυθαιρεσίες και τις ετσιθελικές συμπεριφορές επαγγελματικών ομάδων σε βάρος του κοινωνικού συνόλου.

Με αυτού του είδους τον εκσυγχρονιστικό και χυδαίο πατερναλισμό επιστρέφει η συζήτηση στην απαγόρευση της απεργίας σε ουσιώδεις υπηρεσίες. Μπορεί να είναι επουσιώδες απέναντι στο τσουνάμι που έρχεται, αλλά αξίζει να αναφερθεί ότι το έρμο Σύνταγμά μας έχει κάτι να πει επί τούτου στο άρθρο 27: «Το δικαίωμα του απεργείν αναγνωρίζεται και η άσκησις τούτου δύναται να ρυθμισθή υπό του νόμου προς τον σκοπόν μόνον της προστασίας της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της διατηρήσεως των εφοδίων και υπηρεσιών των απαραιτήτων διά την ζωήν του λαού ή της προστασίας των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις οιονδήποτε πρόσωπον δικαιωμάτων και ελευθεριών». Συνεπώς, το δικαίωμα στην απεργία δεν δύναται να απαγορευθεί, αλλά μόνο να ρυθμιστεί. Και μάλιστα μόνο με συσταλτικά ερμηνευόμενους περιορισμούς, κι όχι προς επιδίωξη συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής. Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε, για όσους έχουν πειστεί από την αντανάκλασή τους στον καθρέφτη...
Η διάχυση της οικονομικής πειθαρχίας παράγει διαδοχικές συνέπειες, αφού στην απαγόρευση των απεργιών θα πρέπει να προσμετρήσουμε το ποσοστό της ανεργίας, την απόσυρση μιας ολόκληρης γενιάς στα προγράμματα της ΑνΑΔ, το ψαλίδισμα των παροχών στον τομέα της υγείας, την υπονόμευση της δημόσιας υπηρεσίας, την ιδιωτικοποίηση προσοδοφόρων δημοσίων οργανισμών, την εξύμνηση της αποδοτικότητας του ιδιωτικού τομέα μέσω της εξαθλίωσης των άνευ ωραρίων εργαζομένων σε αυτόν και της αχρήστευσης της εργατικής νομοθεσίας. Όλα αυτά δεν είναι τυχαία, ούτε οφείλονται στο κακό το ριζικό μας. Αντίθετα, είναι αποτέλεσμα συνειδητών πολιτικών επιλογών.

Δεν βρίσκω καλύτερη κατακλείδα σε ένα τέτοιο κείμενο από ένα ποίημα του Μπρεχτ:

«Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι
Κηρύχνουν τη λιτότητα
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα
Ζητάνε θυσίες
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
Για τις μεγάλες εποχές που θα ’ρθουν»




27 Μαρτίου 2016

Υπνοβάτες



Το προσφυγικό ήρθε και έφυγε από την καθημερινή ειδησεογραφία σαν κομήτης. Η ένταση των προηγούμενων ημερών, με τις αλλεπάλληλες ενημερώσεις και updates, έχει υποχωρήσει. Η αίσθηση που υπάρχει είναι ότι το ζήτημα έχει κλείσει πια και ότι ο ποικιλώνυμος κίνδυνος έχει αποσοβηθεί. Η συμφωνία της ΕΕ με την Τουρκία αν και προβληματική σε διάφορα επίπεδα, εντούτοις παρουσιάστηκε ως μια ρεαλιστική απάντηση απέναντι στις δυσμενείς περιστάσεις της πραγματικότητας. Το ζήτημα αντιμετωπίστηκε με διλημματικού χαρακτήρα δημόσιο λόγο και η τελική έκβαση, με τη συμφωνία ανάμεσα στα μέρη, πήρε διαστάσεις λυτρωμού.
Δεν χωρά αμφιβολία ότι οι τρέχουσες περιστάσεις συνιστούν μια εξαιρετικού χαρακτήρα κρίση – για τη Συρία, τα γειτονικά της κράτη, την Ευρώπη. Αλλά κυρίως για τους ανθρώπους που αναζητούν με τη μαζική τους έξοδο τη σωτηρία σε χώρες με σταθερότητα, ειρήνη και ευημερία. Η ευρωπαϊκή αντίδραση δεν τιμά τις πολιτικές ηγεσίες μας, αφού αντί της συνολικής πολιτικής αντιμετώπισης επέλεξε απλώς να πετάξει ένα σκασμό λεφτά και να αναθέσει τη βρώμικη δουλειά σε ένα τρίτο. Με άλλα λόγια, η χρηματοδότηση της Τουρκίας, με το βεβαρυμένο μητρώο παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αντικειμενικά ανήμπορης να διαχειριστεί διοικητικά τη ροή προσφύγων, αποτελεί μια ομολογία αδυναμίας και απροθυμίας της ΕΕ να ανταποκριθεί στα πολιτικά και ηθικά της θεμέλια.
Στην ουσία, η Τουρκία μετατρέπεται σε μια χωματερή ανθρώπων και η ΕΕ (πιστεύει ότι) διατηρεί τις συνθήκες ασφάλειας, τάξης και ευημερίας στο εσωτερικό της. Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι ότι η άνοδος των εθνικισμών, η παρατεταμένη οικονομική κρίση και η ευκολία αποδέσμευσης από νομικούς κανόνες μας μετατρέπουν σε υπνοβάτες που βαδίζουν κατευθείαν στον κίνδυνο. Κι αυτό γιατί η συμφωνία συνομολογήθηκε με βάση την αναγκαιότητα, παραγνωρίζοντας τους κανόνες του προσφυγικού δικαίου και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τι άλλο να σκεφτεί κανείς βλέποντας τον κανόνα του έναν προς έναν να καταγράφεται σε ένα τέτοιο κείμενο; Απέναντι στον «πολιτικό ρεαλισμό» της συμφωνίας, ας αντιτάξουμε μία προβλεψη: ότι αυτή θα χρειαστεί σοβαρή αναθεώρηση εντός του 2016, αφού οι συμβαλλόμενοι αδυνατούν να ανταποκριθούν σε όσα αναφέρονται σε αυτήν. Οι προβλεπόμενοι αριθμοί είναι εξαιρετικά χαμηλοί και η ικανότητα των κύριων εμπλεκόμενων κρατών, Ελλάδας και Τουρκίας, να υλοποιήσουν τις υποχρεώσεις κρίνεται ανεπαρκής. Μπορεί με τη συμφωνία η ΕΕ να επέλεξε να αγνοήσει την πραγματικότητα, αλλά ας είμαστε βέβαιοι ότι η πραγματικότητα δεν θα την αγνοήσει επ’ ουδενί.
Παράπλευρο ζήτημα σε όλα αυτά ήταν το Κυπριακό και το ζήτημα του ανοίγματος των κεφαλαίων. Η εκτίμηση μου ήταν ότι δεν υπήρξε σοβαρή ή έστω συνεπής πίεση προς την πλευρά μας για την άρση του βέτο. Η αίσθηση ευφορίας που επακολούθησε και η ανάλυση που θέλει την Τουρκία να βρίσκει το Κυπριακό μπροστά της στην ενταξιακή πορεία της δεν δικαιολογείται. Η προσωπική αίσθηση μου είναι ότι το ζήτημα δεν έκλεισε οριστικά και ότι η μελλοντική αναθεώρηση της συμφωνίας θα  δημιουργήσει πραγματικά ασφυκτικότερους όρους για την πλευρά μας. Από την άλλη, δεν πιστεύω ότι η Τουρκία θέτει αυτή τη στιγμή ψηλά στην πολιτική της ατζέντα την ενταξιακή πορεία της, αλλά ούτε και οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι έτοιμες να ακούσουν για την επανεκκίνηση της. Η εκτίμηση αυτή εξηγεί τον ψηλό πήχη των απαιτήσεων της και την ταχύτητα αποδοχής της ευρωπαϊκής αντιπρότασης. Ας μην έχουμε αμφιβολία και για το εξής: ότι η Τουρκία θα προβάλει στο μέλλον τις απαιτήσεις της με τον ίδιο τρόπο όπως έπραξε και σε αυτή την περίσταση και ότι ένα ενδεχόμενο μιας ειδικής σχέσης ΕΕ-Βρετανίας θα καταστήσει το σενάριο μιας αντίστοιχης σχέσης πιο επιθυμητό και, σίγουρα πιο εφικτό για όλους. Στο ενδεχόμενο αυτό, η διασύνδεση Κυπριακού – ενταξιακής πορείας θα αποτελέσει μια ενδιαφέρουσα υποσημείωση σε συγγράμματα διεθνών σχέσεων και η «ομαλοποίηση» των σχέσεων μας μαζί της την απόλυτη δικαίωση κάθε διχοτομικού.

20 Μαρτίου 2016

Τρόμος




Διαπίστωση: η σύνθεση της απερχόμενης Βουλής είναι μία από τις χειρότερες που έχει να επιδείξει η κοινοβουλευτική ιστορία του δύσμοιρου τόπου μας. Σεξισμός, νταηλίκι, αρχοντοχωριατισμός, αμάθεια και ημιμάθεια, ομοφοβία, ανοησία, επιδεικτική αγνόηση του νόμου και άλλα καλά χαρακτήρισαν την τρέχουσα περίοδο. Για όσους είχαν την ατυχία να παρακολουθήσουν τις εργασίες των κοινοβουλευτικών επιτροπών, το θέαμα του κυλικειάρχη που σερβίρει με προσοχή τα «νέσκαφε, μισό-μισό, με λίον ζάχαρι» και εναποθέτει τα παξιμάδια, ευλαβικά τυλιγμένα σε ημιδιαφανείς χαρτοπετσέτες, δεν είναι ξένο.

Η λειτουργία της Βουλής υπό τη μορφή καφενείου επαρχιακής κωμόπολης, όπου παρεμπιπτόντως ψηφίζονται και μερικές νομοθεσίες, αποτελεί την καταβαράθρωση των στοιχειωδών προσδοκιών και απαιτήσεων που θα αναμένονταν από τη νομοθετική εξουσία μιας χώρας. Ως πολίτη και ως νομικό, με ντροπιάζει. Κι ας μην ξεχνάμε: το γκροτέσκο θέαμα της καθημερινής λειτουργίας της αντικατοπτρίζει και την πιο κρίσιμη στιγμή των ψηφοφοριών στην περίοδο μετά το κούρεμα.

Οι εκλογές δεν προβλέπεται να αλλάξουν αυτή τη βαθιά εμπεδωμένη λειτουργία. Το πολιτικό σύστημα έχει βρει τον τρόπο να παράγει νέα στελέχη, που με τη σειρά τους αναπαράγουν συμπεριφορές και στάσεις. Υποψιάζομαι ότι σε αυτά αποτυπώνεται ένα, μάλλον πλειοψηφικό, μέρος του εκλογικού σώματος: εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω.

            Ένας επιπλέον λόγος που η μελαγχολική εικόνα δεν φαίνεται να μπορεί να αλλάξει είναι και τα πρώτα δείγματα της πολιτικής εκστρατείας. Το περιεχόμενο των οπτικογραφημένων μηνυμάτων τους προδίδουν ανθρώπους που μάλλον έχουν μπερδέψει τις πολιτειακές εκλογές με την εκλογή προέδρου στη Β΄ Γυμνασίου. Συχνά πρόκειται για προϊόντα του κομματικού σωλήνα που διδάχθηκαν τη μαγική ικανότητα να μιλούν χωρίς να λένε τίποτα και που δείχνουν να πιστεύουν ότι όλοι εμείς περίπου τους χρωστάμε την πολιτική είσοδο στη Βουλή και την κοινωνική άνοδο γενικά. Είναι η γενιά Υ, που τη μεγάλωσαν λέγοντάς της ότι μπορεί να γίνει ό,τι θέλει, αρκεί να το θελήσει. Στην πραγματικότητα, θα πρέπει να καταλογίσουμε στους γονείς και το περιβάλλον τους όλον αυτόν τον ναρκισσισμό και τη χορωδία της χιπστερικής κενότητας που ξεχύνεται από τις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή μας.

Από δίπλα έρχονται τα κλισεδάκια και τα σιγουράκια: ανανέωση, αλλαγή, ανατροπή, κατεστημένο, ανανέωση, νέα φωνή, ξεκίνημα, τέλος και λοιπά – οι υποψήφιοι δεν χάνουν ευκαιρία να ξεσκονίσουν τις πιο προβλέψιμες και αναμενόμενες ατάκες. Η αλλαγή μοιάζει με ένα σταθερό ραντεβού στην εκλογική ιστορία του τόπου, στο οποίο όμως πάντα κάποιος δεν προσέρχεται στην ώρα του: άλλοτε είναι ο υποψήφιος, άλλοτε η συγκυρία, άλλοτε ο ψηφοφόρος. Κι έτσι, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση υποκείμεθα, ως ψηφοφόροι, στον ίδιο βασανισμό του ακουστικού μας πόρου.

Ποιο είναι το πρόβλημα, λοιπόν, της μικρής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας μας; Ας αποφύγω τα κλισέ: δεν φταίει η παιδεία, η σιωπή των ανθρώπων του πνεύματος και η απόσυρση των αξιότερων. Επίσης, δεν θα ήθελα να παραλείψω να αναφέρω ότι δεν φταίνε οι θεσμοί, οι μηχανισμοί και οι διαδικασίες. Φταίνε οι άνθρωποι, η συστέγαση οικονομικών συμφερόντων και πολιτικού προσωπικού, η προθυμία ανταπόκρισης στην κλήση των ιδιοκτητών των ΜΜΕ, ο μέσος ηλίθιος συμπολίτης που στέλνει στη Βουλή τον όμοιό του, η υποκατάσταση της δημοκρατικής διαδικασίας από την κομματική επετηρίδα. Φταίνε και άλλα, αλλά αυτό που έχει περισσότερη σημασία τώρα είναι η προσφυής κατακλείδα του Kurt Vonnegut: «Ο πραγματικός τρόμος είναι να ξυπνήσεις ένα πρωί και να ανακαλύψεις ότι οι συμμαθητές σου από το Γυμνάσιο κυβερνάνε τη χώρα».






6 Μαρτίου 2016

Όπως τα βλέπω




Ακουμπάω στον τοίχο και ρουφάω λίγο από το ginn tonic. Η μουσική είναι ωραία, ο κόσμος τόσο-όσο. Είναι Παρασκευή βράδυ, λίγο πριν τα μεσάνυχτα και όσοι εργάστηκαν κι αυτή τη βδομάδα δεδικαίωνται. «Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;» Είναι από αυτές τις στιγμές που όλες οι απαντήσεις συνωστίζονται στην έξοδο και εσύ πρέπει να διαλέξεις μία. Αλλά είσαι λίγο ψείρης, προσπαθείς να είσαι δίκαιος, δεν θες να λες βλακείες - αναπόφευκτα διστάζεις. Κι έτσι πρέπει να διαλέξεις. Όλο αυτά σε 1-2 δευτερόλεπτα κι αφού παραμερίσεις ό,τι σε (συ)σκοτίζει. Οι αόριστες ερωτήσεις επιδέχονται αντίστοιχες απαντήσεις. Όπως κι αν το πάρεις θα είσαι μέσα – ή τελείως εκτός θέματος. Υποψιάζομαι ότι η ερώτηση πάει για το Κυπριακό. Ίσως και για την τρέχουσα επικαιρότητα. Κοντοστέκομαι για να ανασυντάξω όσα θέλω να πω. Συνειδητοποιώ ότι μες στη ροή των ημερών δεν είχα καιρό για να δω τριγύρω. Θα ήθελα να αφήσω αισιόδοξα ρήματα στον αέρα, αλλά κάτι με μαγκώνει. Τελικά, αποφασίζω: «Θα ‘θελα να τελειώναμε, επιτέλους. Να μπορέσουμε, επιτέλους, να κουβεντιάσουμε και για κάτι άλλο». Διαλέγω, λοιπόν, λευτεριά και απελευθέρωση για τα μυαλά μας. Με το κλείσιμο αυτής της παρατραβηγμένης και κακόγουστης ιστορίας που ονομάζεται Κυπριακό, να έρθει και αυτή η αλλαγή. Για να σταματήσουμε να μιλάμε με τις ίδιες 200 λέξεις που συγκροτούν το καθημερινό δελτίο ειδήσεων. Λευτεριά από τους ειδήμονες και μη, τις εξωτερικές και εσωτερικές πτυχές, τη βιώσιμη και λειτουργική λύση, τον ΟΗΕ και όλους τους παρατρεχάμενους που έρχονται εδώ για να θαυμάσουν από κοντά τους περίεργους ιθαγενείς, τα παραδείσια πουλιά και την εξωτική τους άρνηση να ρίξουν μια ματιά στη γεωγραφία. Για να μπορέσουμε να ασχοληθούμε και με άλλα πράγματα, επιτέλους. Η μόνη αμφιβολία που έχω είναι αν το κλείσιμο, με οποιοδήποτε τρόπο, θα έχει αυτή τη συνέπεια. Μια λύση, ναι. Αλλά το ενδεχόμενο η παρούσα διαδικασία να κλείσει με αποτυχία και να ανοίξει τον δρόμο για την επισημοποίηση της χωριστής ύπαρξης, ίσως να μην έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Και αντιθέτως, να βρεθούμε απέναντι σε μια όξυνση της σημερινής κατάστασης, με στροφή σε πιο σκληρές και νομιμοποιημένες στη συνείδηση του κόσμο ακραίες μορφές πολιτικής έκφρασης. Ιδανικές συνθήκες, δηλαδή, για να πάμε μια και καλή στα σπίτια μας, όσοι πιστέψαμε στη λύση και στη ρήξη με το παρελθόν και να ασχοληθούμε με τον μικρόκοσμό μας. Προς το παρόν, είναι περασμένα μεσάνυχτα και το ποτό μου τελείωσε, μαζί τις απαντήσεις.

21 Φεβρουαρίου 2016

Όχι στον συμβιβασμό



Δευτέρα απόγευμα, οι μέρες έχουν πάρει να μεγαλώνουν κι είμαι στον δρόμο. Για όσους γνωρίζουν τις διαδρομές, βρίσκομαι στη λεωφόρο Κυρηνείας. Αριστερά και δεξιά, τα φθαρμένα κτίσματα του συνοικισμού, που παλεύουν με τα σημάδια μιας καταδυόμενης πλέον μέσης τάξης, που βλέπει το όνειρο των σπιτιών των 300 τετραγωνικών μέτρων, των αυτοκινήτων για όλους και τη σίγουρη δουλειά εφ’ όρου ζωής να καταρρέει. Κι εκεί, τυχαία το μάτι μου πέφτει πάνω σε ένα σύνθημα: «Όχι στο συμβιβασμό – Η Κύπρος δεν πωλείται»

Μου φάνηκε ως μια ειρωνεία κι ως ένα μήνυμα με περισσότερο βάθος και όψεις από όσες μπορεί εκ πρώτης να υποψιαστεί κάποιος. Πάνω στον τοίχο του προσφυγικού συνοικισμού, που μετράει περίπου 40 χρόνια ζωή, ο συγγραφέας του συνθήματος κάνει μια σειρά από δηλώσεις. Δεν επιθυμεί τον συμβιβασμό, αλλά δεν μας λέει τι θέλει. Συνεχίζει να θέλει τη συνέχιση της σημερινής κατάστασης; Επιθυμεί τη ζωή στονσυνοικισμό για τις επόμενες γενιές; Η ιδέα του συμβιβασμού φαίνεται ηθικά ανέφικτο να τύχει υπεράσπισης – είναι μια αποτρόπαια πράξη και μοιάζει να είναι ο πολιτικός επίγονος μιας άλλης μεγάλης χίμαιρας που δήλωνε: «Όχι στο εφικτό». Κι έπειτα, μαθαίνουμε ότι η Κύπρος δεν πωλείται. Θέση που ιστορικά διαψεύδεται, είτε με την ιστορική είτε με τη μεταφορική ερμηνεία της πώλησης. 

Αλλά το ζήτημα εδώ φαίνεται να είναι η τυπική πια θέση ότι πολιορκούμαστε από παντού και ότι μας ζητάνε να ξεπουληθούμε, ή έστω γίνεται προσπάθεια να ξεγελαστούμε σε μια κακή λύση. Η συνωμοσία έχει τα γνωστά συστατικά: οι εκάστοτε κυβερνώντες δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του λαού, θα τον ξεπουλήσουν με την πρώτη ευκαιρία και η οικουμένη έχει βαλθεί να μας ξεκάνει. 

Την ίδια νοοτροπία συναντώ και στους σημερινούς εικοσάρηδες που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν και να αναλογιστούν έστω και για μία στιγμή ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν ή να γίνουν διαφορετικά. Για αυτούς η διαχωριστική γραμμή είναι απλή, τα πράγματα είναι άσπρο ή μαύρο, χωρίς ενδιάμεσες κατηγορίες και πεδία. Είναι μια απόλυτη θέση που εξισώνει τη λύση με ένα καταστρεπτικό συμβιβασμό. Ειρωνεία δεύτερη: ζούμε σε μια κοινωνία που έχει κανονικοποιήσει τον συμβιβασμό στην καθημερινότητά της, αλλά αρνείται να τον χρησιμοποιήσει ως εργαλείο στα πιο σημαντικά.

Καλύτερα, λοιπόν, στον συνοικισμό, γράφοντας συνθήματα και αναπαράγοντας τη ρητορική του κατατρεγμένου και του αιώνιου θύματος παρά ο συμβιβασμός και το οριστικό κλείσιμο αυτής της μεγάλης ιστορίας που λέγεται Κυπριακό. Καθώς είπε κι ο ποιητής: «Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται».

7 Φεβρουαρίου 2016

Αλκυονίδες (περίπου)



Απομεσήμερο καθημερινής και έχω βγει από μια χαμηλοτάβανη και πνιγηρή αίθουσα. Νιώθω πως κάποιος μου είχε στερήσει το οξυγόνο για ώρα. Έξω ένας λαμπρός ήλιος, ένα ψιθυριστό υπονοούμενο του καιρού ότι διανύουμε τις αλκυονίδες (περίπου). Ίσως λίγο παράκαιρα, μα έστω κι έτσι, διατηρώ το δικαίωμα στην αισιοδοξία, που θα μπορούσες να το πεις και προσωπική ιδιοτροπία ή αφέλεια, αναλόγως της γωνιάς που θα με κοιτάξεις.

Πιάνουμε τη συζήτηση και σε πέντε λεπτά έχουμε αγγίξει τα δύσκολα και αυτά για τα οποία δεν μιλάμε πολύ – τουλάχιστον εγώ δεν έχω συχνά την ευκαιρία του αναστοχασμού πάνω τους. Ξεκινάμε από την καθημερινότητα της  εργασίας και γρήγορα σκαρφαλώνουμε στις κακοδαιμονίες της δημόσιας υπηρεσίας. Παλιοί και φαύλοι κύκλοι, θα μου πείτε, αλλά εδώ έγκειται το ζήτημα, στο ποσο βαθιά πηγαίνει αυτή η κακιά ρίζα και τα παρακλάδια της. Όλα αυτά είναι χρωματισμένα με μια ματαίωση, με γνώριμη γεύση, μα με άγνωστο ακόμα σε μένα όνομα. Κάθε βοήθεια δεκτή.

Πέραν τούτου, προσθέτουμε και το ζήτημα των θεσμών. Κακή λειτουργία, πλημελλής σύνθεση, δυσμενείς συνθήκες, απουσία πίστης. Ίσως αυτό το τελευταίο να είναι και το πιο σημαντικό. Η επικρατούσα, ή έστω η πλέον φωνασκούσα, στάση στην πατρίδα μας είναι αυτή που βιώνουμε σε έξαρση τα τελευταία χρόνια: όλοι θέλουν να εφαρμοστούν οι κανόνες και να επιβληθούν οι προβλεπόμενες ποινές επί όλων. Πλην, βέβαια, των ομιλούντων. Τα έχει συνταιριάξει αυτά με άλλα λόγια ο Σεφέρης: «αν έρθει ο θέρος/προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι/ σαν έρθει ο θέρος/ άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό/ άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν”.

Το ίδιο κι εδώ, το ίδιο πάντα: λόγια πολλά, λόγου χάριν, λόγια μπερδεμένα, ρητορικά σχήματα, διαρροές, αντεγκλήσεις κι επικρίσεις. Ό,τι αγαπήσαμε, ο Λόγος δηλαδή, κακοποιείται βάναυσα και μεταλλάσσεται σε κάτι αποτρόπαιο. Καθώς μιλάμε κι ο ήλιος επιμένει να έρχεται απέναντι μου συνειδητοποιώ ότι, πολιτικά ομιλούντες,  δεν εμπιστεύομαι κανέναν και τίποτα. Είναι μια δύσκολη στιγμή, αφού η μοναξια δεν βιώνεται παρά με ένα και μόνο τρόπο. Μα είναι και μια απελευθερωτική στιγμή, καθώς παλιές ελπίδες κι αυταπάτες ρίχνονται στη θάλασσα και έχεις την ευκαιρία να προσπαθήσεις ξανά. Αλήθεια, πόσοι μπορούν να κοιτάξουν πίσω και να βρουν μια τέτοια στιγμή;

Νομίζω σε αυτή τη διασταύρωση είναι που συχνά-πυκνά βρίσκονται πολλοί συμπολίτες μας και διαλέγουν να διαβούν το δρόμο της απόσυρσης, της απολιτίκ ιδιωτείας και των στόχων επί προσωπικού. Άμεση συνέπεια: η αίσθηση ότι ο καθένας παλεύει με τον κάθε έναν που συναντά. Είμαστε όλοι εν δυνάμει αντίπαλοι, μια κοινωνία που δεν μας συνέχει μια θεμελιώδης συμφωνία, δεν μας συνεγείρει ένα κοινό όραμα, δεν μας κρατά μαζί ένας βασικός σύνδεσμος. Οι στιγμές που αυτό φαίνεται να συμβαίνει είναι στιγμές ιστορικής ακρότητας και πολιτικής μετάβασης. Αλλά μοιραία αυτές έχουν μικρή διάρκεια και πάσχουν εξ αρχής από τον κυπριωτικό εξαιρετισμό μας.

Πλησιάζω τον κάβο των 40 κι αναλογίζομαι ότι το ασήμαντο έργο της ύπαρξης μου παίζεται με φόντο αυτό το σκηνικό. Μόνο που φέτος ελπίζω αυτό να αλλάξει κι ετούτη να είναι, επιτέλους, η χρονιά μας. Όχι επί προσωπικού, αλλά για κάτι πιο βαθύ. Άλλωστε, για το δικαίωμα στην αισιοδοξία δεν έλεγα στην αρχή;



31 Ιανουαρίου 2016

Παθογένειες




Η συμμετοχή του Προέδρου στο Νταβός και η επίσκεψη Α. Κυπριανού στην Τουρκία φέρνει στο προσκήνιο ξανά τις καλά ριζωμένες παθογένειες του κυπριακού πολιτικού συστήματος και τις αντανακλαστικές αντιδράσεις της κοινωνίας μας. Μία όψη τους είναι η δραματική και καταστροφολογική αντίδραση απέναντι στα γεγονότα, που κοινώς και κεχωρισμένως, παρουσιάζονται να συντελούν σε εξελίξεις που βαίνουν σε βάρος του κράτους και της εθνικής υπόθεσης. Αναρωτιέμαι αν έχει υπάρξει έστω και μία φορά που, σε ανάλογου βεληνεκούς γεγονότα, δεν υπήρξε η αναμενόμενη αντίδραση, η οποία ισχυρίζεται ότι υποχωρούμε, καταστρεφόμαστε, καταδιωκόμαστε. Θα είχε ενδιαφέρον εάν αυτό αποτελούσε αντικείμενο μιας σοβαρής, επιστημονικής έρευνας με αναδρομή στον τοπικό τύπο. Αν θα έπρεπε να εντάξουμε κάπου αυτή την παθογένεια, αυτή θα ήταν στην κατηγορία του «ηθικού πανικού»: παραφουσκωμένες αντιδράσεις στα ΜΜΕ με προειδοποιήσεις για τη διολίσθηση, η οποία απειλεί διαρκώς και θεμελιωδώς την ύπαρξή μας. Είμαστε το μικρό γαλατικό χωριό που αντιστέκεται ηρωικά, αλλά τρέμει στην ιδέα ότι θα πέσει ο ουρανός στα κεφάλια μας.

Μια δεύτερη παθογένεια είναι ο μικρομεγαλισμός και η έλλειψη της δυνατότητάς μας να καταλάβουμε την ιστορική προοπτική και τους συσχετισμούς. Αυτό οδηγεί συχνά σε ηθικολογικές προσεγγίσεις («Το δίκαιο των αιτημάτων μας»), με υπεροπτικούς τόνους («Να αντιληφθούν οι ξένοι την πραγματική βάση του προβλήματος). Θεμελιώδης νόμος, όμως, της κοινωνικής συνύπαρξης και του διαλόγου είναι να πιστώνεις τον απέναντί σου με την ελάχιστη απαιτούμενη ικανότητα να αντιληφθεί όσα του λες. Εν τέλει, αν επιζητείς τη δική του αναγνώριση και αποδοχή, αυτό προϋποθέτει ότι είναι ισότιμός σου και ικανός να σου την παράσχει. Το παιχνίδι χάνεται όμως όταν επιχειρείς από καθέδρας να του δείξεις τα αμπελοχώραφά του. Όπως κάνουν συχνά μέλη της προσφιλούς ομάδας των νομικών (στην οποία, φευ, ανήκω) όταν αποπειρώνται να εξηγήσουν το αληθινό περιεχόμενο του διεθνούς δικαίου και τον σωστό τρόπο εφαρμογής του κεκτημένου στους ξένους συνομιλητές τους. Αστεία πράγματα για σοβαρές υποθέσεις. Ακούγεται απλό, αλλά μάλλον δεν έχει γίνει ακόμα κατανοητό: Το Κυπριακό δεν είναι ο λόγος ύπαρξης του διεθνούς δικαίου.

Η τρίτη, και δυνητικά πιο επικίνδυνη, είναι ο μανιχαϊστικός τρόπος ανάλυσης. Ο κόσμος διαιρείται σε καλούς και κακούς, σε συμμάχους και εχθρούς, σε άσπρο και μαύρο. Από το μεγάλο καλάθι των παραδειγμάτων, ανασύρω τον πολιτικό έρωτα με το Ισραήλ και τις ονειρώξεις για τη δημιουργία ενός τόξου συμμαχίας στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας. Κι επίσης, η κατανόηση της κοινωνίας μας μέσα από απόλυτους όρους και ακραία δίπολα όπως «απορριπτικός-ενδοτικός», «λυσοφοβικός-νενέκος», «φουστανελάς-τουρκοπροσκυνημένος». Αυτή η κοινωνία δεν έχει μετριοπαθείς ανθρώπους, που να εντάσσονται στο ενδιάμεσο αυτών των σημείων. Και πέρα από αυτό, κάνοντας μια παύση στην ένταση που συνοδεύει τους χαρακτηρισμούς, πιστεύω ότι αυτού του είδους οι αψιμαχίες δεν αφορούν κανέναν άλλον εκτός από τους λίγους που τις παρακολουθούν και τους ακόμα λιγότερους που τις διεξάγουν. Με ζώνει η υποψία ότι όλο αυτό το σκηνικό που παρακολουθεί κανείς στις ειδήσεις των 8 και στο διαδίκτυο περιέχει και ένα φορτίο ματαιότητας. Ειρωνικά, την ίδια στιγμή μας πνίγει και η αίσθηση του περισπούδαστου και σημαντικού για όσα συμβαίνουν στο νησί μας, καθώς ο κόσμος εκεί έξω φλέγεται.

Και η τέταρτη, ως άθροισμα των προηγούμενων, είναι η σχιζοφρενική στάση απέναντι στους τρίτους, τους ξένους, τη διεθνή κοινότητα. Από τη μια επιζητούμε τη δική τους συμβολή, παρέμβαση, μεσολάβηση και από την άλλη εύκολα προσχωρούμε στη μανία καταδίωξης, αφού όλοι θέλουν να μας αφανίσουν, να μας ξεγελάσουν. Ωστόσο, όταν οι ευθύνες αποδίδονται πάντα αλλού, όταν αναλαμβάνουμε αυτόβουλα τον ρόλο του πτωχού πλην τίμιου που περιφέρει το δίκαιό του ενώπιον ισχυροτέρων και όταν πρόθυμα εκχωρούμε τη δυνατότητά μας να σκεφτόμαστε έναντι βολικών θεωριών συνωμοσίας, τότε μάλλον δεν πρέπει να αναρωτιόμαστε για το κακό το ριζικό μας...


17 Ιανουαρίου 2016

Πολιτική και σεξισμός

-->


Επιτρέψτε μου σήμερα να αποπειραθώ να ενώσω μερικές από τις τελείες της πολιτικής σκηνής της χώρας μας για να μιλήσω για τον σεξισμό και τον ματσισμό. Σύντομοι ορισμοί, χωρίς να διεκδικώ επιστημονική πληρότητα. Αφενός, ο σεξισμός είναι η διάκριση με βάση το φύλο, που στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων εκδηλώνεται εναντίον γυναικών. Αφετέρου, ο ματσισμός αποδίδει τον ομόηχο machismo, που χονδρικώς είναι η επίδειξη ανδροπρέπειας και η υπερβολική υπερηφάνεια που συνδέεται με την ιδιότητα του άνδρα.

Τα περιστατικά που έχω υπόψη μου είναι πρόσφατα και έχουν συζητηθεί εκτενώς στη δημόσια σφαίρα. Τα κοινά χαρακτηριστικά των περιστατικών είναι αρκετά και ενδιαφέροντα: αφορούν άνδρες που έχουν αψηφήσει την κείμενη νομοθεσία και έχουν δημοσίως υπερασπιστεί την παραβίαση των κανόνων, επικαλούμενοι μία διαφορετική εκδοχή της πραγματικότητας ή κάποιες αξίες που κείνται πέραν των νομικών κανόνων. Η γκάμα των περιστατικών είναι ευρεία: οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα, ποζάρισμα με πιατέλα αμπελοπουλιών, άρθρωση ομοφοβικού λόγου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χαρακτηρισμός βουλεύτριας ως τσουλιού και απόπειρα φωτογράφισης κάτω από τη φούστα της.

Φοβάμαι ότι η αντιμετώπιση των περιστατικών αυτών ως μεμονωμένων περιστατικών, που εγγράφονται σε ένα ορίζοντα γραφικότητας, δεν είναι αρκετή. Κι αυτό γιατί οι κοινωνικές δυναμικές και συμβάσεις στις οποίες εδράζονται είναι τόσο δυνατές, που μόνο η δημόσια και ποινική, όπου αρμόζει, αντιμετώπιση τους μπορεί να δρομολογήσει την αποδόμησή τους. Ούτε μπορούν οι εμπλεκόμενοι να αφεθούν μόνο στην κρίση του λαού για αρκετούς λόγους: πρώτα από όλα, βρίσκονται στη θέση που είναι λόγω ακριβώς της κρίσης του λαού. Κι ο λαός αυτός δεν είναι μία οντότητα που ενεργεί με ορθολογιστικά και συνεπή κριτήρια, ούτε μπορεί να κρίνει με τα ίδια μέσα και συνέπειες που έχει η δικαιοσύνη. Αντίθετα, ένα μέρος του λαού επικροτεί και συνυπογράφει αυτές τις συμπεριφορές και γι’ αυτό δεν έχει πρόβλημα, εάν δεν επιθυμεί κιόλας, να τις βλέπει στο δημόσιο βίο της χώρας.

Κι αυτό με φέρνει στο επόμενο σημείο μου: ότι αυτές οι συμπεριφορές αντικατοπτρίζουν εμπεδωμένες αντιλήψεις για το ποιες είναι οι γυναίκες στην κοινωνίας μας, τη θέση τους, τις ικανότητες τους και φωτίζουν τους λόγους που ο φαύλος κύκλος της υπο-αντιπροσώπευσης τους διανύει αισίως την έκτη δεκαετία ζωής του, μαζί με την παραπαίουσα Δημοκρατία μας. Κι ακόμα πιο βαθιά: αυτές οι συμπεριφορές προέρχονται, όχι τυχαία κατά την άποψη μου, από το χώρο της σκληρής λαϊκής δεξιάς, που υμνεί την ανδροπρέπεια, την ντομπροσύνη, που ξέρει να τιμά τα παντελόνια, που κάνει κουμάντο στο σπίτι, μπορεί να ρίχνει και κανένα σκαμπίλι όταν εκνευριστεί και τέλοσπαντων πληροί όλα τα στερεότυπα ελληνικής ταινίας του ’60. Προσθέστε, πολλαπλασιάστε, ασχοληθείτε με τα πιο πάνω με όποια σειρά θέλετε και θα βρεθείτε, χωρίς να το καταλάβετε, στον επόμενο κύκλο της κολάσεως: με την εμφυλη βία, τις κακοποιημένες και δολοφονημένες γυναίκες, τους εντός γάμου βιασμούς και τα “εγκλήματα πάθους” από άνδρες που επειδή δεν σηκώνουν πολλά-πολλά σηκώνουν τα G-3 τους.