3 Αυγούστου 2014

Αλμύρα

-->

«Γράψε κάτι για την αλμύρα, για το καλοκαίρι. Γράψε για τις υποθέσεις που κλείνεις και τα βάρη που αφήνεις, καθώς φεύγεις για τις διακοπές». Στάζαμε από την υγρασία και μπροστά μας απλώνονταν τα χρησιμοποιημένα πιάτα κι οι μισοτελειωμένες μπύρες. Πίσω μας ήταν η εργάσιμη μέρα, οι υποχρεώσεις, τα τηλεφωνήματα και οι στοίβες της χαρτούρας που απαιτούσαν επιτακτικά προσοχή, διεκπεραίωση, αλληλογραφία. Είναι κι αυτά τα τελευταία μέρος μιας διαρκούς βίας που μας ασκείται. Μόνο που εδώ λείπουν τα μαχαίρια, οι φωνές, η απειλή. Αρκούν οι επιστολές και τα emails, τα αιτήματα και οι κλήσεις από και προς, «σχετικά με εκείνο το θέμα», «έγινε ο έλεγχος», «ο πελάτης ζήτησε», «ο Υπουργός είπε». Αυτά και άλλα παρόμοια είναι τα μέσα αυτού του καταναγκασμού στον οποίο μας υποβάλλει μαζικά η μισθωτή εργασία. Ωράριο, κάρτες, κοστούμι, διευθυντές, αυτά κι άλλα τόσα, όταν τα προσθέσεις, συγκροτούν αυτή την παραδοξότητα στην οποία ζούμε. Την ίδια ώρα το μυαλό κι η ψυχή αντιστέκονται, ξεφεύγουν, επινοούν τρόπους και τόπους διαφυγής. Αλλιώς πως; Θα ήμασταν όλοι για δέσιμο. Σκέφτομαι πως όσο υπάρχει αυτή η αντίσταση, θα υπάρχει κι ελπίδα, μια προσδοκία. Μέσα στη φύση τ’ ανθρώπου κι αυτή. Κι ας αφήνει καμιά φορά πίκρα στο στόμα η ματαίωση, η διάψευση. Αρκεί να μην ξεχνάς, ότι την απόσταση που έχεις διανύσει, ότι στον νέο τόπο που έφτασες, ότι το καινούργιο πρόσωπο που αντικρίζεις στον καθρέφτη, όλα, τα χρωστάς εν μέρει σ’ αυτήν την προσδοκία.  Ο Ιούλιος κύλησε αργά, ήδη έφυγε και περπατάμε τον Αύγουστο. Το όνομα του ακούγεται σαν υπόσχεση, αληθινός όσο κι ο αχός της θάλασσας, καθώς ακουμπάς το αυτί σε ένα ξασπρισμένο κοχύλι. Μια σταγόνα πέφτει αργά απ’ τη βρύση. Ύστερα από λίγο ακόμα μία. Αυτός είναι ο εσωτερικός ρυθμός του καλοκαιριού. Κι έτσι κατεβάζω τα στόρια, ανάβω ανεμιστήρες και κλιματιστικά και βυθίζομαι σε ένα ύπνο, που κάνει το κορμί μου βαρύ σαν μολύβι. Γυρνάω την πινακίδα ανάποδα: «Κλειστόν λόγω θερινών διακοπών». Ονειρεύομαι Αιγαίο, φως και αέρα να παίζουν με την κουρτίνα, το κύμα να σκάει δίπλα μας, δυο μεζέδες στο τραπέζι κι ένα ούζο να συνοδεύουν την κουβέντα μας, τις σιωπές μας, να ‘χει και το φεγγάρι κάπου να στέλνει το δανεικό του φως. Θα προσθέσω τις μουσικές, τα γέλια και τους φίλους και θα χαζολογήσω πετώντας βότσαλα. Δεν θέλω να σκεφτώ τίποτα σοβαρό, έτσι χωρίς σχέδιο, χωρίς υπενθυμίσεις, να κλείσω κινητά, wi-fi, 3G, υπολογιστές κι ό,τι άλλο με καταδυναστεύει και να αφεθώ μόνο στην αλμύρα, που ανέφερα στην αρχή. Να την αφήσω να με τρίψει, να διώξει από πάνω μου όλη τη σκουριά και στην επιστροφή, που ξέρεις, ίσως να είμαι ένας άλλος. 


 

Δεν υπάρχουν σχόλια: