8 Φεβρουαρίου 2015

Μολύβι




Κάθε φορά που κάποιος συμμαθητής μας ξεχνούσε να φέρει τα μολύβια του, αντιμετωπιζόταν επιτιμητικά, με μια φράση που έμελλε να γίνει ένα από τα πιο θλιβερά κλισέ στην ιστορία της μαθητικής μας ζωής: «Μα είναι σαν να πηγαίνεις στον πόλεμο χωρίς το όπλο σου». Σηκωμένα φρύδια, επικριτικός τόνος φωνής, επίδειξη εξουσίας και δύναμης απέναντι σε πιτσιρίκια των 8, 9, 10 χρόνων. Γελοία πράγματα, θα μου πείτε, μα αρκετά σημαντικά για να σημαδέψουν τα άγραφα τεφτέρια μέσα μας και για να φθάσουν στο σήμερα, μέσα στις αποσκευές των αναμνήσεων της γενιάς μου. Υπήρξαν και άλλοι παρόμοιοι εξυπνακισμοί, οι οποίοι είχαν άμεση ή έμμεση διασύνδεση με αυτόν τον ανυπόφορο και υφέρποντα μιλιταρισμό, ο οποίος διατρέχει, πολύ φοβάμαι ακόμα και σήμερα, την εκπαίδευση και την κοινωνία μας.
Και μιας και λατρεύω τις παραδοξότητες και τις εναλλακτικές πραγματικότητες, αναρωτιέμαι γιατί δεν μας έλεγαν κάτι στο στυλ: «Μα είναι σαν να θέλεις να παίξεις ποδόσφαιρο χωρίς μπάλα» ή «σαν να θέλεις να φας όλες τις καραμέλες της καντίνας χωρίς να πονέσει το στομάχι σου». Ή κάτι ανάλογο, που να ήταν αστείο, ανέφικτο και χρωματιστό μαζί. Μάταια θα αναζητούσε κανείς κάποια φιγούρα δασκάλου εκείνα τα χρόνια, ίσως και σήμερα, που να σου έλεγε τα πιο χοντροκομμένα ψέματα και τις πιο εξωφρενικά φανταχτερές ιστορίες, από αγάπη, μόνο και μόνο για να γελάς. Κάποιον που να έμοιαζε, ας πούμε, με τον Μπενίνι στο «Η ζωή είναι ωραία».
Θυμήθηκα όμως αυτή τη συγκεκριμένη φράση τις προάλλες όταν, μεσοστρατίς της εργασιακής μου ημέρας, εν μέσω ενός οιονεί πολέμου, φορτωμένος σημειωματάρια, χαρτιά και φακέλους, δηλαδή κάτι σαν τον στρατιωτικό φόρτο εκστρατείας, βρέθηκα άοπλος – πάει να πει χωρίς ένα μολύβι. Κι έτσι, ένα κύτταρο της μνήμης βγήκε από τον λήθαργό του και φανέρωσε ξανά τη μικρή, άχρηστη πληροφορία που του ανατέθηκε να φυλάει. Σταμάτησα την πορεία μου, κοίταξα γύρω μου, πάνω, σαν να είχα μόλις συνέλθει από πολύχρονο κώμα κι έξω ήταν χαρά Θεού, με εκείνες τις εκπληκτικές αλκυονίδες μέρες του χειμώνα, η Κύπρος φορούσε μια ελαφριά στρώση πράσινου και εσύ δεν είχες παρά να κλείσεις τα μάτια κόντρα στον ήλιο και να τον αφήσεις να σου ψήσει γλυκά το πρόσωπο. Δεν θέλω να είμαι στρατιώτης, δεν διάλεξα αυτόν τον πόλεμο. Θα ήθελα μοναχά να περπατούσαμε ξανά μαζί εκείνο το κρυφό συντόμι που βγάζει στη θάλασσα, να γελούσαμε και να σου έγραφα απελπισμένα γράμματα. Αρκεί να μην ξεχνούσα, πάλι, το μολύβι μου...

1 σχόλιο:

Νίκος Λαζάρου είπε...

...φράση που δυστυχώς ακούγεται και σήμερα στα σχολεία μας.