13 Φεβρουαρίου 2012

Κάγκουρες


Η πρόσφατη πολιτική ιστορία του τόπου μας παραδίδει την έκδοση ενός ψηφίσματος από τη Βουλή των Αντιπροσώπων το μακρινό 1967. Το ψήφισμα διακήρυσσε την αποφασιστικότητα για την επίτευξη του στόχου της Ένωσης με τη μητέρα πατρίδα. Ποιες ήταν όμως οι συνθήκες της εποχής; Εφτά χρόνια μετά την ανεξαρτησία, η ελληνοκυπριακή πολιτική ελίτ ένιωθε ότι μπορούσε να ελέγχει το παιχνίδι: ο Μακάριος βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής του, οι Τουρκοκύπριοι είχαν αποχωρήσει ή εκδιωχθεί από την άσκηση των καθηκόντων τους στις κρατικές και δημόσιες θέσεις, το δόγμα του δικαίου της ανάγκης και το ψήφισμα 186/64 είχαν ουσιαστικά χρησιμοποιηθεί για την εκχώρηση του κράτους στους Ελληνοκύπριους και χιλιάδες Τουρκοκύπριοι έπαιζαν τους ελεύθερους πολιορκημένους σε θύλακες που καταλάμβαναν το 3% της επικράτειας του νησιού. Το ψήφισμα είναι μια εμβληματική πράξη ιστορικής αλαζονείας, αφού η πραγματική πολιτική ατζέντα της πολιτικής ηγεσίας βγήκε από το ντουλάπι και έβγαλε αυθάδικα τη γλώσσα σε όποιον συνάντησε. Λίγα χρόνια μετά, η ελληνοκυπριακή πλευρά περπατούσε πάνω στα ερείπια των μεγαλομανών της επιδιώξεων.




Πριν μερικές εβδομάδες, άλλο ένα ψήφισμα από την κυπριακή Βουλή προστέθηκε στον κατάλογο της ιστορικής αλαζονείας και καταγράφηκε ως μια ερασιτεχνική προσπάθεια κοινοβουλευτικής διπλωματίας. Με το «καταδικαστικό» για τον Αλ. Ντάουνερ ψήφισμα, η Βουλή μας έδειξε για άλλη μία φορά ότι ενεργεί χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Στη δική μου αντίληψη δύο τινά μπορεί να εξηγούν αυτή τη στάση: είτε πραγματικά δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να προσμετρήσει το τι μπορεί να συμβεί, διεκδικώντας έτσι το πολιτικό ακαταλόγιστο, είτε γνωρίζει πολύ καλά και επιλέγει συνειδητά το ρίσκο. Αν μάλιστα προστεθεί σε αυτά και η σκέψη ότι κάποια από τα μέλη της βρέθηκαν εκεί μέσα από τις αδιαφανείς κομματικές προαγωγές και τις δεύτερες και τρίτες κατανομές, τότε το τοπίο καθίσταται έτι μελαγχολικότερον.



Το ψήφισμα αυτό λοιπόν είναι ένα εξαιρετικό δείγμα πολιτικής αυτοχειρίας. Είτε από άγνοια είτε από πολιτική ιδιοτέλεια, η Βουλή έσπρωξε ακόμα λίγο την παραπαίουσα διαδικασία συνομιλιών στο γκρεμό, ετοιμάζοντας παράλληλα την κοινή γνώμη για μία ακόμα ηρωική αντίσταση, για περισσότερους αγώνες στις επάλξεις και άλλα φληναφήματα που ακούγονται τόσο υποκριτικά και ανόητα πλέον. Φαίνεται να διαμορφώνεται έτσι μια άδηλη συμφωνία στην εκτίμηση όλων ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι συνομιλίες θα λήξουν χωρίς αποτέλεσμα και ότι το Κυπριακό θα λάβει αναβολή για την επόμενη πενταετία. Κανείς όμως δεν κάνει μια εκτίμηση για το ποιοι θα είναι οι όροι συζήτησης και οι προοπτικές σε εκείνη την περίοδο. Χωρίς χάρτη, χωρίς πυξίδα πορευόμαστε με οδηγούς τους μικροδιαχειριστές της διαρκούς κρίσης μας. Αναρωτιέμαι όμως σε ποια αποκαΐδια θα μας οδηγήσουν ξανά ασυλλόγιστες ενέργειες όπως αυτές.













6 Φεβρουαρίου 2012

Μίλα μου βρόμικα



Όσο διασχίζω τους πηγμένους δρόμους της Λευκωσίας με τις εξοργισμένες μητέρες να επιπλήττουν τα παιδιά τους, τους πλαδαρούς άντρες να ακούν αθλητικά, με ζώνουν παράδοξες σκέψεις. Από το πηγαινελα στη Νέα Υόρκη, μας έμειναν τα σκληρίσματα του 2004 σε κακοπαιγμένο replay και μερικές μπαλωθιές που έπεσαν από την Πινδάρου για την ανάγκη να είναι άλλος ο διαπραγματευτής της ελληνοκυπριακής πλευράς στις συνομιλίες. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Πριν από όλα αυτά, είχε προηγηθεί ένας ακόμη εθνικός οργασμός με την έκδοση της απόφασης του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Λόρδος. Τα μάτια κάποιων συμπατριωτών μας ευφράνθηκαν (από το Εφραίμ, άραγε;) στην όψη του χρήματος και οι κόρες τους μετατράπηκαν σε μικρά σύμβολα του δολαρίου, όπως εκείνα τα παλιά καρτούν. Bingo! Μάταια προσπάθησαν οι ψυχραιμότεροι να συμμαζέψουν τα υγρά που πλημμύρισαν τα πρωτοσέλιδα, θυμίζοντας ότι αυτή είναι μάλλον η τελευταία υπόθεση «τύπου Λοϊζίδου». Μίλα μου βρώμικα, μίλα μου σε ευρώ. Και τα δύο ισχύουν στην περίπτωση του φυσικού αερίου, μιας και φαίνεται να είναι διάχυτη η εντύπωση πλέον ότι την επόμενη φορά που θα ανοίξουμε τις βρύσες μας, θα τρέξει ο μαύρος χρυσός. Μαζί σε όλα αυτά, θα πρέπει να προστεθούν και οι ατέρμονες συζητήσεις για τις ποδοσφαιρικές μεταγραφές, το κατεστημένο της ΚΟΠ, την εύνοια της διαιτησίας. Παντού και πάντα φαντάσματα, θεωρίες συνωμοσίας, διάλογος κωφών, μεγαλοϊδεατισμοί και μικρομεγαλισμοί, κομματικές στρατιές και αυτοκρατορίες ηλιθίων, η αποθέωση της ασημαντότητας οδηγούν και εμπνέουν τη δημόσια ζωή. Τις σοβαρές κουβέντες τις ανταλλάζουμε μεταξύ μας, κάπου στο ενδιάμεσο της καθημερινότητας, μεταξύ μπύρας και εδεσμάτων, καφέδων και επί του καναπέως, με σύντομα email και σαρκαστικά tweets. Στο ενδιάμεσο ρίχνουμε και καμιά κλεφτή ματιά στα lifestyle περιοδικά, που καθορίζουν τις προτιμήσεις της κυριακάτικης εφημερίδας και βλέπουμε στα κρυφά σατιρικές εκπομπές και κυπριακές σειρές που ορίζουν την αισθητική του κιτς και προωθούν με τον πιο αισχρό τρόπο την ομοφοβία. Το να είσαι και να δηλώνεις ευθαρσώς ανόητος, απενοχοποιείται μέσα από τη συλλογική παραδοχή, μιας και το να συνυπάρχεις με τους ομοίους σου έχει από μόνο του κάτι λυτρωτικό. Αναμφίβολα, όλοι οι έξυπνοι μαζευτήκαμε στα social media, στον blogger και στους άλλους δαίμονες της τεχνολογίας και κάνουμε χάζι κοιτώντας στην άλλη, πολυπληθή δυστυχώς, πλευρά. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, εκχωρήθηκε χρόνος ομιλίας, δημόσιος χώρος, βήμα και προβολή σε κάτι γελοίους τύπους που άλλοτε από θέσεις εξουσίας και άλλοτε από την κερκίδα περιλούζουν με τη βλακεία τους, τις ζωές μας. Η μνήμη χρυσόψαρου σβήνει διαρκώς από τα εγκεφαλικά μας κύτταρα την εξωφρενική ολιγοσύνη των άλλων, την ώρα που το πιπίπλισμα της ίδιας καραμέλας, αυτής που λέει ότι κάτι άλλο θα κάνουμε, κάτι θα αλλάξει, εγώ θα φύγω από εδώ, μας κρατά σε μια κάποια απασχόληση, σε ένα παίδεμα του νου. Ο οκνηρός εαυτός μας, μας δίνει έτσι γενναιόδωρες αναβολές, μέχρι που κάποια στιγμή, υποψιάζομαι, έρχεσαι κατάφατσα στον τοίχο του αδιεξόδου και απορείς, ειλικρινά, πως έφτασες ως εκεί. Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Πως η κακοδαιμονία έχει τη ρίζα της εδώ κι η ευθύνη εδώ πρέπει να αναζητηθεί. Θα είχαμε το θάρρος ποτέ να δούμε τους εαυτούς μας στον καθρέφτη ή μήπως έχουμε ακόμα πίστωση στο λογαριασμό της προσωπικής αυταπάτης;

29 Ιανουαρίου 2012

Αγωγή ανάγωγη




Ο υπογράφων εγείρει την παρούσα αγωγή και ζητεί από το Δικαστήριο:

1. Δήλωση του δικαστηρίου ότι οι κάθε λογής πατριδοκάπηλοι, θεομπαίχτες και απατεωνίσκοι της κακιάς ώρας, ενεργούντες υπό την ιδιότητά τους ως εκμαυλιστές της συλλογικής συνείδησης των Ελλήνων Κυπρίων και ως υπηρέτες του διχασμού και της διαρκούς όξυνσης του πολιτικού κλίματος, υπονομεύουν τις διακοινοτικές συνομιλίες που διεξάγονται υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, προάγοντας, προωθώντας πολιτικές και/ή προβαίνοντας σε δημόσιες προτάσεις για την οριστική διχοτόμηση του κυπριακού κράτους, οι οποίες είναι σε βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κάθε Κύπριου πολίτη και είναι ασυμβίβαστες με την κοινή λογική, την πολιτική πρακτική, την ορθή ερμηνεία διεθνών συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, που καταστρέφουν κάθε θετική προοπτική για το μέλλον του τόπου, και πιο συγκεκριμένα –

(i)            Η επίκληση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκ μέρους της διχοτομικής ελίτ αποτελεί μια διαστροφή του πραγματικού περιεχομένου τους, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από τα διεθνή όργανα και δικαστήρια των αντίστοιχων οργανισμών.
(ii)          Η οπισθοδρομική ελίτ προωθεί την οριστική διχοτόμηση της Κύπρου και τον απόλυτο και πλήρη ρατσιστικό διαχωρισμό ανάμεσα στην Ελληνική Δημοκρατία της Νοτίου Κύπρου και την Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου, υπό το πρόσχημα της εξυπηρέτησης του συμφέροντος του κυπριακού λαού και υπό την κατ’ επίφαση επίκληση δικαίων, αξιών και ιστορικών αναφορών.
(iii) Οι εισηγήσεις τους και η προώθησή τους έχουν ως αποτέλεσμα τη συνέχιση της αποστέρησης του δικαιώματος της ιδιοκτησίας από τους νόμιμους ιδιοκτήτες, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, διευκολύνοντας τοιουτοτρόπως τη διαιώνιση της κατοχής και την επίτευξη των στόχων και/ή πολιτικών της κατοχικής δύναμης και διατηρώντας την ανώμαλη κατάσταση και το φόβο και στις δύο πλευρές της διαχωριστικής γραμμής.

2. Στην έκταση που οι εναγόμενοι τυχόν επικαλούνται ή χρησιμοποιούν τις ιδιότητές τους ως «επιφανή» μέλη της κοινωνίας μας και/ή  ως προσωπικότητες που τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης από την πλειοψηφία των ΜΜΕ της χώρας μας και/ή την απύθμενη δικολαβίστική τους ημιμάθεια, για τις πιο πάνω ενέργειές τους –

(ι) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι όλες οι ενέργειες και/ή σκέψεις και/ή δημόσιες τοποθετήσεις τους βιάζουν τη νοημοσύνη των Κυπρίων πολιτών.
(ιι) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ή έστω επιστροφή στη σοβαρότητα και λίγη ησυχία.

3. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους υπό την ως άνω περιγραφόμενη ιδιότητά τους από του να ενεργούν κατά τον πιο πάνω παράνομο τρόπο εις βάρος των νομίμων δικαιωμάτων και συμφερόντων Ελληνοκυπρίων πολιτών.
4. Οποιανδήποτε άλλη δίκαιη/ορθή θεραπεία ήθελε κρίνει πρέπουσα το Δικαστήριο.

22 Ιανουαρίου 2012

Αντίο Ραούφ, δεν θα λείψεις σε κανέναν




Εντάξει, ίσως να σε πεθυμήσουν όσοι κάθονται στη «Θύρα 1974» των φανατικών στο ματς του Κυπριακού. Ένθεν και ένθεν της πράσινης γραμμής. Αυτοί που διακόπτουν το ματς με ρίψη αντικειμένων στον αγωνιστικό χώρο, όσοι τρελαίνονται με τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα (ας διαρκέσει το ματς για πάντα) και την επιδιαιτησία (μπορούμε να σκοτωθούμε και χωρίς κανόνες). Όσο κι αν τα ΜΜΕ στην πλευρά μας προσπάθησαν να περιγράψουν με τα μελανότερα χρώματα το βίο και την πολιτεία σου, ξέχασαν, κατά βολικό τρόπο, να θυμίσουν ότι είχες συνοδοιπόρους και στις δύο πλευρές. Το μεγαλύτερο έργο του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας στην Κύπρο είναι το αποτέλεσμα μιας κοινής επιχείρησης, μιας προσπάθειας που χωρίς καμιά εμφανή προσυνεννόηση απέδωσε καρπούς. Πού να καταγράφουμε ονόματα τώρα – ίσως ο χώρος να μην αρκέσει. Όμως σε θυμάμαι Ραούφ, εσένα και τους κοκκινογάλαζους ομοϊδεάτες σου κάθε φορά που περνάω από τη Λήδρας και ένας κοντοπάχουλος αστυνομικός στην ηλικία μου, σφραγίζει μεγαλοπρεπώς την καθημερινή σας διαθήκη: ένα μικρό ορθογώνιο χαρτάκι, με την κόκκινη TRNC σφραγίδα επάνω. Δεν έχω επιλογή: σ’ αυτό το νησί έμαθα να κινούμαι μόνο σε οριζόντιες γραμμές – ποτέ καθέτως. 

Έφυγες Ραούφ, αλλά μας άφησες το φόβο, τις σημαίες να ανεμίζουν πάνω στον ουρανό της πατρίδας μας, τα άπειρα φυλάκια, τις παρελάσεις, το μιλιταρισμό, τόμους από φράσεις και λέξεις κλισέ: Αδιαλλαξία, η τουρκική πλευρά, εκατομμύρια «ψευδο-» και εισαγωγικά για να περιγράφουμε τις παράλληλες πραγματικότητές μας. Ήσουν η καλύτερη και πιο αποδοτική μας δικαιολογία. Όσο εσύ αρνιόσουν τα πάντα, όσο στύλωνες τα πόδια σου σαν πραγματικό κυπριακό γαϊδούρι, ο χρόνος μάς ροκάνιζε από μέσα, έτρωγε τα μυαλά μας, τις αναμνήσεις και την ψυχή των γονιών μας, τις προσδοκίες για συμφιλίωση και πορεία προς το μέλλον. Έφυγες νικητής – ο αγώνας είχε διάρκεια όσο η ζωή σου, και εμείς που λίγο ετεροχρονισμένα ήρθαμε στο νησί, ζούμε απρόθυμα μεν, αναγκαστικά δε σύμφωνα με τις δικές σου συντεταγμένες. Είτε από οπισθοβουλία, είτε από απλή βλακεία παίξαμε στο ίδιο παιχνίδι, ποντάροντας πάντα όλα τα λεφτά στο πείσμα, την άρνηση, την απόρριψή σου. Μας δικαίωσες σε κάθε ποντάρισμα.

Ένας-ένας πεθαίνουν οι παλιοί δεινόσαυροι του Κυπριακού. Ίσως να είναι και αυτή μιας μορφής λύση: όταν πεθάνει κι ο τελευταίος ηγέτης, να πέσει και το τελευταίο εμπόδιο που μας κρατά μακριά από τη λύση. Αναρωτιέμαι αν αύριο, όλοι όσοι συνδέθηκαν με αυτή την προσοδοφόρα επιχείρηση που ονομάζεται Κυπριακό, μας άφηναν για τόπους χλοερούς, για τόπους αναψύξεως, αναρωτιέμαι λέω, αν όλοι εμείς θα θυμόμασταν πώς, πού και γιατί ξεκίνησε όλο αυτό κι αν στ’ αλήθεια θα διατηρούσαμε το status quo της ακινησίας. Κυριακάτικες παραδοξότητες, θα πείτε...

15 Ιανουαρίου 2012

Πολιτικό soul-searching




Τις τελευταίες μέρες διάφορες διασκεδαστικές φήμες φτάνουν στα αυτιά μου. Τώρα που έχω αρχίσει να επανέρχομαι δειλά στην εθνική πραγματικότητα μας, ύστερα από μήνες κοσμοκαλογερικής απόσυρσης, ακούω και διαβάζω απίθανα πράγματα. Είχα ξεχάσει πόσο ευρηματική μπορεί να είναι η ψιθυρολογία της πατρίδας μας. Ένα από τα πράγματα που διάβασα, λοιπόν, αφορά μια διαδικτυακή δημοσκόπηση για τις προεδρικές εκλογές του 2013, που καταβαράθρωνε τους κκ. Χριστόφια και Κάρογιαν, ενώ παράλληλα αναδείκνυε στην πρώτη τριάδα την κ. Θεοχάρους, τον κ. Αναστασιάδη και «ένα φίλο που ήρθε απόψε από τα παλιά». Η διαδικτυακή δημοσκόπηση έβγαζε μάτι ότι τηρούσε τα αψεγάδιαστα επιστημονικά κριτήρια του  Mickey Mouse 9002, αλλά αυτό δεν πτόησε τους άγνωστους δημο(σ)κόπους από το να την πλασάρουν με κάθε σοβαρότητα.

Η δημοσκόπηση ήρθε με αυτόν τον τρόπο να προστεθεί στη φήμη που έρπει στους δρόμους της Λευκωσίας (ο καθένας εκεί και όπως του αξίζει) ότι δηλαδή η μεγάλη φιλελεύθερη παράταξη πρέπει να πορευθεί στην εκλογική αναμέτρηση με κάποιον άλλο εκτός του αρχηγού του μεγαλύτερου κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προτού καλά-καλά, κατακαθήσει ο κουρνιαχτός, η παραλλαγή του σεναρίου έλεγε ότι ένα απίθανο συνονθύλευμα από «υγιώς» σκεπτόμενους πατριώτες, θεούσες και ρασοφόρους, καθώς επίσης και οι σοσιαλδημοκρατικόεθνικόκτλ σύντροφοι θα συμπτήξουν την αυτοκρατορία του Κακού για την μεγάλη αντεπίθεση. Η ονοματολογία δίνει και παίρνει τις τελευταίες μέρες, με την πιο θετική συνέπεια να είναι ότι θυμούνται οι γέροι και μαθαίνουν οι νεότεροι  παλαιές δόξες της εγχώριας πολιτικής παραγωγής.

Όλο αυτό το σούσουρο επιβεβαιώνει, ανάμεσα σε άλλα, την άβυσσο της ψυχής του μέσου δεξιού συμπολίτη μας, ειδικά αυτού που συντάσσεται αναφανδόν με τον Δημοκρατικό Συναγερμό. Από την επιλογή του κόμματος στο δημοψήφισμα του 2004 και μετά, ένα μεγάλο κομμάτι του εκλογικού του μεριδίου φυλλορόησε, προσωρινά όπως φάνηκε, σε πιο δεξιά και πιο εθνοπρεπή σχήματα. Σήμερα, τα υπαρξιακά ερωτήματα επιστρέφουν ή μεθοδικά υποβάλλονται στον κάθε ψηφοφόρο του κόμματος αυτού: θα εμπιστευτούμε τους νενέκους; Η παραδοξότητα βέβαια έγκειται στο ότι από την ίδρυση του το 1976, ο ΔΗΣΥ πορεύτηκε στη γραμμή Κληρίδη για την επίλυση του Κυπριακού. Αποδοχή της ομοσπονδίας, γεωγραφικός διαχωρισμός και άσκηση της εξουσίας από την καθε κοινότητα στην περιοχή της, πολιτική ισότητα, ιστορικός συμβιβασμός και ό,τι άλλο μπορεί να θεωρηθεί ότι συνθέτει τα βασικά στοιχεία του σχεδίου Ανάν.

Που το πάω; Μα στην κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα αφενός στην πολιτική ρητορική και πρακτική του κόμματος που είναι συνεπής από τότε και αφετέρου στο μυαλό των ψηφοφόρων του που εξακολουθούν να κατουριούνται από χαρά στη θέα της ελληνικής σημαίας και τα άλλα φετίχ και τοτέμ της εθνικής μυθολογίας. Με άλλα λόγια, αν στην κάλπη ψηφίζεις κάτι που δεν πιστεύεις, τότε μάλλον δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Το πρόβλημα πάντως δεν το έχει η πολιτική γραμμή του κόμματος...

Επιστρέφοντας στα ανόητα παιχνιδάκια και τις έρευνες της πλάκας, θα έλεγα ότι πέρα από τον προφανή σκοπό τους να δημιουργήσουν κλίμα, φαίνεται να έχουν και τον άδηλο σκοπό να σπρώξουν ακόμα πιο δεξιά τη διαφαινόμενη υποψηφιότητα του κ. Αναστασιάδη για να πειστεί ο προαναφερθείς μέσος συμπολίτης να δώσει το ψηφουλάκι του. Αν το καταφέρουν έστω και αυτό, θα αποδειχθεί ότι η κουτοπονηριά εξακολουθεί να είναι η καλύτερη πατέντα του «κυπριακού πολιτικού πολιτισμού».

8 Ιανουαρίου 2012

Εκκλησία ΑΕ



Για να πω κι εγώ το κοντό μου, με εκπλήσσει ακόμα που τα δελτία ειδήσεων έχουν σχεδόν σε καθημερινή βάση στα πρώτα τέσσερα θέματά τους, μια δήλωση ή ένα ρεπορτάζ που να αφορά, άμεσα ή έμμεσα, την Εκκλησία. Μνημόσυνα πεσόντων, θανόντων, ηρώων, οσίων, αγίων. Κηρύγματα, νουθεσίες και πατερναλισμός από τον άμβωνα. Θρησκευτικές εορτές, λιτανείες, δοξολογίες, ράσα, περιφορές, δεήσεις. Πολιτικές παρεμβάσεις, υποδείξεις και αρχιεπισκοπικοί υποψήφιοι. You name it, we have it και το βαρέλι φαίνεται να μην έχει πάτο. 

Είχα την εντύπωση ότι ζούσα σε μια χώρα που έστω κατ’ όνομα και κατ’ επίφαση προσέβλεπε σε ένα δημοκρατικό, ευρωπαϊκό, κοσμικό μοντέλο πολιτεύματος. Φευ! Στη σοσιαλιστική Κυπριακή Τζαμαχιρία δεν ιδρώνει το αφτί κανενός. Η τριτοκοσμική κληρονομιά του 1960 μας περιβάλλει, ζωντανή και ακμαία, για να μας υπενθυμίζει, με τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της, σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής, ότι είναι εδώ και ότι δεν σκοπεύει να φύγει.

Έτσι, η γενιά μας, ίσως και οι επόμενες, θα πρέπει να δώσουν χρόνο και ενέργεια σε προσπάθειες που για τους συνομήλικούς μας σε άλλες χώρες είναι ζητήματα λυμένα εδώ και καμιά διακοσαριά χρόνια. Προς το παρόν, αρκούμαστε στο θρησκόληπτο λεφούσι που συγκεντρώνεται έξω από την ελληνική πρεσβεία για να διαμαρτυρηθεί για την προφυλάκιση του Εφραίμ. Αν υπάρχει μια εικόνα που να αποτυπώνει τη μαζική υστερία ενός θρησκόληπτου πλήθους και την πνευματική οκνηρία στην οποία υποχρεώθηκε ένα γενναίο κομμάτι του ποιμνίου, αυτή μεταδόθηκε στους δέκτες μας στις 20:30 μιας μουντής νύχτας.

Η αλά καρτ χριστιανική ευαισθησία, ο σεκταρισμός που καλλιεργείται στον κόσμο, η ανάδειξη ως μάρτυρα πίστεως ενός μοναχού που σαν εμποράκος συναλλάχθηκε μέσα από επιλήψιμες διαδρομές και κολλητιλίκια με την κοσμική εξουσία και οι γελοίοι παραλληλισμοί με τον Χριστό συνθέτουν ένα από τα πιο κιτς σκηνικά των τελευταίων ετών. 

Το χειρότερο όμως είναι ότι σηματοδοτεί τη δυναμική επιστροφή στην αναζήτηση των λύσεων στο επέκεινα, στο μεταφυσικό, στο θείο, σε μια new age ορθοδοξία. Διόλου παράδοξο: σε καιρούς κρίσης αυξάνονται αυτοί που αγοράζουν χρυσό, οι αγγελίες για μέντιουμ και η θρησκοληψία. Χαρά Θεού, για να κάνω και το λογοπαίγνιο, για τους κάθε λογής θεομπαίχτες που ανταλλάζουν ζεστό χρήμα με υποσχέσεις σε χρόνους αορίστως μελλοντικούς. Κι όμως, η κρίση, οικονομική, πολιτική, αξιακή, είναι δημιούργημα ανθρώπινο και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Οι απαντήσεις δεν θα έρθουν από παρεμβάσεις κανενός Θεού. Η ντετερμινιστική παράδοση στη θεία βούληση είναι βολική δικαιολογία για την απραξία, για την έλλειψη λογοδοσίας, για να μην ξυθεί λίγο η επιφάνεια. «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστί η βασιλεία των ουρανών». Ίσως. Προτιμώ όμως να δω τη δικαιοσύνη να τελείται σε αυτόν τον επίγειο, φθαρτό και πεπερασμένο κόσμο.





1 Ιανουαρίου 2012

Απολογιστικά και απολογητικά





Μια ματιά στην ανασκόπηση του 2011 που ετοίμασε η εφημερίδα αυτή, ήταν αρκετή για να επιβεβαιωθεί η αίσθηση μελαγχολικού κλεισίματος της χρονιάς. Οι σελίδες της ανασκόπησης προβάλλουν και φωτίζουν εκτυφλωτικά τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες των ανθρώπων του τόπου μας. Το πραγματικό μας πρόσωπο, ο γυμνός εαυτός μας, όσα βλέπουμε μόνοι στον καθρέφτη και γρήγορα-γρήγορα απωθούμε στο πίσω μέρος του μυαλού βρίσκουν τη θέση τους στις σελίδες του εντύπου.



Το 2011 θα κουβαλάει για χρόνια την αιθάλη που άφησε το Μαρί στη συλλογική μας συνείδηση. Το πόρισμα Πολυβίου και η κατ’ ευφημισμόν πολιτική συζήτηση που ακολούθησε απέτυχαν όχι μόνο να δώσουν ξεκάθαρα το μέτρο της ευθύνης, αλλά απέδειξαν ότι ακόμα και μια καταστροφή αυτού του μεγέθους δεν στάθηκε ικανή για να μας αλλάξει μυαλά. Αντίθετα, χαράξαμε ο καθένας τα σκληρά σύνορα της προσωπικής του αλήθειας και πολεμήσαμε άγρια όποιον δεν τα αναγνώρισε. Μέσα σε 7 χρόνια, δύο δυσάρεστες εμπειρίες, το δημοψήφισμα και το Μαρί, δοκίμασαν τις αντοχές και το αληθινό βάθος του νοητικού και συναισθηματικού μας πεδίου. Δεν βγήκαμε καλύτεροι ή πιο δυνατοί, ούτε και διαφορετικοί. Μια καταραμένη μοίρα φαίνεται να είναι δεμένη στα ποδάρια μας σαν τεράστια σιδερόμπαλα.



Όμως πέρα αυτά, ο τόπος μας, η κοινωνία μας, οι άνθρωποί μας δεν κατάφεραν να παραγάγουν κάτι, να αποδείξουν ότι το περιβάλλον που προσφέρουν συνέτεινε στην ανάδειξη των καλύτερων ή στην επίτευξη μιας δημιουργίας. Επιβλήθηκε, αντιθέτως, ένα αρχοντοχωριάτικο βαυκάλισμα για το τι θα γίνει στην περίπτωση που τα αποθέματα του ορυκτού θαλάσσιου πλούτου είναι σημαντικά. Αυτή είναι η γλώσσα προγραμματισμού στον εγκέφαλο του μέσου ηλίθιου συμπολίτη μας: η ανταποδοτική ωφέλεια που μετριέται μόνο σε μετρητά. Στο πιο καθημερινό επίπεδο, η νοοτροπία αυτή συμπυκνώνεται στην ερώτηση «Είσαι ευχαριστημένος;» που αν απαντηθεί κατά τρόπο που δεν ικανοποιεί τον ερωτώντα, διατυπώνεται ευθέως: «Δηλαδή, πόσα πιάνεις;».



Να μην ξεχάσω να αναφερθώ και στο έλλειμμα ηγεσίας, το οποίο δεν αφορά μόνο τους πολιτικούς αρχηγούς, τους πολιτειακούς αξιωματούχους και τα κονκλάβιά τους. Το πρόβλημα εκτείνεται σε όλους εκείνους που εκπροσωπούν τις πάσης φύσεως συλλογικότητες: συντεχνίες, επαγγελματικές ομάδες, αθλητικά σωματεία και πάει λέγοντας. Κάνοντας ένα βήμα πίσω, δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει κανείς ότι ο υπέρτιτλος πάνω από το έργο που ονομάζεται Κυπριακή Δημοκρατία είναι «η συνωμοσία των μετριοτήτων». Αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι η υποψία ότι όλοι αυτοί δεν είναι παρά το καθρέφτισμα όσων τους διάλεξαν.



Και τέλος-τέλος, αξίζει να υπενθυμίσουμε και τη σταδιακή επανάκαμψη της θρησκοληψίας και την εντεινόμενη παρεμβατικότητα της Εκκλησίας στην πολιτική ζωή του τόπου. Την ώρα που στην Ελλάδα ξεσκεπάζονται απάτες με κυπριακή πατέντα, οι εκπρόσωποι της κυπριακής Εκκλησίας νοσταλγούν την προ Διαφωτισμού περίοδο. Λίγο καιρό πριν θα μου φαινόταν αδιανόητο ότι θα συνέβαινε, αλλά πλέον με ξαφνιάζει η μεσαιωνική ριζοσπαστικοποίηση ενός κομματιού της κοινωνίας μας.



Με τις πολιτικές αψιμαχίες, την ανεύρεση της αλήθειας στη θρησκεία, το κάφρικο οπαδιλίκι του Σαββατοκύριακου και τη μονοπώληση των τηλεοπτικών μας δεκτών από έναν άπατο οχετό, αποκρύπτεται μια απλή διαπίστωση: ήμασταν και φέτος λίγοι...



25 Δεκεμβρίου 2011

Ομιλούσες γραβάτες, τσαχπίνικα ταγέρ



Το βράδυ της περασμένης Κυριακής ήταν βγαλμένο από τους πιο καφκικούς λαβυρίνθους. Σε όποιο κανάλι κι αν γύριζα, οι ίδιες ομιλούσες γραβάτες και τα πιο τσαχπίνικα ταγέρ επαναλάμβαναν τον προβληματισμό τους για το μέτρο της αποχής. Ωστόσο, όπως η ατέρμονη επανάληψη του «Πάτερ Ημών» δεν είναι ικανή να σου σώσει την ψυχή, έτσι κι ο εξορκισμός της αποχής δεν είναι ικανός να πάρει τη σκέψη και τη δράση ένα βήμα παραπέρα. 
Η αποχή μαζί με τη λευκή ψήφο πλησίασαν το 40%, αλλά στα τηλεοπτικά πάνελ δεν φάνηκε να ιδρώνει το αφτί κανενός. Αντιθέτως, οι πολιτικοί έπεσαν στην παγίδα των δημοσιογράφων και έβγαλαν τα υπολογιστικά μηχανάκια τους φτιάχνοντας σούμες για τις προεδρικές εκλογές. Έπιασαν το νήμα, λοιπόν, από τις προηγούμενες εκλογές με την ίδια ηθικίστικη προσέγγιση στην αποχή, που «πρέπει να προβληματίσει» επειδή «στέλνει ένα μήνυμα στις πολιτικές ηγεσίες». Κι όμως η αποχή δεν ήρθε ουρανοκατέβατη – αντίθετα στις τελευταίες τρεις εκλογικές αναμετρήσεις καταγράφει σταθερά διψήφια ποσοστά, αφού στις προεδρικές του 2008 ήταν 11%, στις ευρωεκλογές του 2009 41% και στις βουλευτικές του 2011 ήταν 21%. Όσο όμως αντιμετωπίζεται ως ο οξαποδώ για τον οποίο δεν θα μιλάμε μέσα στο πολιτικό μας σπίτι, τόσο θα μας επισκέπτεται. Κι όμως νομίζω ότι η αποχή μπορεί να αναλυθεί και να εξηγηθεί, αρκεί να μην έχεις πάρει διαζύγιο από την πραγματικότητα. Αρκετά, λοιπόν, με τους κομματικούς στρατούς, που έχοντας κανιβαλίσει τη νοημοσύνη μας για χρόνια, εκφράζουν τώρα τον προβληματισμό τους για την αποχή.
Στα κακά μαντάτα των εκλογών, πρέπει να προσμετρηθεί η ήττα του ΑΚΕΛ και η άνοδος του ΔΗΣΥ. Κι αυτό επειδή το αποτέλεσμα διαμορφώνει τους όρους για την όξυνση του πολιτικού σκηνικού στους επόμενους μήνες. Από τη μια, το ΑΚΕΛ θυμάται τους εφιάλτες της πολιτικής απομόνωσης, που ενδεχομένως να το οδηγήσει ξανά σε μια καταστροφική για τον τόπο πολιτική συνεργασία. Ακόμα κι αν κάποιοι άλλοι άνθρωποι άλλαξαν σιόρ, δεν μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε το ίδιο και για το Κόμμα. Με άλλα λόγια, μπαίνουμε σε πρόγραμμα επαναστατικής γυμναστικής με πολλή πραξικοπηματολογία και περί αντιακελισμού κλαψούρισμα τους επόμενους μήνες. Η Αριστερά όμως σήμερα έχει ανάγκη από τουλάχιστον τρία πράγματα: ουμανιστικό περιεχόμενο, κοινωνικό ακτιβισμό και ατζέντα για το περιβάλλον. Πράγματα, δηλαδή, που θα ακούγονται κινέζικα στην Εζεκία Παπαϊωάννου.
Στην άλλη πλευρά του πολιτικού στερεώματος, δεν μπορούσα να μην παρατηρήσω τα σάλια των εκπροσώπων του ΔΗΣΥ να ξεχειλίζουν από τον τηλεοπτικό δέκτη με αυτό που οι ίδιοι ερμήνευαν ως αφετηρία της επιστροφής στην εξουσία. Οι φόβοι μου είναι δύο: πρώτον, οι διαδοχικές εκλογικές πρωτιές έχουν δημιουργήσει μια ανεξέλεγκτη προσδοκία επιστροφής στην εξουσία που μπορεί να γίνει τυφλό πάθος άμα τη αναλήψει της. Και δεύτερον, και ίσως πιο ανησυχητικό, η καμπάνια του «Ενώνουμε δυνάμεις» ξεχειλώνει διαρκώς για να δημιουργήσει μια ετερόκλιτη λεγεώνα που θα πολεμήσει στις προεδρικές. Η κοινωνία μας θα σπρωχθεί έτσι ακόμα πιο δεξιά, σε πιο συντηρητικές και ακραίες θέσεις για μια πλειάδα θεμάτων, ώστε να επαναπατριστούν οι παλιοί συναγωνιστές. Τηλεγραφικά: μεταναστευτικό, κοινωνική πολιτική, Κυπριακό, ανθρώπινα δικαιώματα. Νίκο, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου.
Ανακεφαλαιωτικά, με το κλείσιμο των καλπών ανοίγει το χρονοντούλαπο της ιστορίας και οι παλιοί καλοί σκελετοί επιστρέφουν στο προσκήνιο. Η εμφυλιοπολεμική ρητορική και πολιτική πρακτική θα αυξάνεται, οι δύο μεγάλοι του πολιτικού συστήματος θα οδεύσουν σε οριστική σύγκρουση και όλοι εμείς οι φιλελεύθεροι, προοδευτικοί, λογικοί και μετριοπαθείς θα βρεθούμε ξανά πολιτικά άστεγοι. Το χειρότερο ωστόσο θα είναι η καταχώρισή μας στις τελευταίες υποσημειώσεις της ιστορίας. Από αυτή την προοπτική όμως υποψιάζομαι ότι δεν μπορεί να σωθεί όποιος χώνει το κεφάλι του βαθύτερα στην άμμο της αποχής.

18 Δεκεμβρίου 2011

Respublica Cypria delenda est




Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως άθροισμα κακών πρακτικών, νοσηρών νοοτροπιών, αποτυχημένων πολιτικών, παραπλανητικών ιδεοληψιών, μεγαλομανών δηλώσεων, κληρονομικών δικαιωμάτων και δημόσιων αναπηριών πρέπει να πεθάνει. Με ή χωρίς λύση στον ορατό χρονικό ορίζοντα, η τερατογένεση του 1960 έχει εξαντλήσει τα όρια της – μαζί με αυτά και τα δικά μας. Προτού φτάσει στη σημερινή προχωρημένη της σήψη, τράφηκε από τις σάρκες της μια μετα-τριτοκοσμική ελίτ, που ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να δίνει τον τόνο στη δημόσια υποκρισία.


Ας αποφασίσουμε αν αυτό που πραγματικά θέλουμε είναι η λύση ομοσπονδίας ή η διχοτόμηση. Οι διαρκείς αρνήσεις και οι χιμαιρικές προσδοκίες δεν ωφέλησαν μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι θα ωφελήσουν σε κάτι από εδώ και πέρα. Η ευθύνη βρίσκεται στην απόφαση μας και όχι στην αναβολή. Αρκετά με το να κρυβόμαστε πίσω από τις εύκολες φράσεις, τις έτοιμες ατάκες που συνθέτουν το κοινό λεξιλόγιο πολιτικής επικοινωνίας. Ομοσπονδία σημαίνει διαμοιρασμός της εξουσίας, συνύπαρξη και πολλαπλασιασμός των δυνατοτήτων. Διχοτόμηση σημαίνει δικαίωση του οράματος της «καθαρής λύσης» με τη de jure γένεση της ελληνικής δημοκρατίας της νοτίου Κύπρου, πολιτική αιμομιξία και μετάθεση μιας ακόμης σύγκρουσης στο μέλλον. Διαλέγετε και παίρνετε. Και τα δύο όμως είναι επιλογές που βαραίνουν εμάς. Το κρυφτούλι από την ευθύνη έχει τελειώσει.


Ας τελειώνουμε και με τους απαρχαιωμένους θεσμούς διακυβέρνησης και δημόσιας διοίκησης. Η ιερή αγελάδα που ονομάζεται Σύνταγμα πρέπει να σφαχτεί. Για χρόνια συνεχίζει η ίδια μονότονη μελωδία: το σύνταγμα είναι δοτό, αλλά το σύνταγμα δεν μπορεί να αλλάξει. Παραμένουμε έτσι καθηλωμένοι και δέσμιοι των 200 άρθρων του, λες και υπάρχουμε για να υπηρετούμε ένα νομικό κείμενο και όχι το ανάποδο. Ο τόπος αδυνατεί να περπατήσει με αυτό το βαρίδι στα πόδια. Ας αλλάξουμε πολίτευμα. Με ισοζυγισμένη κατανομή εξουσιών και αρμοδιοτήτων, με ενίσχυση της ευθύνης των αξωματούχων, με δημιουργία διαρκούς λογοδοσίας, με θέση σε ισχύ μηχανισμών διαφάνειας, με αποκέντρωση και εξορθολογισμό της λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών. Να δώσουμε ένα τέλος στην κληρονομικώ δικαίω δημοκρατία μας, που ανακυκλώνει τους ίδιους ανθρώπους παντού, που δημιουργεί πολίτες δύο ταχυτήτων. Ας αλλάξουμε την κοινωνία και την εκπαίδευση μας. Να τελειώνουμε με την κακομοιριά και τους κομπλεξισμούς, τους κλειστούς ορίζοντες και με την επανάπαυση στις υπονομευτικές ευκολίες του τόπου. Να απελευθερωθούμε από την τυραννία του ότι τα πράγματα δεν αλλάζουν και από το θάψιμο της προσωπικής ευθύνης.


Η Κυπριακή Δημοκρατία ως εκτροφείο πλαδαρότητας, ως βάθρο επιβράβευσης της ήσσονος προσπάθειας, ως χώρος περίθαλψης των προσωπικών ανεπαρκειών του κάθε σατραπίσκου, ως διάσταση όπου τα νοήματα αντιστρέφονται, ως πολιτικές συνταταγμένες όπου η λογική και η αισθητική υφίστανται καθημερινό βιασμό, ως τόπος υπερίσχυσης της μικρόνοιας πρέπει να πεθάνει. Πριν μας πεθάνει αυτή...

11 Δεκεμβρίου 2011

Επιστροφή στη δημοκρατία


 
“Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
Εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς”
 
Ν. Γκάτσος

Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα πιάνει καθημερινά κι ένα νέο ιστορικό χαμηλό. Μετά την αγωνία για την εξεύρεση κοινά αποδεκτού πρωθυπουργού, η επιλογή του Λ. Παπαδήμου εμφανίστηκε περίπου ως μια μεσσιανική έλευση που θα δώσει λύσεις, ηρεμία, επάνοδο στη σταθερότητα. Απορίας άξιον βέβαια είναι ότι τις πρώτες μέρες τα γκάλοπ έδειχναν την αποδοχή του από την κοινή γνώμη να φτάνει το 70%. Για τις ίδιες πολιτικές και προοπτικές, ο προκάτοχός του αναγκάστηκε να σχεδιάσει ή επέλεξε την ηρωική έξοδο, κοινώς την παραδοχή της ανικανότητάς του να κυβερνήσει. Δικαιολογημένη, λοιπόν, η κάθε επιφύλαξη έναντι των μέσων ενημέρωσης στην Ελλάδα, πιο πολύ από ποτέ προηγουμένως.


            Η Δημοκρατία πεθαίνει στη χώρα που τη γέννησε. Μέσα από συνταγματικοφανείς διαδικασίες, η χώρα απέκτησε τρεις πρωθυπουργούς: τον απερχόμενο, του οποίου οι επιλογές και αποφάσεις στην περασμένη διετία καθορίζουν το σκηνικό. Τον νυν πρωθυπουργό, που περιβλήθηκε με τις συνταγματικές εξουσίες άχρι καιρού. Και τον εν δυνάμει πρωθυπουργό, που προσδοκεί ότι η αέναη εναλλαγή του δικομματισμού στην εξουσία θα τον ευνοήσει νομοτελειακά. Θα μπορούσαν οι εκλογές να δώσουν λύση; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε πρέπει να γίνουν. Αν η απάντηση είναι όχι, τότε πρέπει και πάλι να γίνουν για τον απλό λόγο ότι σε τέτοιες οριακές καταστάσεις η ευθύνη πρέπει να αναλαμβάνεται από τη λαϊκή βούληση και όχι να μετατίθεται σε επιλογές της ελίτ. Περιέργως, ενώ η υπηρεσιακή κυβέρνηση συμφωνήθηκε με σαφή χρονικό ορίζοντα για την επιτέλεση συγκεκριμένου έργου, ακούγονται ήδη φωνές που μεταθέτουν τις εκλογές για αργότερα. Το ζήτημα δεν είναι οι συνωμοσιολογικές ερμηνείες, αλλά η επιστροφή στις βασικές αρχές ενός δημοκρατικού πολιτεύματος.


            Μαζί με τα πιο πάνω, συντελέστηκε ήσυχα, ήρεμα και απλά και το ξέπλυμα της ακροδεξιάς στην Ελλάδα. Σαράντα σχεδόν χρόνια μετά την πτώση της χούντας, τα σταγονίδια έγιναν κανονικός ποταμός που ρέει περήφανα στο σώμα στης ελληνικής κοινωνικής επικράτειας. Η εκλογική δύναμη της ακροδεξιάς ήταν ένα μονοψήφιο εκατοστιαίο ποσοστό στις τελευταίες εκλογές, σαφές μήνυμα του λαού ότι δεν τη θεωρεί ικανή και αξιόπιστη για να κυβερνήσει. Με την πολιτική φιοριτούρα των κομματικών αρχηγών, ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός έλαβε κυβερνητικό βήμα για να κομπάζει ότι συντελεί στη σωτηρία της πατρίδας, γραμμένη στο πολυτονικό. 


            Η Ελλάδα ζει μέρες οπισθοδρόμησης, ταπείνωσης, συνεχών, κυριολεκτικών και μεταφορικών, υποτιμήσεων. Δεν είναι η πρώτη φορά στη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων που φτάνει στην καταστροφή: από τον ολέθριο πόλεμο του 1897, στη Μικρασιατική και από το ολοκαύτωμα του Δευτέρου Παγκοσμίου στον εμφύλιο, τη χούντα και την εισβολή στην Κύπρο, η Ελλάδα ευτύχησε να ξανασηκωθεί με τον Βενιζέλο, το κίνημα στο Γουδί, τη γενιά του ’30, την υπόσχεση της ΕΔΑ, τον εκδημοκρατισμό και την ευρωενωσιακή προοπτική. Πράγματα, δηλαδή, που έκαναν Έλληνες, σαν εμάς κι εσάς. Νομίζω μπορεί να ξαναγίνει, αν επιστρέψουμε στη δημοκρατία, στη σοβαρότητα και στη συνεχή δουλειά. Και πιο πολύ, αν πεθάνει η Ελλάδα της λαμογιάς, του ελάχιστου κόπου και της αρπαχτής. Το τελευταίο το εύχομαι με κάθε κύτταρό μου.