24 Ιουλίου 2016

Ασκήσεις




Μ’ αυτά και μ’ αυτά, πιάσαμε και φέτος την επέτειο. Ίσως να έχω αποστασιοποιηθεί, ίσως το αφτί μου να μπλοκάρει αυτόματα πια την «αποχώρηση όλων των τουρκικών στρατευμάτων», αλλά μου φάνηκε ότι ο τόνος ήταν πεσμένος. Ούτε καλό, ούτε κακό από μόνο του αυτό. Μένει όμως το βάρος αυτής της τελετουργίας που σωρεύεται με τα έτη. Υποψιάζομαι ότι κάποια στιγμή το άθροισμά τους θα είναι μη αναστρέψιμο. Παραμένουμε, ωστόσο, διαρκώς εγκλωβισμένοι στα ρητορικά μας σχήματα, είτε αυτά αφορούν τη σκληρή/απορριπτική/λυσοφοβική γραμμή είτε την προοδευτική/πραγματιστική/pro-solution θέση. Τα μυαλά μας έχουν εκπαιδευθεί να φιλτράρουν την πληροφορία και την τοποθέτηση μέσα από τα φίλτρα αυτά. Να με συμπαθάτε, αλλά –από μια όψη του– αυτό κουράζει, φθείρει και μας στρέφει σε άλλες, ιδιωτικές ασχολίες: σπίτια, δάνεια, ταξίδια, προαγωγές, γκομενικά, γυμναστήρια, καινούργια μαγαζιά στην πόλη. Το Κυπριακό έχει μετατραπεί σε ένα παιχνίδι που δεν μπορεί να τελειώσει ποτέ. Ας μην έχουμε αμφιβολία γι’ αυτό τουλάχιστον: δεν πρόκειται να κλείσει με κάποια μεγαλειώδη κίνηση ούτε με παταγώγη τρόπο. Υποθέτω ότι θα σβήσει αργά και βασανιστικά – ο επιθανάτιος ρόγχος του θα ακούγεται σαν πειραγμένη εξάτμιση μοτοσυκλέτας που απομακρύνεται. Στο ενδεχόμενο, λοιπόν, που το Κυπριακό θα μείνει μαζί μας με άλλη μορφή, θα μας σύρει σε νέους πολιτικούς και νομικούς αγώνες για να αποτρέψουμε την αναβάθμιση, την ενσωμάτωση και την αναγνώριση. Μαζί με το τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο που θα ξοδευτεί, θα έχουμε και μια μαζική μετατόπιση δεξιότερα της Δεξιάς, με την πλήρη νομιμοποίηση του ακραίου λόγου και την οριζόντια ένταξή του στην πολιτική σκηνή της Κύπρου. Το μέσα μας θα απασφαλίσει και χωρίς ντροπή θα ανταγωνιζόμαστε στην εθνοπρέπεια, μεταξύ σιεφταλιών και προκριματικών Champions League. Ταυτόχρονα, οι στόχοι του βερμπαλισμού θα ματαιώνονται διαρκώς, αφού θα συναντούν την πραγματικότητα της γεωγραφικής γειτονιάς μας ή την τυχαιότητα της πολιτικής επικαιρότητας. Τρανό παράδειγμα το σύγκρυο της πολιτικής ηγεσίας στο άκουσμα του πραξικοπήματος στην Τουρκία, που απέδειξε ότι αν κοιμηθεί στραβά ένας λοχαγός στην Άγκυρα, μένει ξάγρυπνη όλη η Κύπρος. Στην απουσία ουσιαστικής πολιτικής πρότασης, διερωτώμαι πώς θα μας βρουν οι επόμενοι μήνες. Προς το παρόν, μαζί με τα 39άρια, με βασανίζει η σκέψη ότι το κλείσιμο του Κυπριακού θα επικυρώσει τη ματαιότητα της ενασχόλησης μαζί του, μα πιο πολύ θα αποτελέσει ένα θλιβερά άδοξο τέλος για όσους είχαν τολμήσει να σκεφτούν κάποια στιγμή ότι τα πράγματα μπορεί να ήταν και αλλιώς. Μόνο που τέτοιες ασκήσεις ιστορικών υποθέσεων μας έχει χορτάσει το νησί από πολύ νωρίς.

10 Ιουλίου 2016

Ξένοι στην ίδια πόλη




Για τον δημόσιο χώρο αυτή τη βδομάδα το άρθρο, με αφορμή αμέριμνες βόλτες στη Λευκωσία, όπου παρατηρεί κανείς τις αντιφάσεις και τις ελλείψεις του αστικού τοπίου. Σημείο πρώτο: η πρόσφατη ανέγερση της σιδερένιας περίφραξης του κτηρίου της Βουλής. Παρά τους όποιους πρακτικούς λόγους υπαγόρευσαν την αλλαγή αυτή, το μήνυμα που περνά στον κόσμο είναι αυτό της δημιουργίας μιας απόστασης, ενός χάσματος ανάμεσα σε εσάς και εμάς. Αντίστοιχα κτήρια στην Ευρώπη δεν προφυλάσσονται από παρόμοιου είδους κατασκευές και υποψιάζομαι ότι υπάρχουν καλοί συμβολικοί και πολιτικοί λόγοι για αυτό. Τι έχει να φοβηθεί, λοιπόν, η Βουλή; Ακόμα και εάν η έγνοια ήταν να προστατευθεί από τις διαδηλώσεις, δεν είμαι βέβαιος αν εξαντλήθηκαν όλες οι άλλες λιγότερο παρεμβατικές επιλογές για την επίτευξη του ίδιου στόχου.

Επιπρόσθετες σκέψεις αναφορικά με την ανάγκη ύπαρξης περισσότερων πλατειών και χώρων πρασίνου. Η παλιά πόλη ασφυκτιά ήδη από την υφιστάμενη δόμησή της, ενώ τα πάρκα δεν είναι δημοφιλείς προορισμοί για τους κατοίκους της. Τι φταίει; Οι πλατείες έχουν μια στεγνή όψη: δείτε τη σχεδόν φετιχιστική τσιμεντοποίηση της πλατείας Ελευθερίας και του παλαιού δημαρχείου. Και οι δύο τους μοιάζουν σχεδιασμένες για να απωθούν τους διαβάτες και τη ροή ζωής σε αυτές.

Στα πιο πάνω έρχεται να δέσει και η προϊούσα «ανάπτυξη» με τη λειτουργία σχεδόν πανομοιότυπων καφεστιατορίων και wine bar στο ιστορικό κέντρο. Με σταθερό ρυθμό, οι επιχειρήσεις αυτού του είδους αυξάνονται σε αριθμό και επεκτείνονται γύρω από τον νοητό άξονα των κεντρικών οδών της παλιάς Λευκωσίας. Μοιάζουν να απευθύνονται σε έναν λαό που έχει ανάγκη καφέ, φαγητό και κρασί – μόνο. Η ομοιότητα των επιχειρήσεων αντικατοπτρίζεται και στην αισθητική των περισσοτέρων. Χόρτασε το μάτι μας παλέτες, ψευδοπαλαιωμένα έπιπλα και ατέλειωτες στρατιές χίπστερς, που μάλλον έζησαν σε μια Κύπρο όπου το μόνο που έκαναν ήταν να ασχολούνται με τις λεπτές διαφορές ανάμεσα στα είδη των καφέδων. Το αποτέλεσμα αυτής της φούσκας είναι η σταδιακή εκδίωξη των παλιών καταστημάτων και των επιχειρήσεων, των μικρών καφενείων και των απόκληρων που είχαν βρει τη δική τους γωνιά σε αυτή την πόλη.

Οι νέες ιδέες για την πόλη την θέλουν πιο καθαρή, πιο συγυρισμένη, πιο ατσαλάκωτη, χωρίς ανθρώπινο χρώμα, καθωσπρέπει, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα όσων θέλουν να χρυσοπληρώνουν αμφιβόλου ποιότητας εδέσματα και ροφήματα, αρκεί να βλέπουν και να βλέπονται. Το παλιό ή το αυθεντικό είναι βρόμικο, χωρκάτικο, ξένο, απομεινάρι μιας Κύπρου που αργοσβήνει και που τη συναντάς λίγο πριν το οδόφραγμα του Αγίου Κασσιανού ή στην οδό Ληδήνης.

Τι θα ήθελα; Ας αρχίσω με αυτό που αποκλείω: τη μυθοποίηση ενός παρελθόντος που δεν έζησα, τις κουβέντες για τις παλιές καλές μέρες. Θα προτιμούσα ένα ιστορικό κέντρο με έλεγχο του είδους και του αριθμού των επιχειρήσεων «ψυχαγωγίας», αύξηση των μόνιμων κατοίκων, άνοιγμα μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων από αληθινούς ανθρώπους που παράγουν ή τελοσπάντων ασχολούνται με πραγματικές δουλειές. Προς το παρόν, επικρατεί μια απροσδιόριστη ιδέα για το τι είναι cool και in, το ιστορικό κέντρο βυθίζεται κάτω από το βάρος των SUV, όσων τριγυρνούν με απορία πεντάχρονου στον ζωολογικό κήπο ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Είμαστε ξένοι στην ίδια πόλη, αιτία και συνέπεια του ότι δεν έχουμε κουβεντιάσει ποτέ πώς θα θέλαμε αυτή να μοιάζει. Α, και για να μην το ξεχάσω: το παλιό ΓΣΠ να γίνει πάρκο.

2 Ιουλίου 2016

Παραλυτική αμηχανία





Με δυο λέξεις, η απόπειρά μου να συμπυκνώσω αυτό που πλανάται πάνω από τα κεφάλια μας τον τελευταίο καιρό. Adieu στις παλιές καλές μέρες. Το παρελθόν θα εμφανίζεται μπροστά μας σαν ξεθωριασμένες καρτ-ποστάλ που ανασύρεις από ένα ξεχασμένο τετράδιο. Τον καινούργιο κόσμο που αναδύεται πολύ αμφιβάλλω αν μπορούμε καν να τον κατανοήσουμε. Ίσως να είμαστε απαράσκευοι, ίσως κι αυτός να είναι ξένος από όσα γνωρίσαμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να προσπαθούμε. Ούτε σημαίνει ότι θα τα καταφέρουμε. Αυτή η παραλυτική αμηχανία πιστεύω ότι αφορά το τοπικό και το διεθνές.

Στο νησί προσπαθούμε να διαλέξουμε προς τα πού να κατευθυνθούμε. Προς το παρόν, είμαστε χαμένοι ανάμεσα στην προσπάθεια μιας μικρής μειοψηφίας να χωρέσει τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο που δεν έζησε η χώρα από το 1960, και από την άλλη συναντάς παντού αντιστάσεις και διαφθορά, μια αποστροφή στο δημόσιο και το κοινό και μια οπισθοδρομικότητα, που βρίσκει διαρκώς νέες μεταμφιέσεις. Σε αυτό το μεταίχμιο, που οριοθετεί το πέρασμα από το ’16 στο ’17, το business as usual παιχνίδι των προεδρικών συνεχίζεται, ενώ κανείς δεν ξέρει να απαντήσει στο ερώτημα πώς θα ήθελε να μοιάζει η Κύπρος σε δέκα-είκοσι χρόνια από σήμερα. Στενεύουν έτσι οι ορίζοντες όλων μας, η καθημερινότητα γίνεται μια ύπουλη ρουφήχτρα και εξαπατούμε τους εαυτούς μας με ψευτοσυγχωρέσεις και αναβολές για πιο εύθετο χρόνο.

Στα πιο μεγάλα και διεθνή, η οικουμένη είναι ένα κουτί γεμάτο αβεβαιότητα, αστάθεια και πολλές φορές φρίκη, πόνο και θάνατο. Είναι ευσεβοποθισμός να προσδοκείς ότι τίποτα δεν θα αλλάξει στη διάρκεια του βίου σου, αλλά διερωτώμαι αν υπάρχει κανείς που μπόρεσε να σταματήσει τη ροπή σε αυτόν. Να μην ξεχνάμε και την τύχη του καθενός μας που, σε αντίθεση με την πλειοψηφία, ζει σε συνθήκες ευημερίας. Το παιχνίδι ξαναμοιράζεται, καθώς διαβαίνουμε την εποχή του διαρκούς πολέμου για τη διαρκή ειρήνη. Είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι τελούμε σε μια κατάσταση μερικής απόσυρσης: οι πληροφορίες φτάνουν με κάθε μέσο σε καταιγιστικούς ρυθμούς, θέτοντας εκτός λειτουργίας την ικανότητά μας να τις επεξεργαστούμε και να τις εντάξουμε σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο. Οικονομική κρίση, τρομοκρατία, ισλαμοφοβία, BREXIT, ISIS, άνοδος ξεχασμένων εθνικισμών, διπλωματικοί ελιγμοί, ψηφίσματα, προσφυγικό – η λίστα δεν τελειώνει και θέτει ενώπιόν μας προβλήματα, με μια ψευδαίσθηση ότι κάτι μπορούμε να κάνουμε κι εμείς. Μόνο που κι εδώ, ο αριθμός, το μέγεθος και η πολυπλοκότητά τους μας οδηγούν ξανά στην παραλυτική αμηχανία που ανέφερα στην αρχή...

12 Ιουνίου 2016

Η παλιά Ευρώπη




Η παλιά Ευρώπη πεθαίνει. Ό,τι γνωρίσαμε και συζητήσαμε είναι πια υλικό για τα βιβλία της ιστορίας και της πολιτικής επιστήμης. Ίσως και για αναμνηστικά άλμπουμ ενός κόσμου που μοιάζει να αποσύρεται από το προσκήνιο, άλλοτε αργά κι άλλοτε με πιο ταχείς ρυθμούς.
Το μεγάλο πολιτικό εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει φτάσει στα όρια των αντοχών του. Οι δυνατές κρίσεις των τελευταίων ετών δείχνουν ικανές να επιφέρουν το μοιραίο. Τι φέρνει το αύριο μαζί του; Ποιες δυνάμεις αναδύονται διεκδικώντας την κυριαρχία για τις επόμενες δεκαετίες;

Προς το παρόν, εντοπίζεται η επιστροφή στον παλαιάς κοπής απομονωτισμό και στην ψευδαίσθηση ασφάλειας που δημιουργεί το κλειδαμπάρωμα στο εθνικό σπίτι, την ώρα που ο κόσμος έξω καίγεται. Η άνοδος της ακροδεξιάς, του ευρωσκεπτικισμού, της ξενοφοβίας και της επιστροφής στο έθνος-κράτος ρίχνουν βαριά σκιά πάνω στη γηραιά ήπειρο. Απέναντί τους, πολλές κυβερνήσεις, πολιτικές δυνάμεις και συνακόλουθα η ΕΕ δείχνουν αμήχανες και δοκιμάζουν να αντιδράσουν με τα εργαλεία της γραφειοκρατίας και της παλιάς ρητορικής. Μόνο που δεν είμαστε στο 1950, αλλά κοντά εβδομήντα χρόνια μετά και ένα νέο αφήγημα είναι αναγκαίο.

Ο θαυμαστός γενναίος κόσμος δεν μπορεί να γίνει κατανοητός και ως συνέπεια οι πολιτικές ελίτ δεν ξέρουν πώς να συνδιαλεχθούν μαζί του και να αντιμετωπίσουν τα δεινά που θα επιφέρει η τελική επικράτησή του. Η σκέψη αυτή μου ήρθε παρατηρώντας έναν ηλιοκαμένο και καλοντυμένο κύριο, που είδα σε ένα πρόσφατο ταξίδι στο Στρασβούργο. Κομψότατος, με παπιγιόν και λεπτές κινήσεις, μιλούσε αργά και χαμογελούσε αραιά στη συνομιλήτριά του. Στα μάτια μου ήταν η αποτύπωση αυτής της παλιάς Ευρώπης, για την οποία προσπαθώ να μιλήσω σήμερα: καλοζωισμένος, δίχως σοβαρές έγνοιες, ανήμπορος να συλλάβει τις μύριες αλλαγές γύρω του, αφημένος στην εξαιρετική επίγευση του κρασιού του. Ίσως και με μια αίσθηση ότι «καλά τη βγάλαμε ώς εδώ».

Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, λέξεις και φράσεις όπως «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», «ενοποίηση», «εμβάθυνση», «σκληρός πυρήνας της ΕΕ» ήταν στο καθημερινό πολιτικό λεξιλόγιο. Η αφοσίωση στο ευρωπαϊκό όραμα, ακόμα και στην ιδέα της ομοσπονδιοποίησης, ήταν μέρος της πολιτικής ορθοδοξίας της χώρας μας, αλλά και ενός μεγάλου μέρους της πολιτικής ελίτ στην Ευρώπη. Σήμερα έχουν γίνει σκόνη και καμία νέα ιδέα δεν φαίνεται να την έχει αντικαταστήσει. Η Ελλάδα είναι μια ρημαγμένη χώρα, καταδικασμένη να βιώνει αλλεπάλληλους κύκλους φτώχειας και να ανακαλύπτει νέους πάτους στο βαρέλι. Η Γαλλία βρίσκεται βυθισμένη σε μια εσωστρέφεια και τίποτα δεν μπορεί να της αποσπάσει την προσοχή. Η Βρετανία ετοιμάζεται να πηδήξει από το καράβι. Η Γερμανία πνίγεται στην αντίφαση που προκαλεί η προσπαθεί να τιθασεύσει ηθικά την πολιτική και οικονομική ηγεμονία της. Μοιάζουμε με συγκάτοικους σε ένα σπίτι που ο καθένας βλέπει τη δική του ζωή, χωρίς να πολυνοιάζεται τι συμβαίνει στον παλιό φίλο.

Και τέλος, οι επόμενες γενιές καλούνται να ζήσουν με λιγότερα, με επαχθέστερους όρους και να πληρώσουν τον λογαριασμό για τους προηγούμενους. Όλα αυτά δημιουργούν οργή, ανημποριά, ματαίωση. Εύφορο έδαφος, δηλαδή, για την καλλιέργεια έχθρας, ακρότητας και μισαλλοδοξίας. Όλα γνωστά στην Ευρώπη που ξαναμπαίνει σε μια σκοτεινή περίοδο. Κανείς δεν ξέρει πώς και πότε θα βγει από αυτήν.


8 Μαΐου 2016

Εκλογικά




Όσο πιο πολύ πλησιάζουμε στην ημέρα των εκλογών, τόσο πιο πολύ αναδεικνύεται η ματαιοδοξία και η κενότητα πολλών εκ των υποψηφίων. Ταυτόχρονα, η πολιτική ατζέντα εξαντλείται σε κινήσεις εντυπωσιασμού και χαρακτηρίζεται από απουσία νοήματος. Κι αυτό γιατί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καθιστούν την έκθεση στη δημόσια σφαίρα και την προβολή στο κοινό ευκολότερη. Το ζήτημα είναι ότι πολλοί συγχέουν την εκλογική διαδικασία με πρακτικές και προσεγγίσεις τηλεοπτικού παιχνιδιού ή με σχολικές εκλογές. Κι έτσι βρισκόμαστε ενώπιον των τόσων διαφημιστικών πινακίδων με τα χιλιοειπωμένα κλισέ των συνθημάτων: μαζί, μπροστά, αρχή, ανανέωση, δυναμική. Το μήνυμα όλων αυτών είναι ότι δεν υπάρχει μήνυμα και ότι με κάποιο τρόπο έπρεπε να γεμίσει το κενό στη γιγαντοαφίσα.
Από κοντά και τα άλλα δύο προβλήματα: η επίκληση της ηλικίας ως καθοριστικού παράγοντα και ο λαϊκισμός της μάχης κατά του κατεστημένου. Εξηγούμαι: για το μεν ζήτημα της ηλικίας το νεαρό της ηλικίας προβάλλεται ως αυτόνομος και ικανοποιητικός λόγος για να μας ζητείται η ψήφος. Η βάση του επιχειρήματος υποψιάζομαι ότι είναι οι γλυκανάλατες ανοησίες που γράφαμε στις σχολικές εκθέσεις μας για την ανάγκη αντιπροσώπευσης των νέων, τη δυνατότητά τους να φέρνουν νέες ιδέες και να αμφισβητούν την προηγούμενη γενιά. Όλα αυτά είναι συμπαθητικές ανοησίες, αν ενταχθούν στο πλαίσιο της πολιτικής πραγματικότητάς μας και στον τρόπο καταμερισμού της εξουσίας (και του χρήματος στον τόπο μας).
Για δε το ζήτημα του λαϊκισμού, έχουμε κι εμείς εδώ σε αυτή τη μικρή γωνιά του κόσμου το μερτικό μας από τον ανέξοδο καταγγελτικό λόγο. Το κατεστημένο, όσοι έφαγαν, η ατιμωρησία, τα κυκλώματα και οι μίζες έχουν την τιμητική τους στον πολιτικό λόγο όσων αποτελούν το «ακραίο κέντρο» του πολιτικού μας βίου. Η ειρωνεία ότι σε αρκετές περιπτώσεις, οι ίδιοι οι τιμητές και οι κήνσορες είναι δημιουργήματα του ίδιου του κατεστημένου που καταγγέλλουν... Διευκρινίζω: δεν είμαι αφελής και μια ματιά στην ειδησεογραφία των τελευταίων μηνών είναι αρκετή για να καταλάβει κανείς ότι ο κυπριακός μας στάβλος θα πάρει καιρό για να καθαρίσει – αν ποτέ... Το ζήτημα είναι ότι οι καταγγελίες με αντικείμενα, αλλά χωρίς υποκείμενα δεν σημαίνουν τίποτα. Και ότι η κύρια ισχύς αντιμετώπισης αυτών των φαινομένων δεν είναι πρωταρχικά στη Βουλή, αλλά σε άλλους ελεγκτικούς και εποπτικούς μηχανισμούς.
Συμπερασματικά, με τη συντριπτική πλειοψηφία των νομοθετημάτων να έρχεται από την ΕΕ, την εκπληκτική ανικανότητα νομοθέτησης, όπως φάνηκε στην τελευταία συνεδρία της Βουλής και την ιδιαιτερότητα της πολιτειακής λειτουργίας που ευνοεί την εκτελεστική εξουσία, το να είναι κανείς σήμερα βουλευτής δεν συνεπάγεται τη δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης. Αν κάτι μπορεί να προσφέρει, είναι η διαμόρφωση πολιτικής κουλτούρας, η ανάδειξη ζητημάτων στον κοινωνικό διάλογο και η υπευθυνότητα στη λειτουργία ως θεσμικού αντιβάρου. Προϋπόθεση για όλα αυτά: σοβαρότητα, επιστημοσύνη, ακεραιότητα. Μια ματιά στις λίστες υποψηφίων με κάνει απαισιόδοξο...

10 Απριλίου 2016

(Πολύ) δεξιοί, (κυρίως) αδέξιοι




Η φαρσοκωμωδία που παίχτηκε τις προηγούμενες ημέρες στον ΔΗΣΥ, πέρα από εξόχως διασκεδαστική, ήταν και διδακτική. Μας έμαθε, ή καλύτερα μας επιβεβαίωσε την κυπριακή εκδοχή του να θέτεις κανόνες και μετά να ανατρέπεις το αποτέλεσμά τους, αν αυτό δεν σε βολεύει. Ακόμα κι αν η εσωκομματική διαδικασία μας είναι ξένη ή αδιάφορη, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι αν η εξουσία εξυπηρετείται από μια συγκεκριμένη εκδοχή, δεν θα διστάσει να την επιβάλει. Παραμένει άγνωστο αν οι μέθοδοι τις οποίες μετήλθε η πολιτική ελίτ σε αυτή την περίπτωση ήταν αυτές του φιλότιμου, της πίεσης ή της απειλής. Ενδεχομένως να είναι και αδιάφορο, δεδομένης της κατάληξης. Ωστόσο, το περιεχόμενο του μαθήματος παραμένει αυτό του εκμαυλισμού της συνείδησης και για τον λόγο αυτό πιστεύω πως ό,τι συνέβη τις περασμένες μέρες μας αφορά επειδή ακριβώς προοιωνίζεται έναν τρόπο διακυβέρνησης, όταν έρθει ο καιρός...
Το δεύτερο ζήτημα είναι οι ισχνές αντιδράσεις απέναντι στα γεγονότα. Από τη μια όσοι βρήκαν τη μιλιά τους μετά από τέσσερις ώρες συνεδρίαση, καλώς είπαν όσα είπαν. Αλλά αγνοούν ή υποτιμούν ότι η πολιτική συμμετοχή τους σε αυτές τις διεργασίες νομιμοποιεί την εφαρμογή των ίδιων μεθόδων και σε αυτούς κάποια στιγμή στο μέλλον, όταν δεν θα είναι αρεστοί, χρήσιμοι ή βολικοί στους διοικούντες. Με άλλα λόγια, μπορούν ήδη από τώρα να φανταστούν τους εαυτούς τους ως τα μελλοντικά θύματα μιας αντίστοιχης συμπεριφοράς από ορισμένους ανθρώπους που δεν φαίνεται να έχουν δισταγμούς, φραγμούς ή στοιχειώδεις εσωτερικές αντιστάσεις, που συναντά κανείς σε ανθρώπους.
Απέναντι στην πιο πάνω αντίδραση, η δικαιολογία και οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν από την πολιτική ιεραρχία ήταν ότι οι διαμαρτυρόμενοι είχαν κάθε ευκαιρία να ενστούν ενώπιον των συλλογικών οργάνων, σύμφωνα με τις νενομισμένες διαδικασίες και ότι η παράλειψή τους να το πράξουν απονομιμοποιούσε κάθε μεταγενέστερη κριτική. Είναι η γνωστή θεωρία της δημοκρατίας των τεσσάρων ωρών, στην οποία η ελευθερία του λόγου απόλλυται διά παντός μετά την παρέλευση του χρόνου. Πέρα από την ειρωνεία, η θέση αυτή δεν αντέχει στη βάσανο της κριτικής και της λογικής και αποφεύγει να απαντήσει στην ουσία του ζητήματος.
Το πιο σημαντικό όμως ζήτημα είναι παράπλευρο: γιατί να θέλει σήμερα κάποιος να γίνει βουλευτής; Ή διατυπωμένο από την ανάποδη: γιατί να ψηφίσει κανείς κάποιον για βουλευτή; Αφορμή για τα ερωτήματα αυτά στάθηκε μια ανάρτηση του φίλου Ν.Κ. στο διαδίκτυο, όπου δικαίως ρωτά με τη σειρά του τους υποψηφίους ποια θεωρούν πως είναι τα καταλληλότερα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει κάποιος για να είναι πετυχημένος στην εργασία του βουλευτή, αναφερόμενος σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας, γνώσεις, δεξιότητες, εκπαίδευση και προηγούμενη εμπειρία.
Κι επίσης, πώς η δική τους προσωπικότητα, δεξιότητες, γνώσεις, εκπαίδευση, και προηγούμενη εμπειρία, τους κάνουν κατάλληλους για τη συγκεκριμένη θέση. Επί τούτων ίσως να έχω κι εγώ μερικές σκέψεις, αλλά επιφυλάσσομαι για την άλλη Κυριακή.


3 Απριλίου 2016

Χυδαιότητα και νεοφιλελευθερισμός




Οι πρόσφατες απεργίες και οι δημόσιες αντιδράσεις που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν για ακόμα μία φορά ότι αυτό που ονομάζουμε «δημόσιος διάλογος» ούτε δημόσιος είναι, και κυρίως, ούτε διάλογος. Η χρονική συγκυρία ήρθε γάντι στους κήρυκες του νεοφιλελευθερισμού και του «ορθολογισμού», αφού κατάφεραν να στρέψουν ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας εναντίον ορισμένων επαγγελματικών ομάδων. Δεν είναι η πρώτη φορά – θυμηθείτε στους πρώτους μήνες της εφαρμογής του μνημονίου την αντίστοιχη πρόκληση εσωτερικής αντιπαλότητας στο ίδιο το σώμα της κοινωνίας, που έφθασε στα όρια της καλλιέργειας εχθρότητας απέναντι στους δημόσιους υπαλλήλους. Η επίκληση του ορθολογισμού και της σύνεσης στη μεταμνημονιακή εποχή είναι τα επιχειρήματα που κυκλοφόρησαν ευρέως για να οδηγήσουν τον συλλογισμό στο αμέσως επόμενο βήμα: αυτό της ρύθμισης και απαγόρευσης της απεργίας σε ουσιώδεις υπηρεσίες.

Είναι αλήθεια ότι τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα των εργαζομένων στην Κύπρο (και στην Ευρώπη) υφίστανται μια δραστική μείωση και περιορισμό τα τελευταία χρόνια. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και περιφερειακές απόπειρες αντίδρασης είναι περιορισμένες σε αριθμό και εμβέλεια, με αποτέλεσμα τη συνεχή εκχώρηση παλαιότερων κατακτήσεων. Στο όνομα της ανάπτυξης, της εξόδου από την κρίση, της ευημερίας των αριθμών επιβάλλονται βάναυσες, α λα κούρεμα, λύσεις και μέτρα με εξαιρετικά υψηλό κοινωνικό κόστος – μια ματιά στον ευρωπαϊκό Νότο αρκεί. Η πολιτική του εκσυγχρονισμού και των μεταρρυθμίσεων είναι, βεβαίως, προσχηματική, αφού στο όνομά της εφαρμόζονται σκληρά οικονομικά μέτρα.

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση νιώθει κανείς απελπιστικά μόνος και ανήμπορος, αφού η συλλογική δράση φαίνεται δύσκολο να οργανωθεί και αδύνατο να φέρει αποτελέσματα. Μένει όμως ένα πεδίο το οποίο παραμένει ελεύθερο – κι αυτό είναι οι πεποιθήσεις και ο έσω κόσμος μας. Με άλλα λόγια, οι νομοθέτες και οι κυβερνώντες μπορούν να συνεχίσουν να κάνουν τη δουλειά τους και εν τέλει να τα πάρουν όλα. Τη συνείδησή μας, όμως, όχι. Αυτή θα πρέπει να την εκχωρήσει αυτόβουλα κάποιος, να παραδοθεί, δηλαδή, στη θέση ότι η διαρκής κατάσταση έκτακτης ανάγκης θα δικαιολογεί τη διαδοχική λήψη εξαιρετικών μέτρων που δεν θα επιτρέπουν τις αυθαιρεσίες και τις ετσιθελικές συμπεριφορές επαγγελματικών ομάδων σε βάρος του κοινωνικού συνόλου.

Με αυτού του είδους τον εκσυγχρονιστικό και χυδαίο πατερναλισμό επιστρέφει η συζήτηση στην απαγόρευση της απεργίας σε ουσιώδεις υπηρεσίες. Μπορεί να είναι επουσιώδες απέναντι στο τσουνάμι που έρχεται, αλλά αξίζει να αναφερθεί ότι το έρμο Σύνταγμά μας έχει κάτι να πει επί τούτου στο άρθρο 27: «Το δικαίωμα του απεργείν αναγνωρίζεται και η άσκησις τούτου δύναται να ρυθμισθή υπό του νόμου προς τον σκοπόν μόνον της προστασίας της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της διατηρήσεως των εφοδίων και υπηρεσιών των απαραιτήτων διά την ζωήν του λαού ή της προστασίας των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις οιονδήποτε πρόσωπον δικαιωμάτων και ελευθεριών». Συνεπώς, το δικαίωμα στην απεργία δεν δύναται να απαγορευθεί, αλλά μόνο να ρυθμιστεί. Και μάλιστα μόνο με συσταλτικά ερμηνευόμενους περιορισμούς, κι όχι προς επιδίωξη συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής. Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε, για όσους έχουν πειστεί από την αντανάκλασή τους στον καθρέφτη...
Η διάχυση της οικονομικής πειθαρχίας παράγει διαδοχικές συνέπειες, αφού στην απαγόρευση των απεργιών θα πρέπει να προσμετρήσουμε το ποσοστό της ανεργίας, την απόσυρση μιας ολόκληρης γενιάς στα προγράμματα της ΑνΑΔ, το ψαλίδισμα των παροχών στον τομέα της υγείας, την υπονόμευση της δημόσιας υπηρεσίας, την ιδιωτικοποίηση προσοδοφόρων δημοσίων οργανισμών, την εξύμνηση της αποδοτικότητας του ιδιωτικού τομέα μέσω της εξαθλίωσης των άνευ ωραρίων εργαζομένων σε αυτόν και της αχρήστευσης της εργατικής νομοθεσίας. Όλα αυτά δεν είναι τυχαία, ούτε οφείλονται στο κακό το ριζικό μας. Αντίθετα, είναι αποτέλεσμα συνειδητών πολιτικών επιλογών.

Δεν βρίσκω καλύτερη κατακλείδα σε ένα τέτοιο κείμενο από ένα ποίημα του Μπρεχτ:

«Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι
Κηρύχνουν τη λιτότητα
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα
Ζητάνε θυσίες
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
Για τις μεγάλες εποχές που θα ’ρθουν»




27 Μαρτίου 2016

Υπνοβάτες



Το προσφυγικό ήρθε και έφυγε από την καθημερινή ειδησεογραφία σαν κομήτης. Η ένταση των προηγούμενων ημερών, με τις αλλεπάλληλες ενημερώσεις και updates, έχει υποχωρήσει. Η αίσθηση που υπάρχει είναι ότι το ζήτημα έχει κλείσει πια και ότι ο ποικιλώνυμος κίνδυνος έχει αποσοβηθεί. Η συμφωνία της ΕΕ με την Τουρκία αν και προβληματική σε διάφορα επίπεδα, εντούτοις παρουσιάστηκε ως μια ρεαλιστική απάντηση απέναντι στις δυσμενείς περιστάσεις της πραγματικότητας. Το ζήτημα αντιμετωπίστηκε με διλημματικού χαρακτήρα δημόσιο λόγο και η τελική έκβαση, με τη συμφωνία ανάμεσα στα μέρη, πήρε διαστάσεις λυτρωμού.
Δεν χωρά αμφιβολία ότι οι τρέχουσες περιστάσεις συνιστούν μια εξαιρετικού χαρακτήρα κρίση – για τη Συρία, τα γειτονικά της κράτη, την Ευρώπη. Αλλά κυρίως για τους ανθρώπους που αναζητούν με τη μαζική τους έξοδο τη σωτηρία σε χώρες με σταθερότητα, ειρήνη και ευημερία. Η ευρωπαϊκή αντίδραση δεν τιμά τις πολιτικές ηγεσίες μας, αφού αντί της συνολικής πολιτικής αντιμετώπισης επέλεξε απλώς να πετάξει ένα σκασμό λεφτά και να αναθέσει τη βρώμικη δουλειά σε ένα τρίτο. Με άλλα λόγια, η χρηματοδότηση της Τουρκίας, με το βεβαρυμένο μητρώο παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αντικειμενικά ανήμπορης να διαχειριστεί διοικητικά τη ροή προσφύγων, αποτελεί μια ομολογία αδυναμίας και απροθυμίας της ΕΕ να ανταποκριθεί στα πολιτικά και ηθικά της θεμέλια.
Στην ουσία, η Τουρκία μετατρέπεται σε μια χωματερή ανθρώπων και η ΕΕ (πιστεύει ότι) διατηρεί τις συνθήκες ασφάλειας, τάξης και ευημερίας στο εσωτερικό της. Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι ότι η άνοδος των εθνικισμών, η παρατεταμένη οικονομική κρίση και η ευκολία αποδέσμευσης από νομικούς κανόνες μας μετατρέπουν σε υπνοβάτες που βαδίζουν κατευθείαν στον κίνδυνο. Κι αυτό γιατί η συμφωνία συνομολογήθηκε με βάση την αναγκαιότητα, παραγνωρίζοντας τους κανόνες του προσφυγικού δικαίου και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τι άλλο να σκεφτεί κανείς βλέποντας τον κανόνα του έναν προς έναν να καταγράφεται σε ένα τέτοιο κείμενο; Απέναντι στον «πολιτικό ρεαλισμό» της συμφωνίας, ας αντιτάξουμε μία προβλεψη: ότι αυτή θα χρειαστεί σοβαρή αναθεώρηση εντός του 2016, αφού οι συμβαλλόμενοι αδυνατούν να ανταποκριθούν σε όσα αναφέρονται σε αυτήν. Οι προβλεπόμενοι αριθμοί είναι εξαιρετικά χαμηλοί και η ικανότητα των κύριων εμπλεκόμενων κρατών, Ελλάδας και Τουρκίας, να υλοποιήσουν τις υποχρεώσεις κρίνεται ανεπαρκής. Μπορεί με τη συμφωνία η ΕΕ να επέλεξε να αγνοήσει την πραγματικότητα, αλλά ας είμαστε βέβαιοι ότι η πραγματικότητα δεν θα την αγνοήσει επ’ ουδενί.
Παράπλευρο ζήτημα σε όλα αυτά ήταν το Κυπριακό και το ζήτημα του ανοίγματος των κεφαλαίων. Η εκτίμηση μου ήταν ότι δεν υπήρξε σοβαρή ή έστω συνεπής πίεση προς την πλευρά μας για την άρση του βέτο. Η αίσθηση ευφορίας που επακολούθησε και η ανάλυση που θέλει την Τουρκία να βρίσκει το Κυπριακό μπροστά της στην ενταξιακή πορεία της δεν δικαιολογείται. Η προσωπική αίσθηση μου είναι ότι το ζήτημα δεν έκλεισε οριστικά και ότι η μελλοντική αναθεώρηση της συμφωνίας θα  δημιουργήσει πραγματικά ασφυκτικότερους όρους για την πλευρά μας. Από την άλλη, δεν πιστεύω ότι η Τουρκία θέτει αυτή τη στιγμή ψηλά στην πολιτική της ατζέντα την ενταξιακή πορεία της, αλλά ούτε και οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι έτοιμες να ακούσουν για την επανεκκίνηση της. Η εκτίμηση αυτή εξηγεί τον ψηλό πήχη των απαιτήσεων της και την ταχύτητα αποδοχής της ευρωπαϊκής αντιπρότασης. Ας μην έχουμε αμφιβολία και για το εξής: ότι η Τουρκία θα προβάλει στο μέλλον τις απαιτήσεις της με τον ίδιο τρόπο όπως έπραξε και σε αυτή την περίσταση και ότι ένα ενδεχόμενο μιας ειδικής σχέσης ΕΕ-Βρετανίας θα καταστήσει το σενάριο μιας αντίστοιχης σχέσης πιο επιθυμητό και, σίγουρα πιο εφικτό για όλους. Στο ενδεχόμενο αυτό, η διασύνδεση Κυπριακού – ενταξιακής πορείας θα αποτελέσει μια ενδιαφέρουσα υποσημείωση σε συγγράμματα διεθνών σχέσεων και η «ομαλοποίηση» των σχέσεων μας μαζί της την απόλυτη δικαίωση κάθε διχοτομικού.

20 Μαρτίου 2016

Τρόμος




Διαπίστωση: η σύνθεση της απερχόμενης Βουλής είναι μία από τις χειρότερες που έχει να επιδείξει η κοινοβουλευτική ιστορία του δύσμοιρου τόπου μας. Σεξισμός, νταηλίκι, αρχοντοχωριατισμός, αμάθεια και ημιμάθεια, ομοφοβία, ανοησία, επιδεικτική αγνόηση του νόμου και άλλα καλά χαρακτήρισαν την τρέχουσα περίοδο. Για όσους είχαν την ατυχία να παρακολουθήσουν τις εργασίες των κοινοβουλευτικών επιτροπών, το θέαμα του κυλικειάρχη που σερβίρει με προσοχή τα «νέσκαφε, μισό-μισό, με λίον ζάχαρι» και εναποθέτει τα παξιμάδια, ευλαβικά τυλιγμένα σε ημιδιαφανείς χαρτοπετσέτες, δεν είναι ξένο.

Η λειτουργία της Βουλής υπό τη μορφή καφενείου επαρχιακής κωμόπολης, όπου παρεμπιπτόντως ψηφίζονται και μερικές νομοθεσίες, αποτελεί την καταβαράθρωση των στοιχειωδών προσδοκιών και απαιτήσεων που θα αναμένονταν από τη νομοθετική εξουσία μιας χώρας. Ως πολίτη και ως νομικό, με ντροπιάζει. Κι ας μην ξεχνάμε: το γκροτέσκο θέαμα της καθημερινής λειτουργίας της αντικατοπτρίζει και την πιο κρίσιμη στιγμή των ψηφοφοριών στην περίοδο μετά το κούρεμα.

Οι εκλογές δεν προβλέπεται να αλλάξουν αυτή τη βαθιά εμπεδωμένη λειτουργία. Το πολιτικό σύστημα έχει βρει τον τρόπο να παράγει νέα στελέχη, που με τη σειρά τους αναπαράγουν συμπεριφορές και στάσεις. Υποψιάζομαι ότι σε αυτά αποτυπώνεται ένα, μάλλον πλειοψηφικό, μέρος του εκλογικού σώματος: εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω.

            Ένας επιπλέον λόγος που η μελαγχολική εικόνα δεν φαίνεται να μπορεί να αλλάξει είναι και τα πρώτα δείγματα της πολιτικής εκστρατείας. Το περιεχόμενο των οπτικογραφημένων μηνυμάτων τους προδίδουν ανθρώπους που μάλλον έχουν μπερδέψει τις πολιτειακές εκλογές με την εκλογή προέδρου στη Β΄ Γυμνασίου. Συχνά πρόκειται για προϊόντα του κομματικού σωλήνα που διδάχθηκαν τη μαγική ικανότητα να μιλούν χωρίς να λένε τίποτα και που δείχνουν να πιστεύουν ότι όλοι εμείς περίπου τους χρωστάμε την πολιτική είσοδο στη Βουλή και την κοινωνική άνοδο γενικά. Είναι η γενιά Υ, που τη μεγάλωσαν λέγοντάς της ότι μπορεί να γίνει ό,τι θέλει, αρκεί να το θελήσει. Στην πραγματικότητα, θα πρέπει να καταλογίσουμε στους γονείς και το περιβάλλον τους όλον αυτόν τον ναρκισσισμό και τη χορωδία της χιπστερικής κενότητας που ξεχύνεται από τις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή μας.

Από δίπλα έρχονται τα κλισεδάκια και τα σιγουράκια: ανανέωση, αλλαγή, ανατροπή, κατεστημένο, ανανέωση, νέα φωνή, ξεκίνημα, τέλος και λοιπά – οι υποψήφιοι δεν χάνουν ευκαιρία να ξεσκονίσουν τις πιο προβλέψιμες και αναμενόμενες ατάκες. Η αλλαγή μοιάζει με ένα σταθερό ραντεβού στην εκλογική ιστορία του τόπου, στο οποίο όμως πάντα κάποιος δεν προσέρχεται στην ώρα του: άλλοτε είναι ο υποψήφιος, άλλοτε η συγκυρία, άλλοτε ο ψηφοφόρος. Κι έτσι, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση υποκείμεθα, ως ψηφοφόροι, στον ίδιο βασανισμό του ακουστικού μας πόρου.

Ποιο είναι το πρόβλημα, λοιπόν, της μικρής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας μας; Ας αποφύγω τα κλισέ: δεν φταίει η παιδεία, η σιωπή των ανθρώπων του πνεύματος και η απόσυρση των αξιότερων. Επίσης, δεν θα ήθελα να παραλείψω να αναφέρω ότι δεν φταίνε οι θεσμοί, οι μηχανισμοί και οι διαδικασίες. Φταίνε οι άνθρωποι, η συστέγαση οικονομικών συμφερόντων και πολιτικού προσωπικού, η προθυμία ανταπόκρισης στην κλήση των ιδιοκτητών των ΜΜΕ, ο μέσος ηλίθιος συμπολίτης που στέλνει στη Βουλή τον όμοιό του, η υποκατάσταση της δημοκρατικής διαδικασίας από την κομματική επετηρίδα. Φταίνε και άλλα, αλλά αυτό που έχει περισσότερη σημασία τώρα είναι η προσφυής κατακλείδα του Kurt Vonnegut: «Ο πραγματικός τρόμος είναι να ξυπνήσεις ένα πρωί και να ανακαλύψεις ότι οι συμμαθητές σου από το Γυμνάσιο κυβερνάνε τη χώρα».






6 Μαρτίου 2016

Όπως τα βλέπω




Ακουμπάω στον τοίχο και ρουφάω λίγο από το ginn tonic. Η μουσική είναι ωραία, ο κόσμος τόσο-όσο. Είναι Παρασκευή βράδυ, λίγο πριν τα μεσάνυχτα και όσοι εργάστηκαν κι αυτή τη βδομάδα δεδικαίωνται. «Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;» Είναι από αυτές τις στιγμές που όλες οι απαντήσεις συνωστίζονται στην έξοδο και εσύ πρέπει να διαλέξεις μία. Αλλά είσαι λίγο ψείρης, προσπαθείς να είσαι δίκαιος, δεν θες να λες βλακείες - αναπόφευκτα διστάζεις. Κι έτσι πρέπει να διαλέξεις. Όλο αυτά σε 1-2 δευτερόλεπτα κι αφού παραμερίσεις ό,τι σε (συ)σκοτίζει. Οι αόριστες ερωτήσεις επιδέχονται αντίστοιχες απαντήσεις. Όπως κι αν το πάρεις θα είσαι μέσα – ή τελείως εκτός θέματος. Υποψιάζομαι ότι η ερώτηση πάει για το Κυπριακό. Ίσως και για την τρέχουσα επικαιρότητα. Κοντοστέκομαι για να ανασυντάξω όσα θέλω να πω. Συνειδητοποιώ ότι μες στη ροή των ημερών δεν είχα καιρό για να δω τριγύρω. Θα ήθελα να αφήσω αισιόδοξα ρήματα στον αέρα, αλλά κάτι με μαγκώνει. Τελικά, αποφασίζω: «Θα ‘θελα να τελειώναμε, επιτέλους. Να μπορέσουμε, επιτέλους, να κουβεντιάσουμε και για κάτι άλλο». Διαλέγω, λοιπόν, λευτεριά και απελευθέρωση για τα μυαλά μας. Με το κλείσιμο αυτής της παρατραβηγμένης και κακόγουστης ιστορίας που ονομάζεται Κυπριακό, να έρθει και αυτή η αλλαγή. Για να σταματήσουμε να μιλάμε με τις ίδιες 200 λέξεις που συγκροτούν το καθημερινό δελτίο ειδήσεων. Λευτεριά από τους ειδήμονες και μη, τις εξωτερικές και εσωτερικές πτυχές, τη βιώσιμη και λειτουργική λύση, τον ΟΗΕ και όλους τους παρατρεχάμενους που έρχονται εδώ για να θαυμάσουν από κοντά τους περίεργους ιθαγενείς, τα παραδείσια πουλιά και την εξωτική τους άρνηση να ρίξουν μια ματιά στη γεωγραφία. Για να μπορέσουμε να ασχοληθούμε και με άλλα πράγματα, επιτέλους. Η μόνη αμφιβολία που έχω είναι αν το κλείσιμο, με οποιοδήποτε τρόπο, θα έχει αυτή τη συνέπεια. Μια λύση, ναι. Αλλά το ενδεχόμενο η παρούσα διαδικασία να κλείσει με αποτυχία και να ανοίξει τον δρόμο για την επισημοποίηση της χωριστής ύπαρξης, ίσως να μην έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Και αντιθέτως, να βρεθούμε απέναντι σε μια όξυνση της σημερινής κατάστασης, με στροφή σε πιο σκληρές και νομιμοποιημένες στη συνείδηση του κόσμο ακραίες μορφές πολιτικής έκφρασης. Ιδανικές συνθήκες, δηλαδή, για να πάμε μια και καλή στα σπίτια μας, όσοι πιστέψαμε στη λύση και στη ρήξη με το παρελθόν και να ασχοληθούμε με τον μικρόκοσμό μας. Προς το παρόν, είναι περασμένα μεσάνυχτα και το ποτό μου τελείωσε, μαζί τις απαντήσεις.