14 Ιουλίου 2013

Είμαστε ακόμη ζωντανοί(;)



Είμαστε η γενιά των 30-something. Λίγο πάνω, λίγο κάτω, κανείς δεν μετράει τους αριθμούς - ακόμα. Γεννηθήκαμε λίγο μετά την εισβολή και για τον λόγο αυτό προτιμώ να μας συλλογίζομαι ως μια γενιά που ο ερχομός της σε αυτόν τον τόπο έκρυβε ένα μήνυμα αισιοδοξίας. Πως μέσα στην ήττα και την απώλεια, υπήρχε και ο σπόρος της νέας ζωής. Εκείνη η μυστηριώδης δύναμη που παρακινεί τους ανθρώπους από τον καιρό της ύπαρξής τους να σηκώνονται και να προχωρούν μετά από κάθε κακό.

Αυτή η γενιά μεγάλωσε μέσα σ’ έναν καταιγισμό εικόνων και διηγήσεων που αναφέρονταν σε μια εποχή και σε τόπους που δεν την αφορούσαν, υπό την έννοια ότι η καθημερινότητα ήταν σε εκκωφαντική αντίστιξη με όσα προσλάμβανε ως προφορική παράδοση των προηγούμενων. Μάθαμε να κολυμπάμε στα απόνερα του ναυαγίου ενός πλοίου με το οποίο δεν ταξιδέψαμε ποτέ. Αναπόφευκτα, συνειδητοποιώ ότι είμαστε μια γενιά που εξαναγκάστηκε στη μελαγχολία, βαφτίστηκε στον πόνο και κλήθηκε να συμμετάσχει στο μοιρολόι για κάτι που δεν είχε, και συνακόλουθα δεν έχασε ποτέ. Μια καταναγκαστικής φύσεως λύπη μας κατατρέχει από τότε. Σήμερα, είμαστε νόμιμοι κληρονόμοι της ιδιότητας του πρόσφυγα. Αστεία πράματα, αν με ρωτάτε.

Πλέον, νιώθω, και το επιβεβαιώνω και από άλλους γύρω μου, τον εκφυλισμό να έχει φθάσει σε προχωρημένα στάδια. Οι πάσης φύσεως επετειακές εκδηλώσεις και αναφορές προκαλούν θυμηδία και βαρεμάρα. Τα διάφορα «ψευδό» που προστέθηκαν, με μια υφή υπεροψίας και ανταπόδοσης στους απέναντι, έχουν χάσει το νόημά τους και συναιρέθηκαν σε αλλότριες πραγματικότητες.

Η ψυχολογία πολιορκίας και μειονεξίας μάς καλλιεργήθηκε από το σχολείο. Η μικρή Κύπρος, ως αντικείμενο επιβουλής των ξένων, ως στόχος των σκοτεινών σχεδίων ακατονόμαστων κέντρων και αποπαίδι της ειμαρμένης, που τα κατάφερε να ορθοποδήσει – κανείς δεν θέλει να θυμάται πώς. Κι ύστερα, αγώνες κι επιστροφή κι αντικατοχικές και “τα σύνορά μας είναι στην Κερύνεια” κι “η καρδιά κι αν σπάσει”, λόγια ωραία, θούριοι για εφηβικά μυαλά, πετροπόλεμοι ενάντια σε έναν αόρατο εχθρό, δονκιχωτικές εξεγέρσεις. Μα ο ξένος πόνος, πάντα εκεί να σε αναμένει φορτικά στο σπίτι.

Κάποιοι λοξοδρόμησαν, ίσως όχι από συνειδητή επιλογή, τουλάχιστον αρχικά. Μα ήταν που βρέθηκαν στη στράτα μας νέοι άνθρωποι, κάτι τυχαία βιβλία και γιατί η Αμφισβήτηση γύρεψε να αναιρέσει όσα μας προίκισαν οι Μοίρες. Οι ακράδαντες αλήθειες μας ράγισαν, κάποιες από αυτές μάλιστα γκρεμίστηκαν με τρόπο που αποδείκνυε τη σαθρότητα και τη γελοιότητά τους, αφήνοντας ένα αίσθημα κοροϊδίας να πλανιέται στην ατμόσφαιρα.

Από αυτόν το βούρκο θελήσαμε να εξέλθουμε. Στ’ αλήθεια, ποθήσαμε να διαρρήξουμε τους στενούς ουρανούς της πατρίδας μας. Τα ταξίδια, οι άλλοι άνθρωποι, η ομορφιά που μας φανερώθηκε, μετουσιώθηκε χρόνου προϊόντος, θεού βοηθούντος σε βλέμμα αγάπης και ανάγκη γυρισμού. Η ώρα της ανταπόδοσης έρχεται κάποια στιγμή κι όσο προχωρώ μέσα στον καιρό έχω περισσότερο την ανάγκη για μια χειρονομία χρέους κι αγάπης προς τον τόπο αυτό. Όχι για τα συννεφιασμένα χρόνια που μας χάρισε, αλλά για τις όμορφες μέρες που μας έκανε να προσδοκούμε. Μόνο που όσο περνάει ο καιρός, μας χαρίζεται απλόχερα ο κυνισμός, η μετριότητα, η δυσανεξία στην αλλαγή. Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό αναρωτιέμαι πόσοι από εμάς θα κρατηθούν όρθιοι, με το όνειρό τους αναμμένο. Μάνα, κράτα την τελευταία σου προσευχή για μενα...

Ο Νικόλας Κυριάκου: σαράντα χρόνια στο κουπί, πενήντα στο καρτέρι.


Δεν υπάρχουν σχόλια: