23 Αυγούστου 2015

Νομικές αλήθειες, πατριωτικά ψέματα




Μία από τις πιο προσφιλείς μεθόδους επιχειρηματολογίας όσων αρέσκονται να βρίσκουν τα προβλήματα και τις αδυναμίες των πιθανών τρόπων επίλυσης του Κυπριακού είναι η επίκληση του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου, των αρχών και των αξιών τους. Οι πιο μπασμένοι παραθέτουν αυτολεξεί τα άρθρα από τις σχετικές (ή μη) διεθνείς συμβάσεις, αποσπάσματα από δικαστικές αποφάσεις κι ίσως ακόμα και να παραπέμπουν σε κάποιο σύγγραμμα διεθνούς δικαίου. Με τη μέθοδο αυτή γίνεται απόπειρα να ενδυθεί με επιστημονική ορθότητα και αντικειμενικότητα και να τεκμηριωθεί μια ήδη υφιστάμενη πολιτική θέση.

Το πρόβλημα με αυτού του είδους την επιχειρηματολογία έχει να κάνει τόσο με την ουσία της θέσης που προβάλλει, όσο και με τη θεωρητική θεμελίωσή της. Ας πάρουμε το θέμα ουσίας με το παράδειγμα των θέσεων που απορρίπτουν τη νομική ορθότητα της απόδοσης της ιδιότητας του χρήστη ιδιοκτησίας σε έναν έποικο. Σε αδρές γραμμές, η θεμελίωση του συλλογισμού αναφέρει ότι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία είναι απαράγραπτο και κατοχυρώνεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ότι ο εποικισμός είναι διεθνές έγκλημα και ότι οι έποικοι κατατάσσονται στο ακροδεξιό σημείο του πολιτικού πλέγματος, μαζί με τους Γκρίζους Λύκους και άλλα καλόπαιδα.

Όλα αυτά έχουν μια δόση νομικής αλήθειας, αλλά παραμένουν επιφανειακού επιπέδου συλλογισμοί, οι οποίοι φιλοδοξούν να αποκαλύψουν την εξόφθαλμη αντινομία των ρυθμίσεων της επίλυσης του Κυπριακού. Αυτό που δεν προστίθεται στους συλλογισμούς είναι το σύνολο της νομολογιακής ερμηνείας του εν λόγω άρθρου στο πλαίσιο της κυπριακής σύγκρουσης, καθώς και άλλων παρεμφερών συγκρούσεων. Επίσης, διακινείται με αφάνταστη αφέλεια ή και σκοπιμότητα ο μύθος του ιερού και απαράγραπτου δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Πάρτε ένα οποιοδήποτε σύγχρονο σύνταγμα αστικής δημοκρατίας, περιλαμβανομένης και της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και μια διεθνή σύμβαση και θα δείτε το πλήρες πλαίσιο εξαιρέσεων και περιορισμών στην απόλαυση του δικαιώματος. Όπερ, καμία ιερότητα και κανένας απαράγραπτος χαρακτήρας.

Όσο για το έγκλημα του εποικισμού, η ποινική ευθύνη που το συνοδεύει αφορά τους σχεδιαστές, ενορχηστρωτές και κύριους εκτελεστές της εποικιστικής πολιτικής. Τα ίδια τα άτομα που χαρακτηρίζονται ως έποικοι δεν έχουν ποινική ευθύνη, κατά το διεθνές δίκαιο, και θα ήταν καθαρή τρέλα να τους βάφτιζε κανείς εγκληματίες. Περαιτέρω, ο αντι-εποικιστικός λόγος αποτυγχάνει να ορίσει τον όρο «έποικος». Τι θα γίνει με τις περιπτώσεις ατόμων με δεκαετίες διαμονής στο νησί, με τους μικτούς γάμους, με τα παιδιά και τα εγγόνια των εποίκων; Εμπίπτουν και αυτά στον ορισμό του εποίκου, και στη βάση ποιου κριτηρίου θα αποφασιστεί κάτι τέτοιο;

Όσον αφορά το ζήτημα που θέλει τους εποίκους να είναι ακραιφνείς Τούρκοι εθνικιστές, που πίνουν νερό μέσα από τα κρανία των εχθρών τους, είναι ογκώδης η άγνοια όσων πιστεύουν κάτι τέτοιο. Η πολιτική, ανθρωπολογική και κοινωνιολογική ανάλυση του πληθυσμού των εποίκων δείχνει ότι αυτοί έχουν διαφορετικές εθνοτικές, θρησκευτικές ή πολιτιστικές ρίζες. Αρκεί μόνο να σκεφτεί κανείς ότι απαντώνται Κούρδοι, Τούρκοι από τη Βουλγαρία, Αλεβίτες, Μαυροθαλασσίτες και πάει λέγοντας. Όσο για τις πολιτικές τους απόψεις, παραμένει απορίας άξιον πώς προοδευτικοί Τ/Κ πολιτικοί λαμβάνουν συντριπτικά ποσοστά σε εκλογικά κέντρα με έποικους ψηφοφόρους ή γιατί τα ακροδεξιά μορφώματα παραμένουν καθηλωμένα στον τ/κ πολιτικό χάρτη.

Ποιο είναι, λοιπόν, το πρόβλημα με αυτού του είδους τις θέσεις; Θα έλεγα ότι υπάρχουν δύο όψεις: από τη μια όταν επικαλείσαι την επιστημονική αντικειμενικότητα και τη νομική ορθότητα για να τεκμηριώσεις τη θέση σου, τότε αυτή η στάση είναι ηθικά ανεπαρκής και υποκριτική. Το προπέτασμα της επιστημοσύνης χρησιμοποιείται για να καλυφθεί η ήδη διαμορφωμένη πολιτική θέση και όζει ελιτισμού.

Από την άλλη πλευρά, αν προσδίδεις πολιτική διάσταση στην επιστημονική σου στάση, τότε πολύ απλά είσαι ανέντιμος πνευματικά, απέναντι στην επιστήμη που υπηρετείς, αφού τη χρησιμοποιείς εργαλειακά και κατά το βολικόν. Αυτά αποτελούν συστατικά στοιχεία μιας δημοφιλούς προσέγγισης στην εγχώρια λαϊκιστική ακροδεξιά. Είναι η ίδια που πιστεύει ότι φταίνε όλοι οι άλλοι κι ότι η ελληνοκυπριακή κοινότητα θα εξαπατηθεί και θα προδοθεί. Αυτό συνδυάζεται και με τη μικρόνοα στάση που θέλει την Κύπρο τον αδύνατο, που απλώς περιφέρει το δίκιο του για να ζητήσει την αποκατάσταση.

Ωστόσο αυτή δεν είναι παρά μια στρατηγική περηφανούς ήττας, που επιτρέπει την αναπαραγωγή των ένδοξων πτώσεων και προκαλεί ονειρώξεις αντίστασης. Στο σύνολό της, η στάση αυτή περιέχει επικίνδυνες πολιτικές και νομικές συμβουλές κι αποκαλύπτει την αδυναμία του «πατριωτικού», «απορριπτικού» ή όπως αλλιώς ονομάζεται, μετώπου να αρθρώσει πειστικό και θετικό λόγο προοπτικής επίλυσης του προβλήματος.

Καταληκτική κουβέντα: μπορείς να διδάξεις ακόμα και έναν παπαγάλο να επαναλαμβάνει άρθρα και αποσπάσματα διεθνούς δικαίου. Χρειάζεσαι όμως νοήμονες και σώφρονες ανθρώπους για να βρεις μια δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: