10 Ιουλίου 2011

Ταξίδια του καλοκαιριού



Είναι ένα κάλεσμα που απευθύνεται σε εμάς τους μεσογειακούς, που ανατραφήκαμε με φως. Το ακούς σε μια κρυφή συχνότητα, το σώμα σου το πιάνει και στήνει τους κιρκαδιακούς του κύκλους. Απρόσμενα και απροσδόκητα σε δονεί και σε καταλαμβάνει. Το νιώσανε κι άλλοι. Δεν μου το ‘παν. Μα το βλέπω στα σώματά τους. Στις στιγμές που οι ματιές τους φέρνουν γύρω το ψηλό ταβάνι της βιβλιοθήκης και μετά ακινητοποιούνται. Το κάνω κι εγώ – είμαι βέβαιος. Πιάνω το μακρινό βουητό και ταξιδεύω μέσα του για ώρες ή για κάτι που φαίνεται ως μια ακατάληπτη διάσταση. Μαζί με τα σχέδια του καλοκαιριού και την προσμονή να βυθιστείς στην παχιά άμμο ή σε ένα καινούργιο βυθό, έρχονται και τα εσωτερικά ταξίδια. Οι διαρκείς γυρισμοί. Στις πέτρες, στις σκιές και στους ανθρώπους. Μπάνιο με λάστιχο στην αυλή. Καρπούζια-ζάχαρη και ένα ποτήρι τσίπουρο. Μετά το αγαπημενο χέρι που σε βάζει σε ένα δροσερό κρεβάτι, όνειρα ονειρώξεων και η κρυφή ανάσα του σπιτιού. Οι γνώριμοι ήχοι του. Οι φωνές που ξέρεις, σε τραβούν απ΄ τον ύπνο σαν να ξαναγεννιέσαι ξανά. Σημάδια στα πόδια – παλιές πληγές. Ψιθυρισμένα λόγια, με λέξεις βουλήσεως σημαντικές, τρακάρουν πάνω σε απόλυτες αρνήσεις. Ένας πόνος που καταχωρίστηκε ακριβά, μια αρρυθμία που συμβαίνει πάντα στον ίδιο τόνο. Αλμύρα και κρύο νερό. Κάτι ζωντανό κρύβεται μέσα σου – κι ας το κοιμίζεις κι ας το αγνοείς στους παρατεταμένους χειμώνες. Αναδύεται και διαμαρτύρεται, επιμένει να σε σπρώχνει άλλου. Οι αισθήσεις διαστέλλονται, καθώς νιώθεις πως μυρίζεσαι και γεύεσαι με ό,τι έχεις, καθώς δίνεσαι σε νέα σώματα και ανακαλύπτεις νέες λαγόνες, καθώς σε σκεπάζουν ανάκατες οι υγρασίες της νύχτας κι οι εκκρίσεις ενός κορμιού. Σε κάποιο μπαλκόνι στέκεται ο παλιός εαυτός σου. Φτιαγμένος από ένα ατόφιο υλικό, που λες πια πως πάει, φυραίνει. Πιάνεις τους νεόφερτους κυνισμούς σου, την αδιαφορία και το διεπεραιωτικό σου πνεύμα να αντικαθιστούν τον αργό χρόνο, τους τελειωμένους καφέδες, το ρεύμα από τα κατεβασμένα στόρια. Καιρός για ξαναμέτρημα, καιρός για άφεμα. Έξω, στρατιές από τζιτζίκια στήνουν χορωδίες για το μέστωμα των καρπών, για τις σάρκες που ωριμάζουν, για όσα έρχονται στην ώρα τους. Είναι το παλιό τραγούδι της γης, αυτό που μαεστρικά φτιάχτηκε μέσα στα χρόνια, που κάνει τα πλάσματα να ξέρουν. Το ρυθμικό γύρισμα ενός ανεμιστήρα νανουρίζει τις αισθήσεις, χώνεσαι πιο βαθιά στο ενδιάμεσο ύπνου και συνειδητότητας, σ’ ένα χώρο ελευθερίας. Μαζί τα κύματα σου παραδίδουν κάτι μικρό από ένα μακρινό και απέραντο ωκεανό, από κάτι που άφησες, από κάτι που θα έρθει. Τα αστέρια, λένε, θα φτιάξουν συζυγίες ευνοϊκές. Μακάρι. Προς το παρόν, επιστρέφω στα βιβλία μου. 

3 Ιουλίου 2011

Μετα-αποικιακό αφήγημα και ευρωσκεπτικισμός




Το μετα-αποικιακό αφήγημα της μικρής Κύπρου, την οποία εποφθαλμιούν για χίλιους-δυο λόγους οι ξένοι και απεργάζονται την καταστροφή της, το εγκολπώθηκαν, από διαφορετικά αφετηριακά σημεία, τόσο η εντόπια αφιονισμένη Αριστερά όσο και η συντηρητική, εθνικιστική Δεξιά. Το περιεχόμενο του αφηγήματος αυτού αναπτύχθηκε από τους πρωταγωνιστές της εποχής και τον πολιτικό τους περίγυρο. Η ανάδειξη του Μακαρίου ως απόλυτου και αδιαμφισβήτητου ηγέτη, καθώς και η βαριά σκιά της κληρονομιάς του μέχρι σήμερα, είναι τυπικά χαρακτηριστικά ενός πολιτικού σκηνικού που κατατάσσεται στην κατηγορία των τριτοκοσμικών χωρών. Η κυρίαρχη ρητορική, στην οποία εμβαπτίστηκε ο τοπικός πληθυσμός, διαπότισε αναπόδραστα την προσέγγιση και την ανάλυσή του, μεταλλάσσοντας τα ψήγματα πεποίθησης σε όγκους δοξασιών. Το δημοψήφισμα του 2004 θα πρέπει να διέλυσε την ελπίδα, ακόμα και στον πιο αισιόδοξο, ότι το ειδικό βάρος αυτής της ρητορικής είναι αναστρέψιμο. 

Αβίαστα συνάγεται από τις πιο πάνω σκέψεις ότι οι περιοδικές εκλογικές αναμετρήσεις, πρωτίστως οι προεδρικές εκλογές και δευτερευόντως οι βουλευτικές, συντηρούν τη σκοτεινότερη διάσταση της φρεναπάτης, που για χρόνια τώρα προβάλλεται ως πραγματικότητα. Η πρόβλεψη που θα αποτολμηθεί εδώ είναι ότι το τέλος αυτής της διαδρομής προς την άβυσσο δεν θα έρθει απότομα και σκληρά. Η σήψη είναι αργή και σταδιακή, χωρίς μεγάλες αλλαγές και απρόσμενες μεταστροφές. Σε ορίζοντα μιας γενιάς, ο εκφυλισμός θα είναι ορατός και αυταπόδεικτος μόνο για τον ιστορικό ερευνητή που θα κατέχει το προνόμιο της χρονικής απόστασης. Για τους παροικούντες, η ζωή θα συνεχίζεται μόνο μέσα από την αλληλουχία των μικροκλιμάκων της, χωρίς ιστορικό βάθος και πολιτικό σχεδιασμό.

Αυτό το βαθιά ριζωμένο αφήγημα πλαισιώνεται από έναν όψιμο ευρωσκεπτικισμό, ο οποίος δείχνει εμφανή τα σημάδια του στα τελευταία χρόνια. Και πάλι, οι δύο πόλοι της πολιτικής σκηνής έχουν μεριμνήσει για την κατασκευή των στρεβλώσεων. Από τη μια, η εθνικιστική Δεξιά, αφού ώμοσε στην ευρωπαϊκή προοπτική, κατάφερε τελικά να πείσει το ακροατήριό της ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προσφέρεται ως φόρουμ δικαίωσης. Από την άλλη, της οικονομικής κρίσης συνεπικουρούσης, το ΑΚΕΛ διάνθισε τον πολιτικό του λόγο με ρετρό αναφορές στο διευθυντήριο των Βρυξελλών, στην προάσπιση του δικαίου του εργάτη και στα φιλολαϊκά μέτρα που προωθεί. Το δίπολο, δηλαδή, φρόντισε για άλλη μία φορά να αναζητήσει και να βρει τον υπαίτιο των προβλημάτων έξω από την Κύπρο.

Τα όσα βιώνουμε τις τελευταίες εβδομάδες δεν είναι παρά συμπτώματα των πιο πάνω: τα διαπιστευτήρια Ομήρου στον Αρχιεπίσκοπο, η πολιτικοϊδεολογική σύγχυση του ΔΗΣΥ, η αδυναμία ακόμη και αυτής της διαχείρισης της εξουσίας από το ΑΚΕΛ, οι πέραν των 100 συναντήσεων των τρίχρονων διακοινοτικών συνομιλιών, η ανάδειξη ενός lifestyle πολιτικού προσωπικού. Όλα συνηγορούν σε ένα διαρκές πισωγύρισμα, μια αδυναμία υπέρβασης, μια ανικανότητα άσκησης πολιτικής. Εν μέρει εξηγούνται έτσι δύο φαινόμενα: από τη μια η βοερή αποχή από την εκλογική διαδικασία και από την άλλη, σηματοδοτώντας ένα είδος σχίσματος εντός της κοινωνίας, η συνεχής περιχαράκωση της μερίδας εκείνης των πολιτών που βλέπουν τη συναλλακτική όψη της πολιτικής ως πρόσφορο τρόπο ύπαρξης και αυτοπραγμάτωσης και γι’ αυτό προσκολλώνται όλο και περισσότερο σε ένα από τα δύο άρματα. Ο χώρος, ωστόσο, δεν είναι αρκετός για να επεκταθώ περισσότερο.

Εν τέλει, ο πολιτικός κόσμος μάς επιστρέφει σε αδρές γραμμές το είδωλο που του προσφέρει η επικρατούσα τάση στην κοινωνία κι ίσως γι’ αυτό το λόγο θα πρέπει να ανατάξουμε τα ερμηνευτικά μας εργαλεία και να αναστοχαστούμε για τη δυνατότητα και το εφικτό μιας αλλαγής. Μέχρι τότε, θα υπομένουμε τα ανυπόφορα κλισέ μιας ηγεσίας, που όσο πλησιάζουμε στις επετειακές ημερομηνίες θα μας χαρίσει ακόμη ένα κρεσέντο αμορφωσιάς και καφενειακού λόγου...

26 Ιουνίου 2011

Καλοκαιρινή συνείδηση



«Θα σταθούμε στη γη που μας γέννησε
με τη μνήμη εκείνων που διάβηκαν
την αγάπη για κείνους που θα ‘ρθουνε
και τη θεία γαλήνη στα σπλάχνα»
Μιχάλης Κακογιάννης

Κουράστηκα να μαλώνω με τους αριστερούς και τους ακελικούς στο διαδίκτυο και στα καφέ. Βαρέθηκα να εναποθέτω ελπίδα και προσδοκία στις φωτισμένες εξαιρέσεις των αστών και των απελεύθερων του ΔΗΣΥ. Αμήχανος βλέπω τις ύαινες να ξεσκίζουν τις σάρκες των συναισθημάτων και της ευαισθησίας μας. Υπάρχει εκεί έξω ένας νέος πατριωτισμός; Άνθρωποι αυτού του τόπου που να ξέρουν να μιλάνε σιγανά και ταπεινά για αδιέξοδα και νέες αρχές, χωρίς να νερώνουν το κρασί τους; Χωρίς να πνίγονται στην σκοπιμότητά τους και το ιδιοτελές συμφέρον; Δίχως να σκέφτονται το 2013, το 2016, το 2018;
Τι μας περιμένει, στ’ αλήθεια, αδέρφια; Εδώ μας έριξε η μοίρα, το ομηρικό κύμα, κι αυτό μπορούμε και ξέρουμε να διηγούμαστε. Αυτή η γη μια μέρα θα υποδεχθεί τη νεκρή σάρκα μας, για να μας κάνει σκόνη και χώμα, να μας ανακυκλώσει με τους τόσους και τόσους που πέρασαν και έζησαν πάνω σ’ αυτόν τον τόπο. Παππούδες, επιμειξίες, ξένοι, εχθροί και δικοί θα κλείσουν πίσω μας μια μέρα τις θύρες του Άδη στο σκληρό κυπριακό φως. Πιάστε το νήμα της ιστορίας, και ακούστε τους επιφανείς και τους ανώνυμους προγόνους. Αυτούς που έζησαν ίσως αδιάφορα, ίσως σιωπηρά, χωρίς ταυτότητα, χωρίς συνείδηση χρονική. Που τα όριά τους ήταν μόνο αυτός ο λίγος ορίζοντας που περικλείει το νησί. 
Ξέρω, θα με πείτε ανεδαφικό, ανερμάτιστο, ρομαντικό. Ανίκανο να συλλάβω τα «πρέπει» και τους μανιερισμούς της πολιτικής, της εξουσίας. Ας μου καταλογίσουν οι κήνσορες και οι τιμητές την έλλειψη ιδεολογικού υποβάθρου και αναλυτικής συνέπειας: αυτοί τα έχουν λυμένα όλα. Από αρχιεπισκοπικές ίντριγκες, κομματικές μηχανορραφίες και εξουσιαστικά τερτίπια, μη με ρωτήσετε. Έχω μπουκώσει. Ψήφισα επανένωση και συμβίωση. Κινδύνεψα να χάσω φίλους, στάθηκα ξανά μειοψηφία, πελαγοδρόμησα ανάμεσα σε προσωπικές επιλογές και «αν». Το άχθος ήταν πολύ κι ακόμα και σήμερα ξεφορτώνομαι βεβαιότητες και κουβαλώ αμφιβολίες. Αυτό που μπορώ είναι να ιστορώ τον λίβα του κυπριακού καλοκαιριού, τα χρώματα της αυγής στη Μεσαορία όπως τα έβλεπα παιδί, την πρώτη συγκίνηση στ’ αντίκρυ της Κερύνειας. 
Κάνω εφόδους στον εαυτό μου συχνά. Τον ρωτάω: «Τι θες;». Μου απαντάει πως η μόνη καταξίωση πια, το μόνο πράγμα που θα άξιζε στ’ αλήθεια, θα ’ταν να συνοδέψω έναν άνθρωπο πίσω στο σπίτι του, στα παιδικά του χρόνια, τη μόνη μας πατρίδα. Να τον αφήσω στο κατώφλι της μνήμης του. Δεν χωράω πουθενά αλλού. Νά, σαν αυτούς τους Αμμοχωστιανούς που γύρισαν τις προάλλες στη θάλασσά της. Σαν τους Καρπασίτες που σου αφήνουν ένα νεύμα, μια υποψία πίσω απ’ τα λόγια. Δυσερμήνευτα και κρυφά, όλα. Για όσους κοιτάν στραβά, ένα έχω να πω: κανείς δεν έχει μονοπώλιο στον πατριωτισμό. Κανείς δεν δικαιούται διά να ομιλεί εκ μέρους όλων.

Τώρα που μεγαλώσαμε, που οι άσπρες τρίχες εμφανίζονται πολυπληθείς και απειλητικές στα κεφάλια της μεταπολεμικής γενιάς μου, θέλω να μπορέσω να γυρίσω στους παλιούς, με ευθύνη, με αγάπη, όσο μπορώ να φροντίσω τις παλιές πληγές. Αυτούς που δούλεψαν σκληρά, που στα συντριπτικά χτυπήματα στάθηκαν, που έκλαψαν, πόνεσαν, θρήνησαν και ξανασηκώθηκαν. Κι όχι σ’ αυτούς τους λίγους, λιπόψυχους, που θέλησαν να κάνουν κουμάντο, που τους ανάθρεψε η εισβολή, που τους ήρθε ευλογία η κατάρα. Αυτοί δεν μ’ αφορούν – μόνο οι πρώτοι με νοιάζουν, μόνο αυτοί κουβαλούν κάτι βαθύ κι αυθεντικό που με γονατίζει: το πρόσωπο και την ψυχή αυτού του τόπου. Πέρα από την ανοητολογία των ημερών. Ξένος από τα διαμοιράσματα και τις συμφωνίες των ελίτ: να ακουστούν αυτές οι λέξεις...

(η φωτο είναι από ένα αυγουστιάτικο ηλιοβασίλεμα στον Άγιο Θέρισσο στην Καρπασία - 2010)