6 Φεβρουαρίου 2011

Στη μικρή μας δημοκρατία




Στην ταινία «Οι ζωές των άλλων», ο υπουργός της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας συναντά το σκηνοθέτη μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού στη χώρα. Του λέει: «Δεν ήταν ωραία όταν ήμασταν στη μικρή μας δημοκρατία;”. Δεν χρειάζεται να θυμάται κανείς την αντίδραση του σκηνοθέτη. Αρκεί μόνο η αναγωγή της σκηνής στο δικό μας χωροχρόνο. Στην ολόδικια μας μικρή δημοκρατία με τις εκμαυλιστικές ευκολίες και το φθείρον πελατειακό της παρακράτος. Με την πεποίθηση ότι η συναλλαγή είναι δεδομένη και διαδεδομένη, ότι κάπου θα τα βρούμε για να κλείσει η δουλειά, πως κάπως θα βρούμε τον τρόπο να αποκλείσουμε τους άλλους. Εντάξει, δεν μας ακούει κανείς: για τα βαποράκια του λαϊκισμού μιλώ και τους κομματικούς στρατούς που έχουν αρχίσει τις ετοιμασίες, αλλά και για τη ψάμμο του φαβοριτισμού που μας έχει θάψει αργά κάτω από την αυταρέσκεια των ανίκανων.
Τα ίδια με το Κυπριακό: αφού για χρόνια παίξαμε το παιχνίδι της σταδιακής συντριβής του αντιπάλου, τώρα τρέμει το φυλλοκάρδι μας, σαν μαθητευόμενοι μάγοι μπροστά στο χάος που δημιουργήσαμε, εκλιπαρώντας για παρατάσεις επί παρατάσεων, αρνούμενοι χρονοδιαγράμματα, διακηρύσσοντας με διαπρύσιους λόγους την ανεξάντλητη υπομονή μας για τον αγώνα τον καλό. Το game over όμως πλησιάζει, ανεξαρτήτως από το πόσο εμείς στυλώνουμε τα ποδάρια. Στα blogs ο αντικατοπτρισμός δεν λαθεύει: ο καθένας προβάλει την πεποίθηση του ως γεγονός, την άποψη του ως κοινό κτήμα. Κι έτσι δημιουργούμε ο καθείς τη δικιά του προσωπική μικρή δημοκρατία.
Κι όμως πια, το ομολογώ, τα βλέπω όλα αυτά με απάθεια κι αδιαφορία. Παίρνω άδεια από τη σημαία να είμαι ήρεμος και αποστασιοποιημένος. Να σκέφτομαι τον προσωπικό μόνο-δρόμο από εδώ και πέρα, και τίποτα άλλο. Κι η αλήθεια είναι ότι ξαφνιάζω κι εμένα τον ίδιο: κάποτε θα έσκιζα τεφτέρια, θα αναλωνόμουν σε διαδικτυακούς καυγάδες με τον «πάσα ένα», θα έχανα τον ύπνο μου με τα στραβά και το κακό το ριζικό μας. Μα τώρα, το βλέπω και σε όσους επιστρέφουν στη μικρή μας δημοκρατία να μαλακώνουν, να κουράζονται, να λεν κι εκείνοι το δικό τους ανομολόγητο «δε βαριέσαι», να καταπίνουν κάμηλους κι εξωτικά κτηνά, να μιλούν κι αυτοί με ένα ψαλιδόγλωσσο λαβδακισμό όπως κι οι ντόπιοι.  Κάποιοι το ρίχνουν στη θρησκεία, άλλοι περιχαρακώνονται σε εμμονές μαζεύοντας ιδιότυπα φάλαρα και μερικοί παραδίνονται σε ηδονές, εθισμούς και κτήσεις. Στ’ αλήθεια, δεν έμεινε κανείς για να τείνεις το δείκτη – πάρεξ του ίδιου του φυγά εαυτού σου. Μια θανάσιμη μοναξιά με κυκλώνει καθώς μετράω τα χρέη αυτού του φαλιμέντου κι η αλήθεια είναι ότι η έξοδος κινδύνου μου είναι ο Γιάγκος στη σελίδα 9. Μόνο που κι αυτός, μου φαίνεται μπλεγμένος με τα δικά του τελευταία...


Ο Νικόλας Κυριάκου μόνος πετά για να αποφύγει το συνωστισμό του σμήνους.

3 σχόλια:

rose είπε...

εχει καιρό που σιωπω
γι αυτο...

!!!!!!!!!!

:-)

νεος ελληνοκυπριος είπε...

Γράφεις όμορφα, η κάθε σου ανάρτηση εν κραυγή τζιαι φκαίννει που τον πόνο σου τζιαι την αγάπη σου για τούτο που εκατάντησε να λαλούμεν πατρίδα.
Καταλαβαίνω σε...τζιαι δεν σε αδικώ που εν διάς σε κανένα τις ελπίδες σου να τες πετάξει του αέρα.
Εν στάση ζωής τζι απόφαση, εσύ ξέρεις καλλύτερα πόσον αντέχεις.

Αν έσιει όμως κόσμο που αντέχει να ελπίζει τζιαι έσιει αποθέματα αισιοδοξίας τζιαι πίστης-εμπιστοσύνης...μεν τον καταχνώννεις.

Αν μας μείνει η κατοχή, σημαίνει ότι την αξίζαμεν. Σε τούτο συμφωνούμεν. Αλλά εν συμφωνώ πως τετέλεσται....

Νικόλας Κυριάκου είπε...

points taken