12 Ιανουαρίου 2013


Ήταν απόγευμα Σαββάτου. Ένιωθα βαρύς και μελαγχολικός. Η Λευκωσία ήταν άδεια.





Οδός Ληδήνης με προοπτική το ξενοδοχείο ύπνου "Απόστολος Αντρέας" (το παλιό χάνι Λυμπουρίδη;). Τα βράδια δύο απ' τα δωμάτια έχουν ένα θαμπό, κόκκινο φως. Αναρωτιέμαι ποιοί να είναι οι άνθρωποι που αναζητούν τη γαλήνη του ύπνου εδώ.






Είχα προλάβει να κάνω μια βόλτα πιο ψηλά, κατευθυνόμενος προς το αυτοκίνητο. Ένα κομμάτι των εμπορικών καταστημάτων εφάπτεται της πράσινης γραμμής. Κάποια χάσκουν ανοικτά. Λειτουργώντας ή αφημένα στην παρακμή;


Αδιέξοδο κι ερημιά. Ζήτω το κυπριακό πρόβλημα που εξέθρεψε γενιές και γενιές υστερικών. Η εκκωφαντική ησυχία θα είναι η εκδίκησή μας.


Στο παράλληλο στενό, ο γάτος αναπαύεται μέσα σε ό,τι απέμεινε. Δεν καταδέχθηκε να ποζάρει καν (και καλά έκανε). Ακόμα, και όταν του είπα ότι είναι ασορτί με το κάθισμα - μάλλον δεν το βρήκε αστείο.

Ένα κομμάτι της παλιάς Λευκωσίας παραδίδεται στους Κύπριους χίπστερ (ναι, και τους τρεις που υπάρχουν). Η άλλη σαπίζει αργά. Το αστικό τοπίο μετατρέπεται σε ένα αχταρμά αντιφάσεων.  


 ΠΡΟΣΟΧΗ! Στα παλιά πελεκανιά αναμένεται το οριστικό τέλος από την αργή σήψη.

 Μπορεί στα βαρέλια να λέει "No borders", αλλά αυτό που δεν αφήνει κανέναν μας ασυγκίνητο είναι το δωρεάν παρκινγκ.






 Ένας, δύο, τρεις, πολλοί Μακάριοι!



Γύρισα σπίτι, την ώρα που ήλιος έπεφτε.








 

 Η λήψη ήταν ιδανική. Κι ο μόνος λόγος ήταν ότι έπεφτε η σκιά στην εκτός των τειχών Λευκωσία, που οι πολυκατοικίες της την κάνουν να μοιάζει με μεσανατολική πόλη. (Α, ναι, εμείς τι είμαστε;)



We are all in the gutter, but some of us are looking at the stars (ή κάπως έτσι, τελοσπάντων).


Κι ύστερα, έβαλα να ακούσω το πιάνο αυτό.


Δεν υπάρχουν σχόλια: