25 Μαΐου 2014

Ραντεβού στις 31 Μαΐου




Το Σάββατο 31 Μαΐου έχω ραντεβού. Με τους φίλους μου. Με τους γνωστούς μου. Με διάφορους άγνωστους. Με τη συνείδησή μου. Με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Είναι μια μέρα που όσα νομίζω ότι πιστεύω και πρεσβεύω θα έχουν την ευκαιρία να γίνουν επιτέλους μια πολιτική πράξη. Στις 5 το απόγευμα μαζί με όσους άλλους μοιράζονται ίδιες σκέψεις και συναισθήματα, θα βρεθούμε στην πορεία περηφάνιας «Ίδια αγάπη - Ίσα δικαιώματα». Επειδή πιστεύω ότι η ισότητα κερδίζεται στα κείμενα των νόμων. Στις δικαστικές αποφάσεις. Αλλά κυρίως εντός της κοινωνίας. Στη συνείδηση του κόσμου. Με την κατατρόπωση του φόβου και της ντροπής. Με την καταξίωση της ελευθερίας. Με την ανάταση που μας επιφυλάσσει η αλληλεγγύη. Με τις εγγυήσεις που επιφυλάσσουν στον καθένα μας ξεχωριστά τα ανθρώπινα δικαιώματα, όταν αυτά γίνονται πολιτική και κοινωνική ύλη.

Ελπίζω να είναι ένα πανηγύρι χαράς. Μια μέρα συνάντησης, τραγουδιών, αστείων, μπλεγμένων χεριών. Η αφορμή για να δημιουργήσουμε μια μαγιά κοινής συνείδησης. Ότι ο καθένας από εμάς έχει όνομα, ικανότητες, ιδιότητες, δεξιότητες. Κι επίσης, ομορφιά, εξυπνάδα, γοητεία, τη δική του γεύση στον λαιμό. Ότι ο καθένας μπορεί να χαίρεται τον έρωτα όπως, όποτε και με όποιον διαλέξει. Χωρίς ενοχή, χωρίς στιγματισμό, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς εκφοβισμούς. Ότι η πορεία του στη ζωή θα κρίνεται από την αξιοσύνη του, τις δημόσιες πράξεις του, τη συνεισφορά του στην οικογένεια, τον μικρόκοσμο και την κοινωνία του. Κι όχι από την προτίμησή του στα αντρικά φιλιά ή στις γυναικείες αγκαλιές ή και στα δύο.

Κι επιτέλους, να κηρύξουμε την αρχή του τέλους στη διάχυτη έμμεση κοινωνική διάκριση που καταλήγει σε τόσο άμεσες συνέπειες. Να δούμε τον καθένα μας να απελευθερώνεται από τα δεσμά του, ή έστω, μερικά από αυτά. Να μπορεί ο καθένας από εμάς να κρατάει τον σύντροφο που εκείνος επιλέγει από το χέρι, δημόσια, ανοικτά, χωρίς βλέμματα αποδοκιμασίας και απειλές. Να τελειώσουμε με τις αδερφές, τις πούστρες, τους παράξενους, τα φρικιά, ως αργκό μισαλλοδοξίας. Ας διαγράψουμε ακόμα και αυτά τα αρχικά ΛΟΑΤ. Αλήθεια, πώς θα νιώθατε αν η δική σας ταυτότητα ονομαζόταν ΕΤΕΡΟ; Η αγάπη, η ηδονή, το πάθος, ο πόνος, η προσδοκία για τον άλλο δεν χωράνε σε αρχικά, σε συντμήσεις και αρκτικόλεξα που φτιάχνουν νέες κατηγορίες. Τα σώματα και οι ψυχές συναντιούνται πέρα από τις λέξεις και τους κωδικούς.

Ας ξεχάσουμε τον φανατισμό των ακραίων πολιτικών φορέων και των θρησκειών. Να αποφύγουμε τη λογική των αντίπαλων κερκίδων. Να απεγκλωβιστούμε από τη ρητορική του μίσους, από τον παραλογισμό της διάκρισης με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό, από όποιον επιχειρεί να βάλει φραγμούς στην επιθυμία, να ακυρώσει τον μύχιο πόθο, να ματαιώσει την ύπαρξή μας. Να βάλουμε το μέτρο του ανθρωπισμού στις επιλογές της κοινωνίας μας, μακριά από όρους πλειοψηφίας και μειοψηφίας, εντός ενός αξιακού συστήματος που θα διασφαλίζει την αξιοπρέπεια του καθενός, βασιζόμενο απλώς και μόνο στην ίδια την ιδιότητα του καθενός μας ως ανθρώπου.

Το Σάββατο 31 Μαΐου έχω ραντεβού. Ελπίζω να ανταμώσουμε.

18 Μαΐου 2014

Ένα παλιό χρέος προς τον Χρήστο



Πριν πέντε χρόνια, γράφοντας πάλι παραμονές των ευρωεκλογών, είχα σταθεί στην υποψηφιότητα του Χρήστου Στυλιανίδη. Ανασύρω ένα απόσπασμα από το παλιό μου κείμενο, όπου έγραφα: “Στον Χρήστο που λοιδορήθηκε για την ακλόνητη πίστη του στην ευρωπαϊκή προοπτική της Κύπρου, από αυτούς που σήμερα ομνύουν σε ευρωπαϊκές λύσεις, στον Χρήστο που ασχολήθηκε ενεργά με την πορεία ολοκλήρωσης της Ένωσης από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν άλλοι δεν είχαν υποψιαστεί καν τι συμβαίνει στο διεθνές στερέωμα, στον Χρήστο που βίωσε τον σχεδιασμό και την εφαρμογή του Ελσίνκι, όταν άλλοι κυνηγούσαν ουρές και αστερίσκους, χρωστάω κάτι”.

Το χρέος μου, νομίζω, το κατέβαλα, όπως και όποτε μπόρεσα. Μόνο που μένουν πάντα κάτι πάγια, που μου φαίνεται όλο και θα μου αφήνουν ένα ανεξόφλητο υπόλοιπο σε έναν ανοικτό λογαριασμό. Κι αυτό επειδή πάντα κάτι προκύπτει, που έρχεται να μου θυμίσει ότι υπάρχει αντίβαρο στην απογοήτευση και στην έλλειψη ενδιαφέροντος για τα κοινά. Στην πενταετία που μεσολάβησε, συναντηθήκαμε αρκετές φορές, νοερά και κυριολεκτικά. Ρωτούσε, άκουγε, συνδύαζε. Μετρούσε αγωνίες, παρακινούσε διστακτικές ελπίδες, σκεφτόταν τα σημαντικά και τα μεγάλα κι άφηνε τη σκόνη και τα κορδελάκια για όσους ανακατεύονταν με τα πίτουρα. Το είχα πει και παλιά, το λέω και τώρα: μου προκαλεί απορία που δεν αφέθηκε έστω και μία φορά στην ευκολία του λαϊκισμού, στο κεντρί της ατάκας και στη σαγήνη της απόδρασης από την πραγματικότητα, μέχρι να βγάλουν οι άλλοι τα κάστανα από τη φωτιά.

Ο Χρήστος βρέθηκε ξανά στα δύσκολα την τελευταία διετία. Τράβηξε κουπί σε μια απαιτητική προεκλογική εκστρατεία και πριν ακόμα προλάβει να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα, βρέθηκε να παλεύει στα κύματα του Eurogroup. Μπορεί να διαφωνεί κανείς με τις επιλογές και τις αποφάσεις της κυβέρνησης, αλλά ένα πράγμα οφείλει να πιστώσει στον Χρήστο: δεν κρύφτηκε, δεν τα μάσησε, έριξε το βάρος του στο να ληφθούν εγκαίρως αποφάσεις και ξερίζωσε, στον χώρο της δικής του παρουσίας, τη διστακτικότητα και τον φόβο που προκαλεί ακυβερνησία. Μπροστά στην παραλυτική ακινησία των διλημμάτων, ο Χρήστος έσπρωξε τα πράγματα για να κινηθούν. Η τέχνη της κυβερνητικής είναι πολύ σοβαρή δουλειά κι ο Χρήστος απέδειξε ότι αξίζει την εμπιστοσύνη μας. Για τους λόγους αυτούς, μου δημιουργεί χαρά και τιμή ως πολίτη, η σκέψη ότι σε λίγες εβδομάδες θα εκπροσωπεί την πατρίδα μας στις Βρυξέλλες.

Και κάτι τελευταίο, για την πιο βαθιά κοινή μας έγνοια: η λύση του Κυπριακού, αν και φαίνεται να έχουμε ακόμα δρόμο, θα απαιτήσει ανθρώπους που θα την πιστέψουν και που θα την κάνουν να δουλέψει. Το παλιό μοντέλο του πολιτικού, και δη του Κύπριου πολιτικού, δεν μπορεί να μας δώσει κανένα εχέγγυο για το αύριο. Χωρίς λύση, η Κύπρος είναι καταδικασμένη να ζει σε διαρκείς κύκλους κρίσεων και παρακμής. Δεν είναι εύκολο, δεν είναι ευχάριστο. Στα δύσκολα, θα χρειαστεί μετριοπάθεια, σοβαρότητα και ακεραιότητα χαρακτήρα. Στα δύσκολα, θα πρέπει να ζητήσουμε από όσους ξέρουν και μπορούν. Θέλω ο Χρήστος να τραβήξει ξανά κουπί και γι’ αυτό σε λίγες μέρες έχω ξανά εκείνο το μικρό χρέος, που πρέπει να διευθετήσω: μια μονοσταυρία στις 25 Μαΐου.


11 Μαΐου 2014

Κόπανοι και νάρκισσοι




Έχουμε γεμίσει κόπανους και νάρκισσους. Εγώ αυτό έχω καταλάβει. Με συγχωρείτε για τα «γαλλικά» πρωί-πρωί Κυριακής, αλλά εδώ στη σελίδα 14, όπως σας βλέπω και με βλέπετε, είμαστε στήλη άποψης, και αυτό καταλαβαίνω αυτό λέω. Ψάχνω με το φανάρι του γέρο-Διογένη έναν σοβαρό άνθρωπο. Αλλά μάταια. Προσπαθώ να πιαστώ από τους λίγους που απομείναν στον δημόσιο βίο. Κάποιον που να μην είναι ερωτευμένος με το είδωλο που του επιστρέφει ο καθρέφτης. Κάποιον που να μην νιώθει ότι το μπόι του εκτείνεται για άλλο τόσο κάτω από τη γη. Κάποιον που να μην έχει απαντήσεις σε όλα. Κάποιον που να ρωτάει, να μην δηλώνει, να μην κομπάζει.
Λίγοι σοβαροί μας απέμειναν. Κι αυτούς τους λίγους, έχουν βαλθεί να τους φάνε οι υπόλοιποι. Το σύστημα, το κατεστημένο, η ελίτ, οι βλάκες, all the above βάζουν το πονηρό δακτυλάκι τους για να ροκανίσουν όσους προσπαθούν να κάνουν μια απόπειρα, λίγο να ξεστραβώσουν τον γιαλό, λίγο να γυρίσουν το τιμόνι για να μην σκάσει ξανά πάνω στα βράχια. Αργά, ύπουλα, σιωπηρά σαν σαράκι τρώνε από μέσα ό,τι άξιο πάει να στηθεί. Μια μουχλίτσα που απλώνεται κάθε μέρα και λίγο παραπάνω…
Δέστε ας πούμε όλη αυτή την ιστορία με την οικονομία, τις λίστες και τις παραλίστες, τα ονόματα, τους αρμόδιους και πάει λέγοντας. Όποιος κατάλαβε, να σηκώσει το χέρι και να μας πει το μάθημα. Με το φτωχό μου το μυαλό, εγώ βλέπω μετανοημένους πολιτικάντηδες που μιλούν σαν σύζυγοι που, αφού έκαναν την κουτσουκέλα τους, επιστρέφουν στους εξαπατημένους συντρόφους τους. Βλέπω τους ανθρώπους που κινούσαν τα νήματα της οικονομίας και της πολιτικής να περιφρουρούν τους δικούς τους για να μην θιγεί κανείς.
Κι άλλο παράδειγμα, οι ευρωκλογές. Που μας αποκάλυψαν διάφορους τέτοιους. Που η προεκλογική περίοδος λειτουργεί αποενοχοποιητικά για το ψώνιο του καθενός. Δεν είναι κακό - όλοι κουβαλάμε στην καμπούρα μας κουσούρια, ματαιώσεις, απωθημένα. Μόνο που προσπαθώ να μην την πληρώνει ο διπλανός για αυτά. Ας μην γελιόμαστε: θα γελάσει κι ο κάθε πικραμένος την Κυριακή των εκλογών, αφού θα βρεθούμε ενώπιον μιας εκλογικής διαδικασίας με ρεκόρ αποχής και ρεκόρ υποψηφίων. Πώς φτάσαμε ώς εδώ, ούτε που το ‘χω καταλάβει ακόμα…
Καλή η δημοκρατία, δεν λέω. Αρκεί να έχει ποιότητα και βάθος και ουσία. Να έχει προτάσεις, λογική, σχέδιο. Μια κεντρική ιδέα! Δεν είναι δύσκολο: είναι σαν τον τυφλοσούρτη με τον οποίο μας είχαν μάθει να γράφουμε εκθέσεις στο σχολείο: αρχή, μέση, τέλος. Τόσο απλό. Κι ακόμα πρέπει να έχει ανθρώπους μετρημένους, εμπνευστικούς κι ευαίσθητους (ναι, στ’ αλήθεια, το εννοώ). Που να μην σηκώνουν κάθε ριγμένο γάντι που βρίσκουν στο διάβα τους. Όσο και αν φαίνεται αυτονόητο, εδώ που φτάσαμε θα πρέπει να το ματα-ξανα-πούμε: οι εκλογές δεν γίνονται για τους υποψήφιους, για αυτό το χαζοχαρούμενο παιχνιδάκι αυτοπροβολής και αλαζονείας, αυτό το λούνα παρκ των παραφουσκωμένων “εγώ”.
Σε ένα φωτεινό διάλειμμα, συνειδητοποιώ ότι καταφέρνω να ξυπνάω θυμωμένος κάθε πρωί. Είναι απ’ τις λίγες αντιστάσεις που μου έχουν απομείνει.


27 Απριλίου 2014

Χουλιγκομματισμός





Τα πρόσφατα επεισόδια στον ποδοσφαιρικό αγώνα ΑΠΟΕΛ-ΑΕΛ έρχονται να μας υπενθυμίσουν ορισμένες από τις βασικές κακοδαιμονίες του τόπου μας, με τον πιο εμφατικό τρόπο μάλιστα. Κατά την άποψη μου το ζήτημα της αδυναμίας αντιμετώπισης της βίας στον αθλητισμό δεν οφείλεται στην απουσία ή ενδεχόμενες ελλείψεις του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Αντίθετα, πάσχουμε σοβαρά στο ζήτημα της εφαρμογής του από τα αρμόδια σώματα και όργανα της πολιτείας. Όσο κι αν ακούγεται τετριμμένο και κλισέ, για όσο καιρό η αστυνομία δεν οργανώνει με σοβαρό τρόπο την αστυνόμευση των αγώνων, τόσο θα εκχωρείται έδαφος στους ανεγκέφαλους να επιδίδονται σε πράξεις βίας εναντίον της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της περιουσίας συμπολιτών μας.

Απ' την άλλη θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η πιο εύκολη λύση είναι να ρίχνουμε την μπάλα στο γήπεδο της αστυνομίας και με αυτόν τον τρόπο να αποφεύγουμε συναφή ζητήματα που παραμένουν στο περιθώριο. Χωρίς να αποκλείω την ύπαρξη άλλων, θα κατέγραφα τηλεγραφικά τα ζητήματα αυτά ως ακολούθως: οι σχέσεις των διοικήσεων με τους οργανωμένους οπαδούς τους, η δημόσια παρουσία των εκπροσώπων τύπου των σωματείων, οι κοινωνικές δυναμικές που οδηγούν στην εκδήλωση παραβατικών συμπεριφορών,  ο τρόπος  λειτουργίας της ΚΟΠ, τα σημαντικά κεφάλαια για συμβόλαια παικτών και τηλεοπτικά δικαιώματα, οι πελατειακές σχέσεις των κομμάτων με τα αθλητικά σωματεία σε σημείο εξάρτησης και ελέγχου και η συνεπαγόμενη συγκάλυψη και ατιμωρησία. Η απαρίθμηση αυτή δεν φιλοδοξεί να καταγράψει στεγανές κατηγορίες ζητημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν ξεχωριστά. Τουναντίον, η αλληλοσύνδεση τους είναι εμφανής, ειδικά αν αναλογιστεί κάποιος τις διαπροσωπικές σχέσεις επικοινωνίας, ελέγχου και αλληλοεξυπηρέτησης που ευδοκιμούν στο χώρο αυτό.

Κι αυτό με φέρνει στο ζήτημα που δεν κουβεντιάζουμε ποτέ: το κράτος προσπορίζεται σημαντικά οικονομικά οφέλη από το ποδόσφαιρο είτε με άμεσα έσοδα είτε με έμμεσα. Ταυτόχρονα, είναι ένας σημαντικός υποστηρικτής των σωματείων είτε με την χρηματοδότηση τους είτε με την προνομιακή μεταχείριση των οφειλών τους προς αυτό. Επίσης, τα κόμματα επιμένουν να συντηρούν τις σχέσεις συγκοινωνούντων δοχείων με τα σωματεία για να έχουν ευρύτερη πρόσβαση σε μεγάλες μερίδες του εκλογικού σώματος και να επιτυγχάνουν την ευθυγράμμιση της οπαδικής υποστήριξης με τις πολιτικές τους επιλογές και να ρυθμίζουν, κατά το δοκούν, τον θερμοστάτη της αντιπαράθεσης και της πόλωσης. Η ανάμειξη κομματικών στελεχών στα διοικητικά όργανα των σωματείων και του οργανωμένου αθλητισμού είναι η πιο τρανή απόδειξη. Ανεξάρτητα από την παρατήρηση αυτή, ακόμα και στις περιπτώσεις των σωματείων εντός των οποίων δεν κατέχει κάποιο κόμμα δεσπόζουσα θέση, η δημόσια παρουσία των παραγόντων τους προάγει συχνά ένα κλίμα σύγκρουσης και εχθρότητας, που υποθάλπτει τα επεισόδια που κατά καιρούς παρατηρούμε.

Καταληκτικά, θα είχε ενδιαφέρον να ξέραμε, μέσα από τη διενέργεια μιας σοβαρής κοινωνιολογικής μελέτης, τις κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους και προφίλ των ατόμων που εμπλέκονται στα επεισόδια αυτά, ώστε να εξεταστεί η δυνατότητα αντιμετώπισης των προβλημάτων που ενδεχομένως να συντελούν στα επεισόδια. Για αυτά όμως χρειάζεται  σοβαρότητα και συναίσθηση ευθύνης από την πολιτική ηγεσία και ένα ισχυρό μήνυμα από την κοινωνία μας προς αυτήν. Δεν είμαι πολύ βέβαιος ότι ανήκω στην πλειοψηφία...       

 

20 Απριλίου 2014

Πάσχα θα πει διάβαση




Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή που σκάει απ’ τη γη η κρυμμένη ζωή, γυρνάω πίσω στα παλιά κείμενά μου για το Πάσχα. Ύστερα από το πήγαινε-έλα στο εξωτερικό την τελευταία δεκαπενταετία σχεδόν, οι μέρες του Πάσχα μου δημιουργούν την αίσθηση μιας δεύτερης πρωτοχρονιάς μέσα στον ημερολογιακό χρόνο. Είναι οι μέρες που πολλοί από όσους τυγχάνει να βρίσκονται στο εξωτερικό νιώθουν ότι κάτι λείπει. Τα κεριά στην εκκλησία είναι πιο λίγα. Η λειτουργία κρατάει λιγότερο. Οι άνθρωποι γύρω δεν έχουν τα γνώριμα χαρακτηριστικά των ανθρώπων του τόπου σου. Οι μυρωδιές δεν είναι οι ίδιες. Οι ευχές δίδονται σε άλλες γλώσσες. Νιώθεις λίγάκι ξεβολεμένος, με το ίδιο συναίσθημα που αφήνουν εκείνα τα όνειρα όπου βλέπεις γνωστούς σου ανθρώπους σε άλλους ρόλους και γνώριμα μέρη να έχουν χαρακτηρστικά από άλλους τόπους. Η συνήθεια, ο παλιός εαυτός, όσα ήξερες τίθενται σε δοκιμασία.
Αλλά κι απ΄ την άλλη, τα φιλιά έχουν την ίδια αξία, η αγάπη ξεχειλίζει από τις τσέπες μας, η μουσική θα παίξει ελληνικά τραγούδια και όλο και κάποιος θα βρεθεί που θα ξέρει να φτιάξει μια αξιοπρεπή μαγειρίτσα. Είναι ο καιρός της μετάβασης, του περάσματος, της διάβασης. Το μήνυμα, ή τουλάχιστον αυτό που εγώ έχω καταλάβει, είναι ότι ο αγώνας για την υπέρβαση του εαυτού, για το σμίξιμο με τον Άλλο, η προσπάθεια για αλληλεγγύη, η αγάπη ακόμα και γι’ αυτόν που σε μισεί είναι μια δύσκολη ιστορία. Μια ιστορία που μας θυμίζει τα όρια μας, τα οποία είναι πολύ εγγύτερα από όσο θα θέλαμε ή πιστεύαμε ότι απλώνονταν. Ίσως τελικά να μην είμαστε τόσο μεγαλόψυχοι, μας ξεφεύγουν συχνά τα δηλητήρια απ’ το στόμα, αποτυγχάνουμε να δείξουμε καταλλαγή και συμπόνοια.
Είμαστε έτοιμοι να σκαρφιστούμε κάμποσες εύκολες και σαθρές δικαιολογίες για το μικρό ναρκισιστικό μας «εγώ» ή να αναβάλλουμε για έναν αόριστο, μελλοντικό χρόνο όσα σήμερα θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο ή έστω να διορθώσουν έστω κι ένα τσίγκο από την παράγκα της ύπαρξης μας ή ακόμα καλύτερα να κάνουν το πέρασμα μας από τον κόσμο να έχει νόημα για εμάς και για τους γύρω μας. Είναι κι αυτό ένα απ’ τα πολλά νοήματα της αγάπης του Πάσχα, της αγάπης ακόμα και προς τον ίδιο τον εαυτό: να προσπαθείς, να βρίσκεις το κουράγιο, τη δύναμη, τον τρόπο να αλλάζεις, να βελτιώνεσαι, να είσαι συνεπής με τη μέσα σου φωνή, να μπορείς να περνάς την γέφυρα απέναντι, να διαβαίνεις την πόρτα προς τον έξω κόσμο, να εγκαταλείπεις την προσωπική σου επικράτεια για να γνωρίσεις τους τόσους άλλους που βρίσκονται εκεί έξω. Έχω προσπαθήσει ορισμένες φορές να κάνω αυτή τη μετάβαση - χωρίς επιτυχία. Σκέφτομαι, όμως, ότι θα έχω πραγματικά αποτύχει αν ποτέ σταματήσω τις απόπειρες μου...

13 Απριλίου 2014

Μια πόλη. Για όλους.





Πριν μια βδομάδα, δώσαμε ραντεβού στην πύλη Πάφου το πρωί. Με το που στάθμευσα αναρωτήθηκα πού είναι ακριβώς η πύλη. Ήξερα τον πυροσβεστικό σταθμό, το άνοιγμα των τειχών προς την παλιά πόλη, αλλά αγνοούσα την ακριβή τοποθεσία της πύλης. Παραξενεύτηκα, αλλά η απορία μου λύθηκε σύντομα όταν είδα μαζεμένο κόσμο μπροστά την ίδια την πύλη, που πλέον αναδεικνύεται από τα έργα αποκατάστασης που γίνονται στην περιοχή. “Αντίο μπετόν, καλωσήρθες πουρόπετρα”, σκέφτηκα, καθώς έβλεπα μέσα από τη μακρόστενη πύλη. Το πρωινό έμελλε να μου λύσει κι άλλες απορίες και να μου ανοίξει έναν ορίζοντα σε νέες ερωτήσεις και φρέσκια γνώση. Η περιήγησή μας στη Λευκωσία μας πήρε σε στενά που είτε τα διαβαίνω συχνά, χωρίς να προλαβαίνω να παρατηρήσω με προσοχή τι συμβαίνει γύρω είτε τα χρησιμοποιώ τόσο σπάνια, που ξεχνώ κι εγώ ο ίδιος την ύπαρξή τους.
Η Λευκωσία μας, λοιπόν, κουβαλά πολλά σημάδια ιστορίας και ανταγωνισμών. Τόσα που κάθε απόπειρα να τα καταγράψω στις 400 λέξεις που μου αναλογούν σε αυτή τη γωνιά κάθε Κυριακή, θα ήταν μάταιη. Όμως μπορώ να αποπειραθώ να σημειώσω τις στάσεις μας σαν τελείες στο χαρτί για να τις ενώσει ο καθένας όπως θέλει, μαζί με τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου. Η πόλη έχει πολλούς κρυμμένους θησαυρούς και πολλές άγνωστες ιστορίες. Οι αφηγήσεις των ανθρώπων της παραμένουν καταπιεσμένες από τα κυρίαρχα ιδεολογήματα και τις επίσημες ιστορίες των σχολικών βιβλίων. Είναι κι αυτή μια άλλη μορφή αδικίας. Να πρέπει όλα να ανταποκρίνονται στην κλίνη του Προκρούστη: ό,τι δεν είναι (επαρκώς) εθνικό, ξαναβαφτίζεται στα νάματα της φυλής, υπονοώντας ότι η πόλη είχε ανέκαθεν έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα. Πόσοι από εμάς γνωρίζουμε άραγε για την αλλαγή στην ονοματοδοσία των οδών, ένθεν και ένθεν της διαχωριστικής γραμμής; Μια αλλαγή που δεν είναι καθόλου αθώα και που βέβαια δεν ελαύνεται από πρακτικής φύσεως κίνητρα.
Η βόλτα μάς έβγαλε σε λογιών-λογιών κτίσματα: εκκλησίες, σχολεία, προτομές, αποικιοκρατικά κτήρια, πλατείες, σοκάκια, μνημεία, μαυσωλεία, κατεστραμμένα σπίτια, φυλάκια της Εθνικής Φρουράς, φυλάκια του τουρκικού στρατού, φυλάκια των Ηνωμένων Εθνών. Στ’ αλήθεια, αν δώσεις σημασία, δεν βαριέσαι ποτέ στη Λευκωσία… Και παντού σημαίες, τόσες πολλές που δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ ότι μοιάζουμε στα συμπαθή τετράποδα που φροντίζουν να σημαδεύουν την περιοχή τους, αφήνοντας πίσω… ένα κομμάτι του εαυτού τους.
Στην αρχή ήταν η καθολική και η μαρωνιτική εκκλησία στην πύλη Πάφου, η Φανερωμένη και ο σταθερός βιασμός της πλατείας από τα νεοκαφενεία, παραδίπλα η εκκλησία του Σταυρού του Μισιρίκκου ή το τζαμί Araplar, η Αγιασοφιά από την άλλη πλευρά. Μετά ήταν το χρώμα της ώχρας και τα πράσινα παράθυρα, οι άσπροι τοίχοι και το χαμηλό ύψος δόμησης, το φως της Μεσογείου που σου παίρνει τα μυαλά. Κι έπειτα, οι άνθρωποι του τόπου μας, τα πρόσωπά τους, οι γέροι, τα παιδιά, οι άνθρωποι της γενιάς μου στη βαβούρα και τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας.
Όταν τελείωσε η βόλτα μας, πέρασα από το σημείο διέλευσης στο Λήδρα Πάλας και η στράτα μου διασταυρώθηκε με ένα ζευγάρι νεαρών Ινδών που κρατούσαν το βρέφος τους και έλαμπαν από χαρά. Σκέφτηκα πως αυτή η πόλη μπορεί να μας χωρέσει όλους. Αυτό γιατί δεν το σκεφτήκαμε ποτέ;


6 Απριλίου 2014

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΧΧΧΧΧΧΧ




“Δεν είναι που προσπάθησα
όσο κανείς δεν ξέρει
είναι που όσα κράτησα
μου κάψανε το χέρι”

Τα μεροκάματα - Δ. Παπαχαραλάμπους

Εδώ στο Κολοσσαίο, άνθρωποι και θηρία στο μέσον, αίματα παντού και σώματα πεσμένα, εντεταλμένοι δήμιοι αποτελειώνουν τον άλλον στο γόνατο μόνο με ένα νεύμα απ’ την κερκίδα. Εκεί όπου αυτάρεσκα κάθεται ο αυτοκράτορας, περικυκλωμένος από ένα πλήθος αυλικών, κολάκων, γερουσιαστών, αρχόντων, στρατηγών, διορισμένων, σκασμένων στα λεφτά και παρατρεχάμενων που ευελπιστούν στην εύνοια των Δυνατών. Σειρές πιο κάτω, ένα συνονθύλευμα από ανίκανους και αδίστακτους φροντίζει για τις καθημερινές, τις τετριμμένες υποθέσεις του λαού, βγάζοντας διατάγματα για το ποιος θα διαβεί τη νεκρική πύλη, κυβερνώντας με περισσό θράσος, κρύβοντας την ολιγοσύνη τους πίσω από τα λαμπερά παράσημα και τις προσφωνήσεις, μα έχοντας συνάμα τόση μα τόση λίγη γνώση και συνείδηση της πραγματικότητας.

Σ’ αυτήν την αρένα καθόμαστε κι εμείς και βλέπουμε, θλιβεροί κλακαδόροι, σαν χάννοι χάσκοντας χαντακωμένοι, βομβαρδισμένοι από θεάματα, εντυπωσιασμένοι από την επίδειξη και το θεαθήναι, ζαλισμένοι στη θέα απ’ τα πειραγμένα βυζιά της συζύγου ενός Τάδε. Σαπίζουμε αργά από μέσα, μας τρώει από μέσα το σκουλήκι του τίποτα καθώς φροντίζουμε να τρώμε φρούτα και λαχανικά, να κάνουμε δίαιτες και να πίνουμε πολυβιταμινούχα ροφήματα, να διαβάζουμε ωροσκόπια και να κρατιόμαστε σε φόρμα με άπειρες ώρες στα γυμναστήρια. Οι πιο καλοί αποσύρονται είτε έχοντας χάσει από νωρίς το παιχνίδι στην κόντρα τους με την εξουσία είτε έχοντας αντιληφθεί εγκαίρως ότι το παιχνίδι είναι στημένο και δεν πρόκειται να υπάρξει αλλαγή. Επιστροφή στη σιωπή, στην ιδιωτεία, στον μικρόκοσμο, στις μικροπρέπειες και τις ευτέλειες της καθημερινότητας.

Αυτό το μικρό νησί αδικήθηκε από τη Μοίρα, τη Γεωγραφία και την Ιστορία, καθώς λένε. Μα εμένα μου φαίνεται αδικείται μόνο από τους ανθρώπους του, που μοιάζουν ικανοί για τα πάντα (για τα πάντα, όμως), που δεν μπορούν να συν-υπάρξουν, να συν-χωρέσουν, να μοιράσουν τον πόνο και να μοιραστούν τη χαρά, να αντικρίσουν την ψυχή τους. Εδώ, μου φαίνεται, διαλέξαμε τον φόβο, τη βία, την επιβολή ως τα νομίσματα συναλλαγών μας, την επιφάνεια, την πόζα, την υπερβολή ως τα χρηστά μας ήθη. Σ’ αυτήν την κολυμβήθρα με τ’ απόνερα βαφτίζουμε τα παιδιά μας, στο ψέμα και τη χειριστικότητα, ομνύουμε στη ζωή, αλλά συνεχίζουμε τη λατρεία του θανάτου, δείχνουμε στην ανατολή καθώς βαδίζουμε προς τη δύση. Κι έτσι, κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, μετράμε τις γνωριμίες μας την ημέρα και τις μονέδες μας τις νύχτες, αμπαρωμένοι σε μικρά φρούρια, περπατώντας σε κόκκινα χαλιά, ακονίζουμε τα μαχαίρια για επερχόμενο μακελειό και αναρωτιόμαστε ποιος θα είναι ο επόμενος. Όταν η πόρτα χτυπήσει τα μεσάνυχτα, θα είναι αργά πια για να μετανιώσεις...

30 Μαρτίου 2014

Σημειώσεις από μια Άνοιξη




Τους παλιούς καιρούς και μια φορά κι έναν καιρό, σαν παραμύθι αλλά όχι ακριβώς, μιας και μιλάμε για ενήλικες που έμειναν παιδιά, έκανα υπομονή, όπως είχα μάθει να κάνω, μέσα στους διαδοχικούς χειμώνες. Περίμενα, καρτερούσα, σώπαινα, όπως ένας βολβός στο χώμα που αναμένει το κρυπτογραφημένο μήνυμα των εξωτερικών συνθηκών για να σκάσει μύτη. Φανταζόμουν τον χρόνο να μοιάζει αντί γραμμή, σημείο για να μπορώ να στέκομαι πάνω του, παρά να διανύω αποστάσεις. Ήμουνα (ψέματα, είμαι ακόμα, μα μην το πεις πουθενά) οκνηρός κατά βάθος, ένας τεμπέλης του κερατά για να τα λέμε επιτέλους τα πράγματα με τ’ όνομά τους, που ξεγλιστράει με μερικές λεκτικές φιοριτούρες κι άλλοτε με επινοημένες σοφιστείες του ποδαριού. Κι έτσι, ήθελα να τα αποφεύγω όλα αυτά. Περίμενα, λοιπόν, καιρό την Άνοιξη. Έλεγα: “Θα έρθει. Δεν μπορεί”. Κι έπειτα, μια μέρα, από όλες τις χαραμάδες των τοίχων, από τα παράθυρα που δεν έκλειναν καλά, απ’ τα χαλασμένα παντζούρια κι απ’ τις βρύσες που έσταζαν ξεχύθηκαν μέσα μυρωδιές και φως και πουλιά που γύρισαν απ’ τα μακρινά τους ταξίδια και κόκκινα πέταλα και μέλισσες και ζουζούνια που σου έπαιρναν τα αφτιά και σπόροι που έπιασαν και κρινάκια που άνθισαν. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, νιώθω σαν να ήμουν μάρτυρας στην κοσμογονία της ημέρας που μεγάλωνε, κερδίζοντας ένα λεπτό τη φορά, και ήταν μια εποχή που ένιωθα ότι καθώς περπατούσα, έβρεχε αστέρια. Αργότερα θα μάθαινα, όχι χωρίς οδύνη, όχι χωρίς πόνο, αλλά μ’ ακριβό αντίτιμο την απώλεια (συνειδητοποιώντας ότι δεν είμαι ξεχωριστός και άτρωτος) ότι τα ακραία συναισθηματικά φαινόμενα συμβαίνουν σπάνια κι ότι στην ώρα τους δεν δικαιούσαι, εκτός αν είσαι τρελός ή αυτοκαταστροφικός, να κλειστείς στο σπίτι σου και να αδιαφορήσεις για τον ουρανό που άνοιξε. Αλλά εκ των υστέρων η σοφία δεν ωφελεί σε πολλά, ίσως να είναι πιότερο βάρος, ένας δαίμονας που σε πελεκάει και σου φουσκώνει τα μυαλά, τάχα μου να περάσεις την εμπειρία πιο κάτω, να προλάβεις την αναποδιά του άλλου, να τον προστατέψεις. Μόνο που η ζωή βιώνεται στην ευθεία και προς τα εμπρός -πώς να το πω με όρους της εποχής;- νά, γεμίζει σαν την κόκκινη γραμμή στην μπάρα του youtube. Ακούς το τραγούδι, κι όσο προχωράει χαίρεσαι, κι όσο χαίρεσαι ο χρόνος μετράει αντίστροφα και στο τέλος μένεις με μια αίσθηση ανώνυμη, που κάπου πρέπει να την τιμαρέψεις κι αυτήν και με μια γεμάτη γραμμή. Νά το ζήτημα, λοιπόν: να έχεις προσπαθήσει να σταθείς πάνω στον χρόνο σαν αυτός να ήτανε σημείο, μόνο και μόνο για να βρεθείς στο τέλος με μια γραμμή. Διάψευση, δεν νομίζετε;

16 Μαρτίου 2014

Aντιθέσεις






Έξω η άνοιξη προβάλλει δειλά στις πόρτες μας (όμως εμείς βουλιάζουμε στη λάσπη). Ο αέρας μυρίζει αλλιώς τα βράδια (αλλά ένα επίμονο συνάχι μου στερεί την όσφρηση). Κάτι πάει να θυμίσει Πάσχα (μόνο που εγώ δεν βρίσκω το παλιό πέρασμα). Ένας δειλός ήλιος βγαίνει τα πρωινά (κι ύστερα λένε πως θα χιονίσει στο Τρόοδος). Μας κυβερνάει μια παρέα κολλητών (αλλά θέλουν να μας πείσουν για κάτι αξιοκρατίες και τέτοια). Ανάμεσά μας κυκλοφορούν αισιόδοξοι (αλλά κι όλοι οι καργιόληδες, μια εταιρεία). Λένε πως βάλαμε μπρος για μεγάλα πράγματα (αλλά συνεχίζουμε με όλες τις παλιές κακές συνήθειες). Όλοι ομνύουν στο όνομα της αντικειμενικότητας, των κριτηρίων, του γενικού καλού (μα στην πραγματικότητα είναι δεμένοι χειροπόδαρα με παλιές υποχρεώσεις και χωμένοι σε κλίκες). Ο εκπρόσωπος του Θεού στο μικρό μας νησί κηρύσσει κάθε Κυριακή τον Λόγο της Αγάπης (αλλά τις υπόλοιπες μέρες προτείνει τη δημόσια καταδίκη όσων δεν ταιριάζουν στον μέσο όρο). Ο καθημερινός άνθρωπος μπορεί να συγκινηθεί από το μεμονωμένο δράμα ενός άλλου (αλλά να ξεράσει χολή εναντίον των ξένων και να εξανίσταται ότι κάτι πρέπει να γίνει επιτέλους). Ο μέσος πολίτης μπορεί να οργιστεί από τον θάνατο μιας σαραντάχρονης μητέρας και το ορφάνεμα ενός παιδιού (για λίγες μέρες μόνο. Ποιος θυμάται πια την υπόθεση;). Ο υποψιασμένος άνθρωπος μπορεί να εξοργιστεί από πέντε σερί αυτοκτονίες στις κεντρικές φυλακές (αλλά κι αυτό ξεφουσκώνει κάποια στιγμή σύντομα). Ξοδεύουμε εκατομμύρια για την εκπαίδευση (μόνο και μόνο για να παραδώσουμε μπερδεμένους, αδέξιους κι ανέτοιμους ανθρώπους στην κοινωνία). Διαβάζουμε με μανία τα lifestyle περιοδικά (κρυμμένοι στη μιζέρια και τη ματαίωση των δικών μας μέτρων). Παραμένουμε προσκολλημένοι στο πρότυπο της ευμάρειας των περασμένων χρόνων (αν και προσγειωθήκαμε απότομα στην πραγματικότητα πριν ένα χρόνο). Τα mainstream μαγαζιά, τα γυμναστήρια και τα μπαρ είναι γεμάτα (αλλά προσερχόμαστε γεμάτοι αλληλεγγύη και ευαίσθητοι στις εκδηλώσεις συγκέντρωσης τροφίμων). Θα ήθελα τα πράγματα να κυλούσαν πιο γρήγορα κι αποτελεσματικά (μόνο που όλο και κάποιος ανόητος με τραβάει απ’ τη φανέλα). Η αλήθεια είναι απ’ τις πιο κοινές μας επικλήσεις (αλλά συναλλασσόμαστε με χίλια δυο ψέματα). Στήσαμε ένα πλέγμα νόμων και κανόνων για την προστασία των δικαιωμάτων (ωστόσο ζούμε σε μια κοινωνία διαρκώς διευρυνόμενων ανισοτήτων). Η προσωπική και συλλογική δικαίωση παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση (ενώ ταυτόχρονα δεν διστάζουμε να αδικήσουμε τον δίπλα, τον απέναντι, τον άλλο). Σκορπίζουμε τον ηθικό πανικό για τη διάβρωση της γλώσσας (την ώρα που βιάζουμε το νόημα των λέξεων). Θα ήθελα να έγραφα ένα κείμενο χωρίς παρενθέσεις (αλλά τόσες σκιές έπεσαν πάνω μου βαριές).